Οι υπουργοί Οικονομικών του γκρουπ των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη, G7, έχουν συγκεντρωθεί στο Παρίσι με στόχο να αντιμετωπίσουν τις δομικές ανισορροπίες της παγκόσμιας οικονομίας και τις γεωπολιτικές εντάσεις, μετά τη νέα προσπάθεια εξομάλυνσης των εμπορικών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας από τους Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ.
Συζητούν τους δύο πολέμους στο Ιράν και την Ουκρανία, τις βασικές ροές προϊόντων και την απειλή του στασιμοπληθωρισμού, (την τάση για αυξημένες τιμές σε περιβάλλον αναιμικής ή στάσιμης ανάπτυξης με υφεσιακές πιέσεις), την ώρα που οι διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξανόμενη ανησυχία και έντονη μεταβλητότητα.
Παρότι η συνάντηση της ομάδας G7 στο Παρίσι επισκιάζεται επικοινωνιακά από τη συνάντηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ και από το ταξίδι του προέδρου της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν στο Πεκίνο για διήμερη επίσκεψη από την Τρίτη, οι γαλλικές αρχές επιχειρούν να προσδώσουν στρατηγικό βάθος, εστιάζοντας στις δομικές ανισορροπίες που βρίσκονται πίσω από τις εντάσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Οι φόβοι για αναζωπύρωση του πληθωρισμού, που ενισχύθηκαν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, συνέβαλαν στη σημαντική πτώση της αγοράς ομολόγων την περασμένη εβδομάδα, οδηγώντας τις αποδόσεις των κρατικών τίτλων κοντά σε πολυετή υψηλά επίπεδα. Ο κίνδυνος της ανόδου των επιτοκίων επιβαρύνει ολοένα και περισσότερο τις χώρες του G7, προειδοποιούν διεθνείς οικονομικοί αναλυτές στο Semafor.
Παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, οι υπουργοί που συμμετέχουν στη συνάντηση του G7 επιχείρησαν να εκπέμψουν μήνυμα σταθερότητας και ψυχραιμίας προς τις αγορές. Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών, Ρολάν Λεσκίρ, δήλωσε στο Bloomberg ότι η αγορά ομολόγων «διορθώνει, αλλά δεν θα έφτανα στο σημείο να πω ότι καταρρέει».

G7 και φόβοι για νέα αναταραχή στις αγορές
Οι επενδυτές παρακολουθούν με αυξημένη προσοχή τις κινήσεις των κεντρικών τραπεζών και τις δηλώσεις των αξιωματούχων του G7, καθώς η γεωπολιτική αβεβαιότητα ενισχύει τις ανησυχίες για παρατεταμένες πληθωριστικές πιέσεις και υψηλά επιτόκια.
Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων επηρεάζει άμεσα το κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις, ενώ αυξάνει την πίεση στις μετοχικές αγορές. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη και με βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις χρηματιστηριακές της αγορές και την ανταγωνιστικότητά της έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ασίας.
Πριν από την κλιμάκωση του πολέμου με το Ιράν, οι ευρωπαϊκές μετοχές κατέγραφαν ισχυρή άνοδο, καθώς πολλοί επενδυτές μετέφεραν κεφάλαια από τις αμερικανικές αγορές προς τις φθηνότερες ευρωπαϊκές αποτιμήσεις.
Ωστόσο, το θετικό αυτό κλίμα άρχισε να ανατρέπεται, με τον δείκτη Stoxx Europe 600 να υποαποδίδει πλέον σε σχέση με άλλους μεγάλους διεθνείς δείκτες.
Η Ευρώπη πιέζεται από ενέργεια και τεχνολογία
Οι παράγοντες που είχαν στηρίξει το προηγούμενο ράλι των ευρωπαϊκών αγορών — όπως οι προσδοκίες για αυξημένες δαπάνες σε υποδομές και άμυνα — φαίνεται να εξασθενούν. Παράλληλα, η Ευρώπη συνεχίζει να αντιμετωπίζει ένα σημαντικό τεχνολογικό μειονέκτημα: η ήπειρος φιλοξενεί ελάχιστες από τις εταιρείες που πρωταγωνιστούν στην παγκόσμια έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι τεχνολογικές μετοχές αντιστοιχούν μόλις στο 8% του δείκτη Stoxx Europe 600, έναντι περίπου 42% στον αμερικανικό S&P 500. Ακόμη πιο έντονη είναι η διαφορά στον τομέα των ημιαγωγών, όπου οι εταιρείες του κλάδου αποτελούν μόλις το 3,5% του ευρωπαϊκού δείκτη, ενώ στον S&P 500 και στον MSCI Asia Pacific το αντίστοιχο ποσοστό προσεγγίζει το 18%.
Η αδυναμία της Ευρώπης να προσελκύσει τις επενδύσεις της νέας γενιάς τεχνητής νοημοσύνης θεωρείται από αναλυτές διαρκής πηγή ανησυχίας για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητά της.

