Οι επιθέσεις σε αμερικανικά πλοία δοκιμάζουν την επιθυμία του Τραμπ να σταματήσει τον πόλεμο

Από μία κλωστή κρέμεται η εκεχειρία ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν. Το δίλημμα Τραμπ και οι εσωτερικές πιέσεις για άμεση απάντηση

Ο Ντόναλντ Τραμπ © EPA/WILL OLIVER

Οι επιθέσεις που εξαπέλυσε το Ιράν εναντίον αμερικανικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ φέρνουν τον Ντόναλντ Τραμπ αντιμέτωπο με ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε να κλιμακώσει στρατιωτικά τη σύγκρουση είτε να επιμείνει στη διπλωματική οδό, σε μια περίοδο που ο ίδιος δηλώνει ότι επιθυμεί τον γρήγορο τερματισμό του πολέμου. Μιλώντας τη Δευτέρα από τον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ χαρακτήρισε τις τελευταίες εξελίξεις ως έναν «μικρό πόλεμο», επιχειρώντας να υποβαθμίσει την ένταση. Ωστόσο, τα γεγονότα δείχνουν ότι η κατάσταση κάθε άλλο παρά ελεγχόμενη είναι.

Επιθέσεις και εύθραυστη εκεχειρία

Η εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δοκιμάστηκε σοβαρά όταν ιρανικές δυνάμεις εκτόξευσαν πυραύλους cruise και άλλα βλήματα εναντίον αμερικανικών πολεμικών πλοίων, αλλά και εμπορικών σκαφών που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με τη Διοίκηση Κεντρικών Δυνάμεων των ΗΠΑ, αμερικανικά ελικόπτερα Apache κατέστρεψαν ταχύπλοα σκάφη του Ιράν που παρενοχλούσαν τη ναυσιπλοΐα. Παρά την ένταση, ο Τραμπ απέφυγε να δηλώσει ότι η Τεχεράνη παραβίασε την εκεχειρία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να συνεχιστούν οι διπλωματικές προσπάθειες. Την ίδια στιγμή, κάλεσε τη Νότια Κορέα να εμπλακεί περισσότερο στην ασφάλεια της περιοχής, μετά από περιστατικό με πλοίο της που τυλίχθηκε στις φλόγες.

Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ πέτυχαν να οδηγήσουν ορισμένα πλοία εκτός των Στενών, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (IMO) αναφέρει ότι περίπου 1.600 πλοία και 20.000 ναυτικοί παραμένουν εγκλωβισμένοι στον Περσικό Κόλπο. Οι ασφαλιστικές εταιρείες αρνούνται να καλύψουν τα πλοία που διασχίζουν την περιοχή, ενώ οι μεγάλες ναυτιλιακές, όπως η Maersk και η Hapag-Lloyd, παραμένουν επιφυλακτικές. Αν οι επιθέσεις σε υποδομές των ΗΑΕ συνεχιστούν και το Ιράν επιμείνει στον αποκλεισμό, η εκεχειρία του Απριλίου θα αποτελεί σύντομα παρελθόν, δίνοντας τη θέση της σε μια γενικευμένη περιφερειακή σύρραξη με απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.

Στρατιωτική απάντηση ή διαπραγμάτευση, το δίλημμα Τραμπ

Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, ο Τραμπ ταλαντεύεται εδώ και ημέρες ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες επιλογές, από τη μία, να επιβάλει σκληρή τιμωρία στο Ιράν για τη συνέχιση του πυρηνικού του προγράμματος και από την άλλη, να αποφύγει μια επικίνδυνη κλιμάκωση που θα εμπλέξει βαθύτερα τις ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Ο ίδιος εμφανίζεται να προτιμά μια διαπραγματευτική λύση, που θα βάλει τέλος τόσο στις πυρηνικές φιλοδοξίες της Τεχεράνης όσο και στη σύγκρουση που έχει ήδη επηρεάσει τις τιμές της ενέργειας και την παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, μετά τις τελευταίες επιθέσεις, καλείται να αποφασίσει αν θα διατάξει νέα αεροπορικά πλήγματα ή αν θα αγνοήσει τις προκλήσεις.
Σε δηλώσεις του, εμφανίστηκε βέβαιος για την τελική έκβαση: «Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα κερδίσουμε. Είτε θα πετύχουμε μια καλή συμφωνία είτε θα επικρατήσουμε στρατιωτικά πολύ εύκολα».

