Η επιχείρηση «Project Freedom» των ΗΠΑ στο Ιράν για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ προκαλεί επιφυλάξεις. Η κίνηση μοιάζει σαν επιχείρηση διαφυγής από την απραξία και στασιμότητα των τελευταίων ημερών και δείχνει πόσο εύθραυστη είναι η εκεχειρία ΗΠΑ-Ιράν οδηγώντας σε νέες εχθροπραξίες και πλήγματα στις οικονομίες σε Ευρώπη, ΗΠΑ και Ιράν.
Οι ΗΠΑ προσπαθούν να δείξουν ότι τα πράγματα είναι ήπια. Η Τεχεράνη δεν παραβίασε την εκεχειρία ανακοίνωσε το Πεντάγωνο μετά τη νέα ένταση στα Στενά του Ορμούζ. Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε ότι το Πεντάγωνο «δεν επιδιώκει σύγκρουση», αλλά να προστατεύσει τη ναυσιπλοΐα και κάλεσε το Ιράν να επιδείξει σύνεση.Υποχωρεί το Βrent. Οι οικονομικές επιπτώσεις είναι όμως εδώ.
Η οικονομία του Ιράν πιέζεται δραματικά από τον αποκλεισμό των ΗΠΑ στα ιρανικά λιμάνια, ενώ οι επιπτώσεις από τα κλειστά Στενά του Ορμούζ δεν αφορούν μόνο τις τιμές ενέργειας που παραμένουν στα ύψη. Ήδη κλονίζουν την αμερικανική οικονομία παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις Τραμπ και φυσικά προκαλούν τριγμούς στην οικονομία της Ευρώπης, με τα σημάδια στασιμοπληθωρισμού να απειλούν και τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Η οικονομία του Ιράν βρίσκεται σε βαθιά κρίση, καθώς ο πόλεμος, οι κυρώσεις και οι εσωτερικές ανισορροπίες επιβαρύνουν δραματικά τα δημόσια οικονομικά. Πληθωρισμός, ανεργία και νομισματική κατάρρευση εντείνουν την πίεση στο καθεστώς και περιορίζουν τα περιθώρια διαπραγμάτευσης.
Η οικονομία του Ιράν μπορεί να μην καταρρέει με τον τρόπο που είχε προβλέψει ο Ντόναλντ Τραμπ, ωστόσο βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές και πολυεπίπεδες πιέσεις. Ο συνδυασμός τεράστιου κόστους πολεμικών ζημιών, εκρηκτικού πληθωρισμού, υποτίμησης του νομίσματος, αυξανόμενης ανεργίας και συρρίκνωσης των πετρελαϊκών εσόδων δημιουργεί ένα εκρηκτικό οικονομικό μείγμα.
Ενδεικτικά, εκτιμήσεις που κυκλοφορούν στα ιρανικά μέσα ενημέρωσης κάνουν λόγο για ζημιές από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις που φτάνουν έως και εννέα φορές το μέγεθος του περσινού κρατικού προϋπολογισμού. Παράλληλα, το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών προειδοποιεί ότι επιπλέον 4,1 εκατομμύρια πολίτες ενδέχεται να οδηγηθούν στη φτώχεια.
Ιράν: Οικονομική κρίση από κυρώσεις και ενεργειακό αποκλεισμό
Η στρατηγική των ΗΠΑ βασίστηκε στην εκτίμηση ότι ο ναυτικός αποκλεισμός θα στερήσει από την Τεχεράνη έως και 175 εκατ. δολάρια ημερησίως από εξαγωγές πετρελαίου, εμποδίζοντας τη διέλευση δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε μάλιστα προβλέψει ότι η έλλειψη αποθηκευτικού χώρου θα οδηγούσε σε καταστροφικές συνέπειες για τα πετρελαϊκά κοιτάσματα.
Παρά τις πιέσεις, η πλήρης ασφυξία δεν έχει ακόμη επέλθει. Ορισμένα δεξαμενόπλοια καταφέρνουν να διαπεράσουν τον αποκλεισμό, ενώ τεχνικές όπως η καύση πλεονάζοντος πετρελαίου περιορίζουν προσωρινά το πρόβλημα αποθήκευσης. Εκτιμήσεις αναφέρουν ότι το Ιράν διαθέτει ακόμη έως τρεις εβδομάδες διαθέσιμης χωρητικότητας.
