Καλοκαίρι αδειοδοτήσεων για έξι μεγάλες ξενοδοχειακές επενδύσεις

Νέα τουριστικά projects άνω του 1 δισ. ευρώ περνούν σε φάση υλοποίησης σε Κρήτη, Ρόδο, Ερμιονίδα, Χαλκιδική και Αστακό.

Μεγάλες τουριστικές επενδύσεις δρομολογούνται αυτή την περίοδο στην Ελλάδα ©Pixabay

Ένα νέο κύμα ξενοδοχειακών projects εισέρχεται σε φάση ωρίμανσης, καθώς μέσα στο καλοκαίρι έλαβαν κρίσιμες εγκρίσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για την επόμενη φάση αδειοδότησης και υλοποίησης. Πρόκειται για μεγάλες τουριστικές επενδύσεις που αθροιστικά υπερβαίνουν το 1 δισ. ευρώ και αναμένεται να επηρεάσουν τον τουριστικό χάρτη της χώρας τα επόμενα χρόνια.

Πίσω από τις επιμέρους αποφάσεις διαμορφώνεται μια σαφής εικόνα: το επόμενο κύμα τουριστικών επενδύσεων στην Ελλάδα δεν αφορά μόνο την κατασκευή νέων ξενοδοχείων, αλλά τη δημιουργία ολοκληρωμένων προορισμών που συνδυάζουν φιλοξενία, τουριστικές κατοικίες, μαρίνες, εγκαταστάσεις ευεξίας, αθλητικές και πολιτιστικές υποδομές, ακόμη και χώρους στέγασης προσωπικού.

Τα συγκεκριμένα έργα, διαφορετικού μεγέθους και προφίλ, αποτυπώνουν και τις νέες τάσεις της αγοράς: ανάπτυξη πολυτελών resorts, αξιοποίηση λιγότερο ανεπτυγμένων περιοχών, επανάχρηση ιστορικών ακινήτων, αλλά και δημιουργία υποδομών που απαντούν στις σύγχρονες ανάγκες λειτουργίας των ξενοδοχειακών μονάδων.

Από τη βιομηχανία στο luxury yachting

Το μεγαλύτερο ίσως έργο που προχώρησε το τελευταίο διάστημα αφορά το λεγόμενο Nautilus Project στο Πλατυγιάλι Αστακού.

Με τη θετική γνωμοδότηση της Δημοτικής Επιτροπής Ξηρομέρου επί της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του ΕΣΧΑΣΕ, η αξιοποίηση ενός από τα μεγαλύτερα ανενεργά λιμενικά assets της χώρας περνά στο επόμενο στάδιο.

Το project, το οποίο προωθεί η Αστακός Τέρμιναλ Α.Ε. με master developer την κυπριακή MYMAR Nautilus Investments Limited, φιλοδοξεί να μεταμορφώσει μια έκταση περίπου 1.780 στρεμμάτων από βιομηχανική ζώνη σε έναν διεθνή προορισμό θαλάσσιου τουρισμού, επιχειρηματικότητας και φιλοξενίας.

Η πρώτη φάση του έργου προϋπολογίζεται στα 524 εκατ. ευρώ, ενώ η συνολική ανάπτυξη θα εξελιχθεί σε τρεις φάσεις μέσα στην επόμενη επταετία.

Στην «καρδιά» του σχεδιασμού βρίσκεται η μετατροπή του υφιστάμενου λιμένα σε home port για mega yachts, με περισσότερες από 350 θέσεις ελλιμενισμού, εκ των οποίων οι 105 θα μπορούν να εξυπηρετούν σκάφη άνω των 40 μέτρων.

Παράλληλα προβλέπεται η ανάπτυξη πεντάστερων ξενοδοχείων συνολικής δυναμικότητας 565 δωματίων, πολυτελών κατοικιών, επιχειρηματικού πάρκου, συνεδριακών εγκαταστάσεων, εμπορικών χρήσεων, αθλητικών εγκαταστάσεων, ακόμη και κινηματογραφικών studios, στοιχείο που αποτυπώνει τη στροφή προς μικτές αναπτύξεις με πολλαπλές πηγές εσόδων.

Νέα τουριστική «πύλη» στη νότια Κρήτη

Στην τελική ευθεία της αδειοδοτικής της ωρίμανσης εισέρχεται και η επένδυση των 121 εκατ. ευρώ που προωθεί η Myrina Village Μονοπρόσωπη Α.Ε., εταιρεία του ομίλου PHĀEA των οικογενειών Σμπώκου και Βασιλάκη.

Η δημόσια διαβούλευση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αποτελεί ένα από τα τελευταία σημαντικά βήματα πριν από την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος που θα εγκρίνει το ΕΣΧΑΣΕ.