Χρηματιστής εργάζεται στην αίθουσα συναλλαγών του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης (NYSE) αξιολογώντας τις επιπτώσεις του πολέμου στις αγορές © EPA/SARAH YENESEL
G7, ενεργειακή εξάρτηση και γεωπολιτικός κίνδυνος
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης παραμένει ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας αβεβαιότητας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισάγει περίπου το 57% της ενέργειας που καταναλώνει, ενώ εξαρτάται σε ποσοστό άνω του 90% από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η εξάρτηση αυτή καθιστά την ευρωπαϊκή οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη σε ενεργειακά σοκ και γεωπολιτικές κρίσεις, ειδικά σε περιόδους εντάσεων στη Μέση Ανατολή. Παρά τις δυσκολίες, οι αναλυτές εξακολουθούν να εκτιμούν ότι το 2026 θα αποτελέσει θετική χρονιά για τον δείκτη Stoxx Europe 600, προβλέποντας ανάπτυξη κερδών περίπου 11%.
Ωστόσο, η επίδοση αυτή παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τις προσδοκίες για τον αμερικανικό S&P 500, όπου η ανάπτυξη εκτιμάται σχεδόν στο διπλάσιο επίπεδο, αλλά και από τον δείκτη MSCI Asia Pacific, ο οποίος εμφανίζει ακόμη ισχυρότερη δυναμική.

Υστερούν οι ευρωπαϊκές μετοχές ©Bloomberg
Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τις ισορροπίες στις αγορές
Παρότι αρκετοί επενδυτές διερωτώνται πόσο μπορεί να διαρκέσει το χρηματιστηριακό ράλι που τροφοδοτεί η τεχνητή νοημοσύνη, η Ευρώπη εξακολουθεί να δυσκολεύεται να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στη νέα τεχνολογική εποχή.
Η περιορισμένη παρουσία ευρωπαϊκών εταιρειών στους τομείς της AI, των ημιαγωγών και των προηγμένων ψηφιακών υποδομών ενισχύει τις ανησυχίες ότι η ήπειρος κινδυνεύει να μείνει πίσω στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι αποφάσεις και τα μηνύματα που θα προκύψουν από τη συνάντηση του G7 στο Παρίσι αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τις αγορές, οι οποίες αναζητούν ενδείξεις σταθερότητας απέναντι σε ένα όλο και πιο ασταθές διεθνές οικονομικό σκηνικό.

Ο Εμανουέλ Μακρόν © EPA/YVES HERMAN
G7 και οι ανισορροπίες της παγκόσμιας οικονομίας
Κεντρική προτεραιότητα του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν, εν όψει και της συνόδου κορυφής του Ιουνίου στο πλαίσιο της γαλλικής προεδρίας του G7, είναι η αντιμετώπιση των «οικονομικών ανισορροπιών», μεταδίδει το Bloomberg. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ, οι χαμηλές επενδύσεις στην Ευρώπη και το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας σε συνδυασμό με την ασθενή εγχώρια ζήτηση.
Παρά το δύσκολο διεθνές περιβάλλον — με πολέμους, ενεργειακές αναταράξεις, εμπορικές εντάσεις και σφοδρές πιέσεις στις αγορές ομολόγων — η γαλλική πλευρά προειδοποιεί ότι η εστίαση αποκλειστικά στα βραχυπρόθεσμα προβλήματα θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες εντάσεις.
Ορισμένοι οικονομολόγοι μάλιστα βλέπουν τον κίνδυνο μιας ευρύτερης συστημικής κρίσης, εάν δεν υπάρξει συντονισμένη προσπάθεια εξισορρόπησης των χρηματοοικονομικών και εμπορικών ροών.
«Η ευρωπαϊκή οικονομία έχει αποδειχθεί ανθεκτική απέναντι σε αυτή την ενεργειακή κρίση. Ωστόσο, η παγκόσμια οικονομία θα νιώσει την πίεση – ακόμη κι αν η σύγκρουση επιλυθεί γρήγορα», δήλωσε ο πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης και πρόσθεσε ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή έχει αναδείξει πόσο εκτεθειμένη είναι η διασυνδεδεμένη παγκόσμια οικονομία σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Τα αποθέματα πετρελαίου μειώνονται με γρήγορους ρυθμούς δήλωσε σήμερα ο εκτελεστικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) Φατίχ Μπιρόλ στο περιθώριο της συνόδου των υπουργών Οικονομικών των G7 στο Παρίσι.
Η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων που αποφασίστηκε τον Μάρτιο παρείχε «περίπου 2,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα αλλά αυτά δεν είναι απεριόριστα», δήλωσε ο Μπιρόλ μιλώντας σε δημοσιογράφους στο περιθώριο της συνόδου των υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών του G7, στην οποία συμμετέχει.
Αναφερόμενος στα εμπορικά αποθέματα, δηλαδή στα αποθέματα αργού που διατίθενται προς πώληση, διευκρίνισε: «Πιστεύω ότι τώρα μειώνονται πολύ γρήγορα». «Μας μένουν ακόμα αρκετές εβδομάδες αλλά πρέπει να έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι μειώνονται γρήγορα», πρόσθεσε.