Ωστόσο, η πίεση μεταφέρεται στο εσωτερικό της οικονομίας. Το νόμισμα (τομάν) έχει υποχωρήσει σχεδόν 22%, φτάνοντας τις 190.000 μονάδες ανά δολάριο. Ο πληθωρισμός αγγίζει το 73,5%, ενώ οι τιμές τροφίμων έχουν εκτοξευθεί κατά 115%.
Το κράτος εξετάζει την αύξηση των επιδομάτων προς τους πολίτες, κίνηση που ενδέχεται να τροφοδοτήσει περαιτέρω τον πληθωρισμό. Την ίδια στιγμή, ο κατώτατος μισθός παραμένει εξαιρετικά χαμηλός — κάτω από 100 δολάρια μηνιαίως — καθιστώντας βασικά αγαθά, όπως εισαγόμενα αυτοκίνητα ή τεχνολογικά προϊόντα, απρόσιτα.
Ιράν: Ανεργία και κατάρρευση επιχειρήσεων
Οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία είναι εξίσου δραματικές. Περισσότερες από 23.000 επιχειρήσεις έχουν πληγεί από αεροπορικές επιθέσεις, με αποτέλεσμα την απώλεια περίπου ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας. Η ανεργία αυξάνεται ραγδαία, πλήττοντας ιδιαίτερα τον ψηφιακό τομέα.
Η παρατεταμένη διακοπή του διαδικτύου έχει επιδεινώσει την κατάσταση, με μεγάλες επιχειρήσεις να καταγράφουν πτώση πωλήσεων έως και 50%. Για τις μικρότερες επιχειρήσεις, η ζημιά θεωρείται ακόμη μεγαλύτερη, απειλώντας τη βιωσιμότητά τους.
Παράλληλα, η κοινωνική πίεση εντείνεται. Η έλλειψη νερού, με αρκετές επαρχίες να βρίσκονται σε καθεστώς ξηρασίας για έκτη συνεχόμενη χρονιά, επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση. Η δημόσια συζήτηση περιορίζεται από λογοκρισία και περιορισμούς στο διαδίκτυο, γεγονός που δυσκολεύει την ανάδειξη εναλλακτικών πολιτικών.
Η οικονομική πραγματικότητα περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών της ηγεσίας, αναφέρει ανάλυση στο BBC. Το Ιράν δεν είναι άτρωτο στις πιέσεις, και η ισορροπία μεταξύ γεωπολιτικής στρατηγικής και οικονομικής επιβίωσης γίνεται ολοένα πιο εύθραυστη.
Ιράν: Η ενεργειακή κρίση χτυπά τις ΗΠΑ
Η ενεργειακή κρίση στις ΗΠΑ αποκτά όλο και πιο έντονα χαρακτηριστικά, καθώς η εκτόξευση των τιμών καυσίμων επιβαρύνει τόσο τα νοικοκυριά όσο και την οικονομική δραστηριότητα, με τον Τραμπ να χάνει τη μάχη της αντλίας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, η μέση τιμή της βενζίνης ανέρχεται πλέον στα 4,457 δολάρια ανά γαλόνι, επίπεδο που για τα ευρωπαϊκά δεδομένα μπορεί να μοιάζει συγκρατημένο, αλλά για τους Αμερικανούς συνιστά σοβαρό πλήγμα στο διαθέσιμο εισόδημα.
Μέσα σε μόλις μία εβδομάδα, η τιμή της αμόλυβδης αυξήθηκε κατά περισσότερο από 8%, ενώ από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιχειρήσεων στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου καταγράφεται άνοδος άνω του 47%. Την ίδια στιγμή, τα αποθέματα βενζίνης συνεχίζουν να μειώνονται για 11η διαδοχική εβδομάδα, υποχωρώντας κατά 6,1 εκατομμύρια βαρέλια, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για την επάρκεια της αγοράς.