Το σχέδιο αφορά την ανάπτυξη ενός νέου τουριστικού προορισμού στη θέση Σκούρος του Δήμου Βιάννου, σε απόσταση περίπου 38 χιλιομέτρων από το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι.

Η επένδυση περιλαμβάνει πεντάστερο ξενοδοχείο 140 δωματίων, 30 τουριστικές κατοικίες, εγκαταστάσεις ευεξίας, χώρους εστίασης και πλήθος συνοδών υποδομών.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ο σχεδιασμός επιλέγει συντελεστή δόμησης 0,12, όταν η νομοθεσία επιτρέπει 0,20, αποτυπώνοντας τη φιλοσοφία ανάπτυξης που προωθεί πλέον ένα σημαντικό μέρος της αγοράς: μικρότερη ένταση δόμησης και μεγαλύτερη προστασία του φυσικού τοπίου.

Για την PHĀEA η συγκεκριμένη ανάπτυξη αποτελεί στρατηγική επέκταση του χαρτοφυλακίου της στην Κρήτη, όπου ήδη διαθέτει σημαντική παρουσία και προχωρά παράλληλα στην αναβάθμιση του Blue Palace, το οποίο θα επαναλειτουργήσει υπό το brand Rosewood.

Costa Bianca: ένα νέο μοντέλο σύνθετου τουριστικού καταλύματος

Στην Ερμιονίδα, σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε το Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο για την ανάπτυξη του σύνθετου τουριστικού καταλύματος Costa Bianca, ενός ακόμη έργου που επιδιώκει να μετατρέψει την περιοχή σε προορισμό λειτουργίας δώδεκα μηνών.

Το project, το οποίο προωθούν οι επιχειρηματίες Κωνσταντίνος Σαραντόπουλος και Αναστάσιος Καλλιτσάντσης μέσω της ΜΕΛΦΑ ΕΠΕ, αφορά ιδιωτική έκταση σχεδόν 790 στρεμμάτων στο Σαλάντι.

Το επικρατέστερο σενάριο προβλέπει ανάπτυξη περίπου 30.000 τετραγωνικών μέτρων, με έως 60% της δόμησης να αφορά τουριστικές κατοικίες και το υπόλοιπο ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις και κοινόχρηστες χρήσεις.

Η εκτιμώμενη δυναμικότητα του ξενοδοχείου ανέρχεται σε περίπου 214 κλίνες, ενώ προβλέπεται η δημιουργία τουλάχιστον 80 τουριστικών κατοικιών.

Το στοιχείο που διαφοροποιεί το Costa Bianca είναι η επιλογή εξαιρετικά χαμηλών συντελεστών δόμησης — μόλις 0,07 στο μη δασικό τμήμα της έκτασης και 0,01 στις ιδιωτικές δασικές εκτάσεις — καθώς και η αξιοποίηση ήδη υφιστάμενων υποδομών, όπως τουριστικό καταφύγιο μικρών σκαφών, εσωτερικό οδικό δίκτυο και εγκαταστάσεις αναψυχής.

Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνεργασία με την τοπική οικονομία, μέσω συνεργασιών με παραγωγούς της περιοχής, αλλά και στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, στοιχείο που αποτελεί πλέον βασικό ζητούμενο σχεδόν όλων των νέων αναπτύξεων.

Η Ρόδος συνεχίζει να επενδύει στην αναβάθμιση

Παράλληλα, στο στάδιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης εισέρχεται και η νέα επένδυση της Olympic Hotels στην Ιξιά Ρόδου.

Η εταιρεία, η οποία διαθέτει ήδη το Olympic Palace, σχεδιάζει την ανάπτυξη νέου πεντάστερου ξενοδοχείου δυναμικότητας 260 κλινών, με 130 δωμάτια, οργανωμένα σε κτιριακές ενότητες που ακολουθούν το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής.

Η αρχιτεκτονική πρόταση βασίζεται στη χαμηλή κάλυψη του οικοπέδου και στη δημιουργία μεγάλων υπαίθριων χώρων με πισίνες και φυτεύσεις, ενώ η μονάδα θα απευθύνεται στη διεθνή αγορά διακοπών υψηλότερης αξίας.

Πέρα από το ίδιο το ξενοδοχείο, η επένδυση αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη στρατηγική της Ρόδου, η οποία τα τελευταία χρόνια επιχειρεί να ανανεώσει το ξενοδοχειακό της απόθεμα και να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στους υπόλοιπους μεσογειακούς προορισμούς.

Διπλό στοίχημα στην Ερμιονίδα από τον σεΐχη του Άμπου Ντάμπι

Εάν υπάρχει μία περιοχή που αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τη νέα δυναμική των τουριστικών επενδύσεων, αυτή είναι η Ερμιονίδα. Εκτός από το Costa Bianca, στην ίδια ευρύτερη περιοχή προχωρά και η δεύτερη επένδυση του σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγέντ αλ Ναϊάν, η οποία λειτουργεί συμπληρωματικά προς το εμβληματικό Scarlet Beach Resort & Spa.

Μέσω της Erigon Μονοπρόσωπη Α.Ε., ο επενδυτικός όμιλος προωθεί την ανάπτυξη ξενοδοχειακής μονάδας τριών αστέρων σε έκταση άνω των 80 στρεμμάτων, λίγα χιλιόμετρα από την Ερμιόνη. Το έργο βρίσκεται σε διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης και προβλέπει τη δημιουργία ξενοδοχείου δυναμικότητας 612 κλινών, οργανωμένου σε 16 ισόγεια και διώροφα κτίρια και 10 ανεξάρτητα διαμερίσματα.

Η μονάδα θα συνοδεύεται από πλήρες δίκτυο υποδομών, αθλητικές εγκαταστάσεις, μονάδα τριτοβάθμιας επεξεργασίας λυμάτων και φωτοβολταϊκό σύστημα με αποθήκευση ενέργειας, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη για οργανωμένους χώρους διαμονής προσωπικού.

Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Η εξεύρεση εργαζομένων και κυρίως η στέγασή τους έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του ελληνικού τουρισμού. Όλο και περισσότεροι μεγάλοι ξενοδοχειακοί όμιλοι ενσωματώνουν πλέον στους σχεδιασμούς τους κατοικίες προσωπικού, αναγνωρίζοντας ότι η διαθεσιμότητα ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί εξίσου κρίσιμο παράγοντα με την ποιότητα των εγκαταστάσεων.

Η νέα μονάδα δεν έρχεται να ανταγωνιστεί το Scarlet Beach Resort & Spa, αλλά να λειτουργήσει συμπληρωματικά. Ενώ το πολυτελές resort των 250 εκατ. ευρώ, που θα λειτουργήσει υπό τη σημαία της Waldorf Astoria της Hilton, απευθύνεται στην κορυφή της αγοράς, το νέο ξενοδοχείο φιλοδοξεί να καλύψει ένα ευρύτερο τμήμα της τουριστικής ζήτησης, δημιουργώντας ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο φιλοξενίας στην ίδια περιοχή.

Το Ξενία Παλιουρίου αφήνει πίσω του μια δεκαετία καθυστερήσεων

Σημαντική κινητικότητα καταγράφεται και στη Χαλκιδική, όπου η επένδυση του Ιβάν Σαββίδη στο ιστορικό Ξενία Παλιουρίου δείχνει να αφήνει πίσω της τα πολυετή εμπόδια που καθυστέρησαν την υλοποίησή της.

Η πρόσφατη έγκριση της οριστικής αρχιτεκτονικής μελέτης από το υπουργείο Πολιτισμού αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο βήμα για την αξιοποίηση της έκτασης των 322 στρεμμάτων, η οποία είχε παραχωρηθεί πριν από δώδεκα χρόνια μέσω διαγωνισμού του ΤΑΙΠΕΔ.

Το επενδυτικό σχέδιο, προϋπολογισμού περίπου 80 εκατ. ευρώ, προβλέπει την αποκατάσταση και επανάχρηση του διατηρητέου Ξενία, το οποίο θα μετατραπεί σε ξενοδοχείο 144 κλινών, καθώς και την ανάπτυξη δεύτερης ξενοδοχειακής μονάδας, τουριστικών κατοικιών, bungalows, εγκαταστάσεων ευεξίας και των αναγκαίων συνοδευτικών υποδομών.

Σε αντίθεση με άλλες αναπτύξεις που δημιουργούνται από μηδενική βάση, η συγκεκριμένη επένδυση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία ενός εμβληματικού μνημείου της νεότερης αρχιτεκτονικής και στη δημιουργία ενός σύγχρονου πολυτελούς τουριστικού συγκροτήματος.

Το Ξενία Παλιουρίου, έργο του Άρη Κωνσταντινίδη, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα του προγράμματος Ξενία του ΕΟΤ και η επανάχρησή του έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία, καθώς συνδυάζει την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς με την ανάπτυξη ενός νέου τουριστικού προϊόντος.

Παρά τη συζήτηση για τη φέρουσα ικανότητα, οι επενδύσεις συνεχίζονται στη Σαντορίνη

Η Σαντορίνη εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πλέον ελκυστικούς επενδυτικούς προορισμούς της χώρας, παρά τη συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη για τη φέρουσα ικανότητα του νησιού.

Η πρόσφατη έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού για την ανέγερση νέου boutique ξενοδοχείου τεσσάρων αστέρων στην Περίσσα επιβεβαιώνει ότι το ενδιαφέρον των επενδυτών παραμένει ισχυρό.