Κυριάκος Πιερρακάκης, ©Χ
G7 ως τελευταίο πεδίο συνεννόησης της Δύσης
Οι επιπτώσεις από τα κλειστά Στενά του Ορμούζ δεν αφορούν μόνο τις τιμές ενέργειας που παραμένουν στα ύψη. Ήδη κλονίζουν την αμερικανική οικονομία παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις Τραμπ και φυσικά προκαλούν τριγμούς στην οικονομία της Ευρώπης, με τα σημάδια στασιμοπληθωρισμού να απειλούν και τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Η οικονομία της ευρωζώνης κατέγραψε αύξηση μόλις 0,1% το πρώτο τρίμηνο, ενώ ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 3%, με την καταναλωτική εμπιστοσύνη να υποχωρεί, προμηνύοντας πτώση της ζήτησης. Η κατάσταση αυτή ενδέχεται να σηματοδοτεί «τα πρώτα στάδια ενός στασιμοπληθωριστικού σοκ», σύμφωνα με ανάλυση της HSBC. Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν επιβεβαιώνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα παραμένει στάσιμη, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται.
Η Γαλλία προβάλλει τους G7 ως ένα από τα τελευταία φόρουμ όπου Ευρώπη και ΗΠΑ μπορούν ακόμη να έχουν ουσιαστικό διάλογο. Αντίθετα, η G20 — στην οποία συμμετέχει και η Κίνα — αντιμετωπίζει σοβαρές δυσλειτουργίες, μετά και το περσινό μποϊκοτάζ του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Τσαρλς Λίτσφιλντ του Atlantic Council εκτιμά ότι, ακόμη κι αν δεν υπάρξει άμεση συμφωνία με το Πεκίνο, η κοινή διάγνωση των προβλημάτων αποτελεί σημαντικό πρώτο βήμα για τη διαμόρφωση συντονισμένης στρατηγικής.
Η χρονική συγκυρία της συνόδου θεωρείται ιδιαίτερα συμβολική, καθώς ακολουθεί αμέσως μετά τη συνάντηση Τραμπ – Σι. Το Πεκίνο ανακοίνωσε ότι συμφώνησε με τις ΗΠΑ στη μείωση δασμών σε ορισμένα προϊόντα, σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης των διμερών σχέσεων.
Την ίδια στιγμή, τα νέα στοιχεία για την κινεζική οικονομία αναδεικνύουν εκ νέου το πρόβλημα των παγκόσμιων ανισορροπιών: οι λιανικές πωλήσεις παραμένουν υποτονικές, ενώ η βιομηχανική παραγωγή συνεχίζει να αυξάνεται.

H επικεφαλής της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, και η πρώην αναπληρώτρια γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Γκίτα Γκόπιναθ © EPA/JALAL MORCHIDI / LAURENT GILLIERON – PowerGame.gr
Δημοσιονομικοί φόβοι και πίεση στις αγορές
Έκθεση κορυφαίων οικονομολόγων, μεταξύ των οποίων και η πρώην αξιωματούχος του ΔΝΤ Γκίτα Γκόπιναθ στη σκιά δηλώσεων της επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ και του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, υπογράμμισε πρόσφατα ότι η διεύρυνση των παγκόσμιων ανισορροπιών στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών αυξάνει τον κίνδυνο εμπορικών πολέμων, χρηματοπιστωτικής αστάθειας και κρίσεων.
Ωστόσο, ακόμη και η συμφωνία σε μια κοινή διάγνωση των προβλημάτων θεωρείται δύσκολη. Οι μεγαλύτερες ανησυχίες των επενδυτών αφορούν κυρίως τη δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ.
Την περασμένη εβδομάδα, οι αποδόσεις των διετών αμερικανικών ομολόγων άγγιξαν τα υψηλότερα επίπεδα από τον Μάρτιο του 2025, ενώ στην Ιαπωνία η απόδοση του 30ετούς ομολόγου έφθασε στο 4% για πρώτη φορά από το 1999. Στη Βρετανία, η πολιτική κρίση οδήγησε τις αντίστοιχες αποδόσεις σε υψηλό 28 ετών.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, ο δανεισμός των ΗΠΑ αυξάνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη ανεπτυγμένη οικονομία, με το δημόσιο χρέος να ξεπερνά πλέον το 100% του ΑΕΠ. Παράλληλα οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν αυξηθεί κατά 51% στα τα 4,51 δολάρια ανά γαλόνι, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ των χωρών του G7. Η Σχολή Διεθνών και Δημόσιων Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Μπράουν εκτιμά ότι το πλήγμα στους καταναλωτές από τις αυξημένες τιμές βενζίνης και ντίζελ είχε φτάσει τα $41,5 δισ. έως το βράδυ της Κυριακής, δηλαδή 316 δολάρια για κάθε νοικοκυριό.
Οι υψηλότερες τιμές στα καύσιμα δεν έχουν επιβαρύνει μόνο τους οδηγούς, αλλά έχουν αυξήσει το κόστος σε πληθώρα αγαθών και υπηρεσιών — από τα τρόφιμα μέχρι τα αεροπορικά εισιτήρια — καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται και σε άλλους τομείς της οικονομίας.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ αναμένεται να επαναλάβει τη θέση της κυβέρνησης Τραμπ ότι η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη αποτελεί τον καλύτερο τρόπο περιορισμού του χρέους.
Το φάντασμα μιας σοβαρής πτώσης των παγκόσμιων επιτοκίων πλανάται ήδη πάνω από τη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών του G7. Αρκετοί κεντρικοί τραπεζίτες, από στο Παρίσι, εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για την επιδείνωση των εντάσεων στην αγορά ομολόγων. Κι αυτό δυσκολεύει τις κυβερνήσεις και τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Το δημόσιο χρέος αυξάνεται σταθερά τα τελευταία χρόνια και η απότομη αύξηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων -πάνω από 3,8% στη Γαλλία, 3,9% στην Ιταλία, 4,6% στις ΗΠΑ και 5,1% στη Βρετανία- μπορεί να αυξήσει επικίνδυνα το βάρος των πληρωμών τόκων, ιδίως για τις χώρες που αντιμετωπίζουν τις πιο δύσκολες οικονομικές καταστάσεις.
Σε τέτοια επίπεδα, τα επιτόκια απειλούν επίσης να εκτροχιάσουν τη θετική δυναμική των παγκόσμιων χρηματιστηριακών αγορών.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ © EPA/Magnus Lejhall
G7, Κίνα και βιομηχανική κυριαρχία
Σε μια προσπάθεια διεύρυνσης της συζήτησης, η Γαλλία έχει προσκαλέσει την Ινδία, τη Βραζιλία, τη Νότια Κορέα και την Κένυα στις συνομιλίες της Τρίτης, επιδιώκοντας την έκδοση ξεχωριστού κοινού ανακοινωθέντος.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται πιο πρόθυμες να συντονιστούν με τις ΗΠΑ σε ό,τι αφορά τη μείωση της εξάρτησης από την Κίνα σε κρίσιμες πρώτες ύλες και βιομηχανικά υλικά, τα οποία είναι απαραίτητα για τεχνολογίες αιχμής, την άμυνα και τα ηλεκτρικά οχήματα.
Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει τη βιομηχανική της κυριαρχία, καλώντας εταιρείες όπως η Stellantis και η Renault να προτιμούν ευρωπαίους προμηθευτές, ώστε να διατηρηθούν θέσεις εργασίας και τεχνογνωσία εντός της ηπείρου. «Η βιομηχανική κυριαρχία πρέπει να αποτελέσει συλλογική μάχη», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Η Αυστραλία εντείνει τις κινήσεις προστασίας του στρατηγικού τομέα των σπάνιων γαιών, ζητώντας από έξι μετόχους της εταιρείας Northern Minerals να πουλήσουν τα μερίδιά τους. Η απόφαση εντάσσεται στην προσπάθεια της Καμπέρας να περιορίσει την ξένη, κυρίως κινεζική, επιρροή σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Από τους έξι μετόχους, τρεις συνδέονται με την Κίνα, δύο με το Χονγκ Κονγκ και ένας με τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Η Κίνα ελέγχει σήμερα το 80%-90% της παγκόσμιας παραγωγής σπάνιων γαιών, γεγονός που αυξάνει τη γεωοικονομική σημασία του κλάδου την ώρα της συνόδου G7 στο Παρίσι.

Ρολάν Λεσκiρ © www.info.gouv.fr
Η σύνοδος του G7 στο Παρίσι διεξάγεται υπό τη σκιά γεωπολιτικών εντάσεων και νέων ανησυχιών για την παγκόσμια ανάπτυξη, καθώς η Γερμανία ζητά ενίσχυση της ανθεκτικότητας στις εφοδιαστικές αλυσίδες και η κινεζική οικονομία εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης.
Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Λαρς Κλίνγκμπαϊλ κάλεσε τους εταίρους του G7 να ενισχύσουν τη συνεργασία σε πρώτες ύλες, ενέργεια και εφοδιαστικές αλυσίδες, προκειμένου να μειωθεί η ευπάθεια των οικονομιών απέναντι σε γεωπολιτικές κρίσεις, όπως ο πόλεμος με το Ιράν.
«Οι σημερινές κρίσεις δείχνουν ότι είναι οικονομικά και πολιτικά κρίσιμο για τη Γερμανία και την Ευρώπη να γίνουν πιο ανεξάρτητες και πιο ανθεκτικές», ανέφερε ο Κλίνγκμπαϊλ σε δήλωσή του πριν από τη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών του G7 στο Παρίσι.

Φρίντριχ Μερτς και Λαρς Κλινγκμπάιλ © EPA/HANNIBAL HANSCHKE
G7: Στο επίκεντρο εφοδιαστικές αλυσίδες και Ουκρανία
Ο Γερμανός υπουργός σημείωσε ότι η συμμετοχή χωρών όπως η Βραζιλία, η Ινδία, η Νότια Κορέα και η Κένυα στη διήμερη σύνοδο αποτελεί ευκαιρία για τη δημιουργία νέων στρατηγικών συνεργασιών σε κρίσιμους τομείς.
«Δεν πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας τον βίαιο επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας», υπογράμμισε ο Κλίνγκμπαϊλ, ο οποίος εκτελεί παράλληλα και χρέη αντικαγκελάριου.
Σύμφωνα με το Bloomberg, στο περιθώριο της συνόδου, ο Γερμανός υπουργός αναμένεται να υπογράψει νέα συμφωνία αποφυγής διπλής φορολόγησης με τον Ουκρανό ομόλογό του, Σερχίι Μαρτσένκο.

Ο Πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο © EPA/Maxim Shemetov
Η επιβράδυνση της Κίνας προβληματίζει το G7
Την ίδια στιγμή, νέα στοιχεία από την Κίνα εντείνουν τις ανησυχίες για την παγκόσμια οικονομία και επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για πρόσθετα μέτρα στήριξης από το Πεκίνο.
Τα επίσημα στοιχεία για τον Απρίλιο έδειξαν γενικευμένη επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας, με τις επενδύσεις να επιστρέφουν σε αρνητικό έδαφος και την κατανάλωση να αποδυναμώνεται αισθητά.
Οι επενδύσεις παγίων μειώθηκαν κατά 1,6% στο πρώτο τετράμηνο του 2026, ενώ η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε μόλις κατά 4,1% — ο χαμηλότερος ρυθμός των τελευταίων σχεδόν τριών ετών. Παράλληλα, οι λιανικές πωλήσεις αυξήθηκαν μόλις κατά 0,2% τον Απρίλιο, καταγράφοντας τη χειρότερη επίδοση μετά το άνοιγμα της κινεζικής οικονομίας μετά την πανδημία.

Νέα σενάρια για τόνωση της κινεζικής οικονομίας
Η εικόνα αυτή ενισχύει τις πιέσεις προς τις κινεζικές αρχές να προχωρήσουν σε πιο επιθετική οικονομική στήριξη, παρά το γεγονός ότι μέχρι στιγμής το Πεκίνο αποφεύγει νέα μέτρα χαλάρωσης.
Ολοένα περισσότεροι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας ενδέχεται να αποφύγει τη μείωση επιτοκίων εντός του έτους, λόγω των πληθωριστικών πιέσεων από την άνοδο των τιμών ενέργειας. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές εξακολουθούν να αναμένουν μείωση των υποχρεωτικών αποθεματικών των τραπεζών, ώστε να ενισχυθεί η ρευστότητα.
Η επόμενη κρίσιμη στιγμή για πιθανές αποφάσεις στήριξης θεωρείται η συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας τον Ιούλιο, όπου θα επανεξεταστούν οι στόχοι ανάπτυξης και η οικονομική πολιτική της χώρας, με το G7 να κρατά την ανάσα του σε περίοδο πολικρίσης στον πλανήτη.