Η εικόνα διαφοροποιείται έντονα μεταξύ των πολιτειών. Στην Καλιφόρνια, η τιμή αγγίζει τα 5,84 δολάρια ανά γαλόνι, επηρεασμένη από το κλείσιμο διυλιστηρίων που περιόρισε έως και 21% της παραγωγικής ικανότητας, καθώς και από αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο. Αντίθετα, στην Οκλαχόμα το κόστος παραμένει σημαντικά χαμηλότερο, στα 3,38 δολάρια.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατάσταση στο ντίζελ, με αυξήσεις έως και σχεδόν 70% σε ορισμένες πολιτείες, όπως η Αριζόνα και η Νότια Καρολίνα, ενώ ο εθνικός μέσος όρος διαμορφώνεται στα 5,43 δολάρια ανά γαλόνι.

Καύσιμα, αντλίες βενζίνης © Freepik
Πλήγμα στον αγροτικό τομέα των ΗΠΑ λόγω Ιράν
Το αυξημένο κόστος ενέργειας δεν πλήττει μόνο τους οδηγούς στις ΗΠΑ, αλλά και τον αγροτικό τομέα, δημιουργώντας σοβαρές πιέσεις στη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων. Η τιμή του αγροτικού ντίζελ έχει εκτοξευθεί κατά 46% από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, επιβαρύνοντας σημαντικά βασικές δραστηριότητες όπως οι καλλιεργητικές εργασίες, η μεταφορά λιπασμάτων και η άρδευση, σε μια κρίσιμη περίοδο για τις ανοιξιάτικες σπορές.
Παράλληλα, οι τιμές των λιπασμάτων ακολουθούν ανοδική πορεία, καθώς σχεδόν το ένα τρίτο της παγκόσμιας διακίνησής τους διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, περιοχή που επηρεάζεται άμεσα από τη γεωπολιτική ένταση. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Αγροτών (Farm Bureau), σχεδόν το 70% των παραγωγών δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά την ποσότητα λιπασμάτων που απαιτείται για τη διατήρηση της παραγωγής.
Οι πιέσεις αυτές αντανακλώνται και στα στοιχεία για τις χρεοκοπίες. Οι αγροτικές πτωχεύσεις στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 55% το 2024 και κατά 46% το 2025, ενώ το 2026 καταγράφεται νέα άνοδος της τάξης του 70%, σύμφωνα με δημοσίευμα της The New York Times.
Το δυσμενές αυτό περιβάλλον δημιουργεί πολιτικές προκλήσεις για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο επιδιώκει να διατηρήσει την επιρροή του στις αγροτικές περιοχές. Σε αυτό το πλαίσιο, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς αναμένεται να επισκεφθεί την Αϊόβα, με στόχο να ενισχύσει την εκστρατεία του βουλευτή Ζακ Ναν, ο οποίος κατέχει μια ιδιαίτερα αμφίρροπη έδρα.
Παρά τις εκτιμήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για ταχεία αποκλιμάκωση μετά το τέλος των συγκρούσεων, οι αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί, προειδοποιώντας ότι η επιστροφή σε ομαλά επίπεδα θα απαιτήσει χρόνο. Ορισμένοι, μάλιστα, δεν αποκλείουν ένα δυσμενέστερο σενάριο, όπου η αποκλιμάκωση θα προέλθει μόνο μέσω επιβράδυνσης της οικονομίας και μείωσης της ζήτησης.

Νέες προειδοποιήσεις από την Κριστίν Λαγκάρντ © EPA/OLIVIER MATTHYS
Ευρωζώνη μπροστά στον στασιμοπληθωρισμό που απειλεί και τις ΗΠΑ
Στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού νέα οικονομικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο πόλεμος στο Ιράν ωθεί την Ευρώπη σε έναν επικίνδυνο συνδυασμό χαμηλής ανάπτυξης και υψηλού πληθωρισμού. Η οικονομία της ευρωζώνης κατέγραψε αύξηση μόλις 0,1% το πρώτο τρίμηνο, ενώ ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 3%, με την καταναλωτική εμπιστοσύνη να υποχωρεί, προμηνύοντας πτώση της ζήτησης.
Η κατάσταση αυτή ενδέχεται να σηματοδοτεί «τα πρώτα στάδια ενός στασιμοπληθωριστικού σοκ», σύμφωνα με ανάλυση της HSBC. Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν επιβεβαιώνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα παραμένει στάσιμη, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται.
Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3% τον Απρίλιο, από 2,6% τον Μάρτιο και 1,9% έναν μήνα νωρίτερα, υπερβαίνοντας τον στόχο του 2% που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Η άνοδος των τιμών οφείλεται κυρίως στο ενεργειακό κόστος, το οποίο αυξήθηκε κατά 10,9%, έναντι 5,1% τον προηγούμενο μήνα, σύμφωνα με τη Eurostat. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη σύγκρουση στο Ιράν και την εκτόξευση των τιμών καυσίμων.
Η αύξηση του πληθωρισμού ασκεί έντονες πιέσεις στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, οι οποίοι καλούνται να εξετάσουν το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ΕΚΤ διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια κατά τη συνεδρίαση του Απριλίου, παρά την αισθητή επιτάχυνση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της τράπεζας αποφάσισε να κρατήσει το βασικό επιτόκιο καταθέσεων στο 2%, επιλέγοντας στάση αναμονής σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας με την οικονομια σχεδόν στάσιμη. Η απόφαση ελήφθη μετά τη δημοσίευση προκαταρκτικών στοιχείων που έδειξαν ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3% τον Απρίλιο.
«Η οικονομία της ευρωζώνης έδειχνε κάποια δυναμική όταν ξεκίνησε η τρέχουσα αναταραχή» δήλωσε η Κριστίν Λαγκάρντ, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. «Ωστόσο, τα εισερχόμενα στοιχεία υποδηλώνουν ότι ο πόλεμος επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα και οι έρευνες δείχνουν επιβράδυνση της ανάπτυξης, καθώς οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις έχουν γίνει λιγότερο αισιόδοξοι για το μέλλον. Αναφέρει επίσης μεγαλύτερους χρόνους παράδοσης και μείωση της ζήτησης εργασίας»..\

Δεκάδες ακινητοποιημένα δεξαμενόπλοια μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το καθεστώς του Ιράν © Χ.com
Αμφιβολίες από τις ναυτιλιακές εταιρείες – Αβεβαιότητα στη ναυσιπλοΐα
Οι νέες εξελίξεις προκαλούν αμφιβολίες στις ναυτιλιακές εταιρείες που τις ζώνουν τα φίδια. Από τις πρώτες κιόλας ώρες της επιχείρησης «Project Freedom», που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ με στόχο την «απελευθέρωση» των πλοίων που έχουν εγκλωβιστεί στον Περσικό Κόλπο και τη διευκόλυνση της διέλευσής τους από τα Στενά του Ορμούζ, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) γνωστοποίησε ότι αντιτορπιλικά του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού με κατευθυνόμενους πυραύλους επιχειρούν ήδη στην περιοχή.
Παράλληλα, δύο εμπορικά πλοία υπό αμερικανική σημαία κατάφεραν να διασχίσουν επιτυχώς τα Στενά και να συνεχίσουν με ασφάλεια την πορεία τους. Ωστόσο, η εικόνα αυτή απέχει σημαντικά από την ευρύτερη πραγματικότητα, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των περίπου 300 έως 400 δεξαμενόπλοιων και πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που παραμένουν εγκλωβισμένα εδώ και πάνω από δύο μήνες δεν φέρουν αμερικανική σημαία.
Η αμερικανική υπόσχεση για ασφαλή συνοδεία δεν φαίνεται να έχει πείσει τους πλοιοκτήτες και τις ασφαλιστικές εταιρείες, με την εμπιστοσύνη να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση Ναυτικών ITF, που εκπροσωπεί περίπου 600.000 ναυτικούς, δεν τίθεται ζήτημα επανέναρξης των δρομολογίων χωρίς ισχυρές εγγυήσεις ασφάλειας.