Το έργο θα υλοποιηθεί από την Auravian ΙΚΕ, εταιρεία που ανήκει στην ελληνική θυγατρική της ισπανικής φαρμακευτικής εταιρείας Inmunotek, και αφορά την κατασκευή ξενοδοχειακής μονάδας με πισίνες.

Η θετική γνωμοδότηση συνοδεύεται από αυστηρούς όρους. Προβλέπεται συνεχής αρχαιολογική παρακολούθηση όλων των εκσκαφικών εργασιών, ενώ ζητούνται τροποποιήσεις στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, όπως περιορισμός των πισινών, περισσότερες φυτεύσεις και προσαρμογή των όψεων στο κυκλαδίτικο τοπίο.

Πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση που αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο πλέον οι νέες τουριστικές αναπτύξεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην επενδυτική αξιοποίηση και στην προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.

Το νέο μοντέλο των τουριστικών επενδύσεων

Πέρα όμως από τα επιμέρους έργα, οι πρόσφατες εγκρίσεις αναδεικνύουν μια σειρά από κοινά χαρακτηριστικά που φαίνεται να διαμορφώνουν τη νέα γενιά τουριστικών επενδύσεων στην Ελλάδα.

Το πρώτο είναι η γεωγραφική διεύρυνση του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Οι νέες αναπτύξεις δεν περιορίζονται πλέον στους ώριμους προορισμούς, αλλά επεκτείνονται σε περιοχές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια βρίσκονταν εκτός του βασικού επενδυτικού χάρτη, όπως η Βιάννος, ο Αστακός ή το Σαλάντι.

Το δεύτερο αφορά τη φιλοσοφία του σχεδιασμού. Σχεδόν όλες οι μελέτες που εγκρίνονται το τελευταίο διάστημα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη χαμηλή ένταση δόμησης, στην προστασία του φυσικού τοπίου, στην εξοικονόμηση φυσικών πόρων και στη δημιουργία αναπτύξεων που ενσωματώνονται στο περιβάλλον τους, αντί να το αλλοιώνουν.

Εξίσου χαρακτηριστική είναι η μετάβαση από το κλασικό ξενοδοχείο στα μικτά τουριστικά συγκροτήματα. Τουριστικές κατοικίες, εγκαταστάσεις ευεξίας, αθλητικές υποδομές, μαρίνες, εμπορικοί χώροι, πολιτιστικές δραστηριότητες και χώροι φιλοξενίας προσωπικού συνυπάρχουν πλέον στο ίδιο επενδυτικό σχέδιο, δημιουργώντας προορισμούς με πολλαπλές πηγές εσόδων και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στις διακυμάνσεις της αγοράς.

Παράλληλα, η 12μηνη λειτουργία αναδεικνύεται σε βασική επιδίωξη σχεδόν όλων των νέων projects. Δεν πρόκειται απλώς για έναν επικοινωνιακό στόχο, αλλά για μια επιχειρηματική επιλογή που συνδέεται με την απόσβεση των υψηλών επενδυτικών κεφαλαίων, την καλύτερη αξιοποίηση των υποδομών και τη δημιουργία σταθερότερων θέσεων εργασίας.

Το επόμενο στοίχημα

Το γεγονός ότι μια σειρά σημαντικών έργων περνούν ταυτόχρονα κρίσιμα αδειοδοτικά στάδια δεν σημαίνει ότι η υλοποίησή τους είναι πλέον δεδομένη. Σε αρκετές περιπτώσεις απομένουν ακόμη Προεδρικά Διατάγματα, περιβαλλοντικές εγκρίσεις, οικοδομικές άδειες και τεχνικές μελέτες πριν ξεκινήσουν οι εργασίες.

Ωστόσο, η συγκυρία δεν περνά απαρατήρητη. Οι τελευταίες εβδομάδες επιβεβαιώνουν ότι, παρά τις διεθνείς γεωπολιτικές αβεβαιότητες, το αυξημένο κόστος κατασκευής και τις συζητήσεις γύρω από τη φέρουσα ικανότητα ορισμένων προορισμών, οι μεγάλοι επενδυτές εξακολουθούν να βλέπουν σημαντικές ευκαιρίες στον ελληνικό τουρισμό.

Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο να προχωρήσουν οι αδειοδοτήσεις, αλλά να μετατραπούν σε εργοτάξια και, τελικά, σε λειτουργικές επενδύσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού. Το φετινό καλοκαίρι, πάντως, φαίνεται πως θα καταγραφεί ως η περίοδος κατά την οποία ένα νέο κύμα τουριστικών αναπτύξεων πέρασε από τη θεωρία στην πράξη, θέτοντας τις βάσεις για τον επόμενο επενδυτικό κύκλο της ελληνικής φιλοξενίας.