Πιέσεις για αντίποινα

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αυξάνονται οι πιέσεις προς τον Τραμπ για άμεση και δυναμική απάντηση. Όπως γράφει η WSJ, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκρέιαμ υποστήριξε ότι το Ιράν «παραβίασε ξεκάθαρα» την εκεχειρία και ζήτησε ένα «ισχυρό, επώδυνο και σύντομο» πλήγμα. Ο Τραμπ, ωστόσο, εμφανίζεται απρόθυμος να επιστρέψει σε μια εκτεταμένη στρατιωτική εκστρατεία, παρά τη δυσαρέσκειά του για τη στάση της Τεχεράνης στις διαπραγματεύσεις.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι δήλωσε ότι ο Τραμπ διατηρεί όλες τις επιλογές ανοιχτές ενώ επιδιώκει μια διευθέτηση με το Ιράν. «Ο πρόεδρος έχει όλα τα χαρτιά καθώς οι διαπραγματευτές συνεχίζουν να εργάζονται για να διασφαλίσουν ότι το Ιράν δεν θα μπορέσει ποτέ να κατέχει πυρηνικά όπλα», δήλωσε η Κέλι.

Το δίλημμα του Τραμπ δεν έχει εμποδίσει την κυβέρνηση να ακολουθήσει μια πολιτική σταδιακής αύξησης της πίεσης στο Ιράν. Μετά την έναρξη της εκεχειρίας στις 7 Απριλίου, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν συνομιλίες για την αποδέσμευση του Ιράν από την πυρηνική του υποδομή και το εμπλουτισμένο ουράνιο. Η Τεχεράνη αντιστάθηκε, με αποτέλεσμα η Ουάσιγκτον στις 13 Απριλίου να επιβάλει αποκλεισμό στα πλοία που πηγαίνουν και προέρχονται από ιρανικά λιμάνια. Οι προσπάθειες για επίτευξη συμφωνίας απέτυχαν, αλλά ο Τραμπ ήταν βέβαιος ότι η κίνηση θα είχε αποτέλεσμα, λέγοντας στους δημοσιογράφους ότι ήταν «100% αλάνθαστη».

Το «Project Freedom» και η αποτυχία αποτροπής

Αντί για άμεση κλιμάκωση, ο Τραμπ ενέκρινε ένα ενδιάμεσο σχέδιο, γνωστό ως «Project Freedom», που στόχο έχει την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ μέσω παροχής πληροφοριών και συντονισμού. Το σχέδιο θεωρήθηκε μια «μέση λύση» ανάμεσα σε πλήρη πόλεμο και πλήρη αποκλεισμό του Ιράν. Ωστόσο, μέσα σε λίγες ώρες από την έναρξή του, η Τεχεράνη απάντησε επιθετικά, εκτοξεύοντας πυραύλους και εντείνοντας τις επιθέσεις της, ακόμη και εναντίον στόχων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι οποιαδήποτε παρεμπόδιση της επιχείρησης θα αντιμετωπιστεί «με ισχυρή δύναμη».

Αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Τραμπ εμφανίζεται πλέον πιο επιφυλακτικός απέναντι στη στρατιωτική λύση. Όπως σημειώνει ο ειδικός σε θέματα Ιράν Βάλι Νασρ, η αρχική εκτίμηση ότι οι βομβαρδισμοί θα οδηγούσαν σε γρήγορη νίκη αποδείχθηκε λανθασμένη. Αυτό ενδέχεται να εξηγεί τη διστακτικότητα του προέδρου να διατάξει νέες επιθέσεις, παρά την αυξανόμενη πίεση.

Ο ρόλος της Κίνας

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ απειλεί να επισκιάσει και τη συνάντηση του Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ, αναφέρει η WSJ. Οι ΗΠΑ ζητούν από το Πεκίνο να πιέσει την Τεχεράνη να αποκλιμακώσει την ένταση, όμως τα μηνύματα από την Κίνα δεν είναι ενθαρρυντικά.

Την περασμένη εβδομάδα, το Υπουργείο Εμπορίου της Κίνας διέταξε πέντε κινεζικά διυλιστήρια να μην συμμορφωθούν με τις κυρώσεις των ΗΠΑ που τα στοχοποιούν λόγω των δεσμών τους με τον πετρελαϊκό τομέα του Ιράν, ένα σημάδι ότι το Πεκίνο είναι απίθανο να ακούσει την Ουάσινγκτον. Ο Γκράχαμ, ο γερουσιαστής και έμπιστος άνθρωπος του Τραμπ, προέτρεψε τον πρόεδρο να επιλύσει την κρίση στα Στενά πριν πετάξει για την Κίνα, ένα έθνος που παρέχει υλική και οικονομική υποστήριξη στο Ιράν.

«Ενώ θέλουμε σταθερές σχέσεις», είπε ο Γκράχαμ, «δεν αστειευόμαστε».

Πτώση στις τιμές πετρελαίου εν μέσω εντάσεων

Οι διεθνείς τιμές πετρελαίου υποχώρησαν την Τρίτη, καθώς οι αγορές αξιολογούν εκ νέου τον κίνδυνο διαταραχών στην προσφορά, μετά την αναζωπύρωση της έντασης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν και τα νέα επεισόδια στα Στενά του Ορμούζ. Παρά τα ισχυρά κέρδη της προηγούμενης συνεδρίασης, το διεθνές σημείο αναφοράς Brent κατέγραψε πτώση 0,7%, διαμορφούμενο στα 113,66 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate (WTI) υποχώρησε κατά 1,9%, στα 104,39 δολάρια. Τη Δευτέρα, ωστόσο, και οι δύο δείκτες είχαν ενισχυθεί σημαντικά, κατά 6% και 4% αντίστοιχα.

Παρά το γεγονός ότι τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου δεν έχουν ακόμη φτάσει σε κρίσιμα επίπεδα, η Goldman Sachs προειδοποιεί ότι η ταχύτητα με την οποία μειώνονται, σε συνδυασμό με την άνιση γεωγραφική κατανομή τους, εντείνει τον κίνδυνο τοπικών ελλείψεων. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ταχεία εξάντληση των διαθέσιμων αποθεμάτων διυλισμένων προϊόντων, όπως η νάφθα, το υγραέριο (LPG) και τα καύσιμα αεροσκαφών. Ο διευθύνων σύμβουλος της Chevron, Μάικ Γουίρθ, προειδοποίησε ότι σε ορισμένες περιοχές του κόσμου ενδέχεται να εμφανιστούν ελλείψεις καυσίμων, όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά ή υπό απειλή. «Δεν πρόκειται μόνο για την τιμή», σημείωσε. «Το ερώτημα είναι αν μπορούμε καν να εξασφαλίσουμε επαρκή καύσιμα. Τις επόμενες εβδομάδες θα δούμε τις επιπτώσεις να διαχέονται σε όλο το σύστημα».

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Goldman Sachs, τα συνολικά παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου —συμπεριλαμβανομένων αργού και διυλισμένων προϊόντων, τόσο σε χερσαίες εγκαταστάσεις όσο και στη θάλασσα— αντιστοιχούν σήμερα σε περίπου 101 ημέρες ζήτησης. Μέχρι το τέλος Μαΐου, ωστόσο, αναμένεται να υποχωρήσουν στις 98 ημέρες. Αν και τα επίπεδα αυτά παραμένουν πάνω από τα όρια έκτακτης ανάγκης, οι συνολικοί αριθμοί αποκρύπτουν σοβαρότερες ελλείψεις σε συγκεκριμένες περιοχές και κατηγορίες προϊόντων, ιδιαίτερα όπου ισχύουν περιορισμοί στις εξαγωγές. Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι εντοπίζονται σε χώρες όπως η Νότια Αφρική, η Ινδία, η Ταϊλάνδη και η Ταϊβάν, όπου η πρόσβαση σε διυλισμένα προϊόντα και αποθέματα αργού πετρελαίου εμφανίζεται πιο περιορισμένη.