Όπως επισημαίνεται, «δεν είναι σαφές πώς το “Project Freedom” θα διασφαλίσει την ασφαλή απομάκρυνση των πλοίων, ενώ το Ιράν δεν έχει παράσχει καμία εγγύηση για την ελεύθερη διέλευση». Η οργάνωση τονίζει ότι η ελευθερία της ναυσιπλοΐας πρέπει να αποκατασταθεί βάσει του διεθνούς δικαίου, μέσα από συντονισμένες και διαφανείς διαδικασίες που θα θέτουν ως προτεραιότητα την ασφάλεια των ναυτικών.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι πλοιοκτήτες, εκφράζοντας έντονο σκεπτικισμό. Όπως αναφέρουν, δεν έχουν λάβει συγκεκριμένα επιχειρησιακά σχέδια από τις ΗΠΑ, ενώ αποθαρρύνουν προς το παρόν οποιαδήποτε κίνηση πλοίων στην περιοχή. Ορισμένοι μάλιστα εκτιμούν ότι η πρωτοβουλία ενδέχεται να αποτελεί περισσότερο εργαλείο πίεσης για τη συγκράτηση των τιμών του πετρελαίου — αν και αυτές κατέγραψαν νέα άνοδο.
Κανένας δεν ξέρει τι έπεται κι αν τελικά η κατάπαυση του πυρός θα κρατήσει, ώστε να παραμείνει ζωντανή η διπλωματική οδός μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, σχολιάζει σε ανάλυσή του το CNN. «Είναι πολύ άσχημη και χαώδης η κατάσταση αυτή τη στιγμή», περιγράφει αξιωματούχος των ΗΠΑ.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Τραμπ εμφανίζεται πλέον πιο επιφυλακτικός απέναντι στη στρατιωτική λύση. Όπως σημειώνει ο ειδικός σε θέματα Ιράν Βάλι Νασρ, η αρχική εκτίμηση ότι οι βομβαρδισμοί θα οδηγούσαν σε γρήγορη νίκη αποδείχθηκε λανθασμένη. Αυτό ενδέχεται να εξηγεί τη διστακτικότητα του προέδρου να διατάξει νέες επιθέσεις, παρά την αυξανόμενη πίεση.

Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίγνκ © Χ.com
Ο παράγοντας Κίνα
Το ράλι στις τιμές ενέργειας, αλλά και η επικείμενη επίσκεψη του Τραμπ στην Κίνα, δημιούργησαν τεράστια πίεση για να βρεθεί ένας τρόπος να αρχίσουν τα πλοία να κινούνται ξανά στο Ορμούζ, έπειτα από εβδομάδες ακινησίας και αβεβαιότητας.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ απειλεί να επισκιάσει και τη συνάντηση του Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, αναφέρει η WSJ. Οι ΗΠΑ ζητούν από το Πεκίνο να πιέσει την Τεχεράνη να αποκλιμακώσει την ένταση, όμως τα μηνύματα από την Κίνα δεν είναι ενθαρρυντικά.
Την περασμένη εβδομάδα, το Υπουργείο Εμπορίου της Κίνας διέταξε πέντε κινεζικά διυλιστήρια να μην συμμορφωθούν με τις κυρώσεις των ΗΠΑ που τα στοχοποιούν λόγω των δεσμών τους με τον πετρελαϊκό τομέα του Ιράν, ένα σημάδι ότι το Πεκίνο είναι απίθανο να ακούσει την Ουάσινγκτον. Ο Γκράχαμ, ο γερουσιαστής και έμπιστος άνθρωπος του Τραμπ, προέτρεψε τον πρόεδρο να επιλύσει την κρίση στα Στενά πριν πετάξει για την Κίνα, ένα κράτος που παρέχει υλική και οικονομική υποστήριξη στο Ιράν.
Οπως αναφέρει το CNN, η πολυαναμενόμενη επίσκεψη του Τραμπ στο Πεκίνο την επόμενη εβδομάδα θα μπορούσε να περιπλέξει την απόφασή του να ξαναρχίσει τον πόλεμο με το Ιράν. Αρχικά ανέβαλε το ταξίδι, ενώ η σύγκρουση μαινόταν. Η Κίνα ζήτησε το άνοιγμα του Ορμούζ, από όπου διέρχονται πολλά από τα ενεργειακά προϊόντα στα οποία βασίζεται.
Η άφιξή του στο Πεκίνο με τη σύγκρουση στην καλύτερη περίπτωση να μην έχει επιλυθεί – ή στη χειρότερη να έχει αναζωπυρωθεί για τα καλά – θα μπορούσε να φέρει τον Τραμπ σε αποδυναμωμένη θέση στις συνομιλίες του με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ.