Πιερρακάκης: Επιτάχυνση αποπληρωμής χρέους για μείωση χρέους και κόστους δανεισμού

Η Handelsblatt αναλύει τη στρατηγική Πιερρακάκη για πρόωρη αποπληρωμή χρέους, με στόχο μείωση κόστους και δημοσιονομική σταθερότητα

Κυριάκος Πιερρακάκης © consilium.europa.eu

Ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης προωθεί τη στρατηγική επιτάχυνσης της μείωσης του δημόσιου χρέους, με την Ελλάδα να προχωρά σε πρόωρες αποπληρωμές δανείων από το πρώτο πρόγραμμα διάσωσης της περιόδου της κρίσης, με στόχο τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης, τη βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης και τη θωράκιση της χώρας έναντι μελλοντικών αναταράξεων στις αγορές.

Σύμφωνα με ανάλυση της γερμανικής εφημερίδας Handelsblatt, η Αθήνα επιταχύνει την αποπληρωμή των δανείων της Ελληνικής Δανειακής Διευκόλυνσης (GLF), που είχαν συναφθεί το 2010 στο πλαίσιο του πρώτου πακέτου στήριξης. Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό του υπουργείου Οικονομικών για τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, τον περιορισμό των μελλοντικών τόκων και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.

Πρόωρη αποπληρωμή 6,95 δισ. ευρώ αυτή την εβδομάδα

Ήδη η Ελλάδα αναμένεται τη Δευτέρα να προχωρήσει σε πρόωρη αποπληρωμή ύψους 6,95 δισ. ευρώ, που αφορά δόσεις δανείων οι οποίες κανονικά θα έληγαν το 2029 και την περίοδο 2033–2035. Τα κεφάλαια προέρχονται από δημοσιονομικά πλεονάσματα και ταμειακά διαθέσιμα.

Η συνολική στρατηγική πρόωρων αποπληρωμών δεν είναι νέα. Από το 2022 η Ελλάδα έχει επιστρέψει συνολικά 26,5 δισ. ευρώ από τα δάνεια της κρίσης, μειώνοντας σταδιακά το βάρος του χρέους και «εξομαλύνοντας» το προφίλ των λήξεων.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό του υπουργείου Οικονομικών, το υπόλοιπο ποσό των 19,4 δισ. ευρώ από τα συγκεκριμένα δάνεια θα έχει αποπληρωθεί έως το 2031, δηλαδή δέκα χρόνια νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα.

Όπως αναφέρει η Handelsblatt, μέχρι σήμερα οι πρόωρες αποπληρωμές έχουν ήδη εξοικονομήσει περίπου 795 εκατ. ευρώ σε τόκους, ποσό που διαφορετικά θα επιβάρυνε τον προϋπολογισμό μέχρι τη λήξη των δανείων. Η συγκεκριμένη αποπληρωμή αναμένεται να μειώσει περαιτέρω το κόστος κατά περίπου 100 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες μόνο από τη συγκεκριμένη κίνηση.

Το ελληνικό υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος θα μειωθεί από 146,1% του ΑΕΠ το 2024 σε 136,8% το 2026, ενώ έως το τέλος της δεκαετίας θα μπορούσε να υποχωρήσει κοντά στο 115%. Σε αυτή την περίπτωση, η Ελλάδα θα εμφανίζει χαμηλότερο λόγο χρέους από χώρες όπως η Γαλλία και το Βέλγιο, και σε ορισμένες προβλέψεις θα βρεθεί ακόμη και κάτω από την Ιταλία.

Στόχος η περαιτέρω αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας

Βασικός στόχος της στρατηγικής είναι η περαιτέρω αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Ήδη από το 2023 έως το 2025, οι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης έχουν επαναφέρει την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, έπειτα από χρόνια στην κατηγορία υψηλού κινδύνου.

Η κυβέρνηση εκτιμά ότι οι βελτιωμένοι δείκτες χρέους θα επιτρέψουν στη χώρα να δανείζεται με χαμηλότερο κόστος στις αγορές, καθώς τα παλαιά δάνεια χαμηλού επιτοκίου σταδιακά αντικαθίστανται από εκδόσεις ομολόγων με όρους αγοράς.

Παρά τη βελτίωση της εικόνας, η μεσοπρόθεσμη προοπτική δεν είναι χωρίς προκλήσεις. Από το 2032 και μετά, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με αυξημένες ανάγκες αναχρηματοδότησης, καθώς λήγουν μέτρα ελάφρυνσης που είχαν συμφωνηθεί το 2018 από το Eurogroup, αναφέρει το γερμανικό μέσο.

Οι αναβαλλόμενες πληρωμές τόκων από το δεύτερο πακέτο διάσωσης, ύψους περίπου 96 δισ. ευρώ, θα αρχίσουν να επιβαρύνουν εκ νέου το χρέος, προσθέτοντας σύμφωνα με εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών περίπου 25–30 δισ. ευρώ στο συνολικό βάρος.

Το αποτέλεσμα θα είναι μια απότομη αύξηση των ετήσιων λήξεων, οι οποίες από περίπου 9 δισ. ευρώ το 2032 θα μπορούσαν να φτάσουν τα 17 δισ. ευρώ το 2033, ενώ μεταξύ 2033 και 2038 οι συνολικές ανάγκες αποπληρωμής εκτιμώνται στα 77 δισ. ευρώ.

Νέο κύμα πρόωρων αποπληρωμών

Για να μετριαστεί αυτός ο κίνδυνος, η ελληνική κυβέρνηση σχεδιάζει να συνεχίσει τις πρόωρες αποπληρωμές, εστιάζοντας πλέον και σε δάνεια του δεύτερου προγράμματος διάσωσης. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση απαιτεί συντονισμό με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), γεγονός που καθιστά τη διαδικασία πιο σύνθετη.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, πάντως, διατηρούν ένα «δίχτυ ασφαλείας», καθώς έχουν προβλέψει τη δυνατότητα νέων παρεμβάσεων ελάφρυνσης του χρέους εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο στο μέλλον, με βάση ανάλυση βιωσιμότητας που αναμένεται να πραγματοποιηθεί το 2032 από την Κομισιόν.