Ρεύμα: Γιατί έπαψε να είναι “καταφύγιο” κακοπληρωτών η Καθολική Υπηρεσία

Μείωση κατά 51% το 2025 των καταναλωτών που βρίσκονται στο καθεστώς της Καθολικής Υπηρεσίας, χάρη στη νομοθέτηση ανώτατου χρόνου παραμονής

Ηλεκτρική ενέργεια © ΑΔΜΗΕ

Σαφή υποχώρηση καταγράφει η Καθολική Υπηρεσία στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς η θέσπιση από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) ανώτατου ορίου παραμονής στο εν λόγω καθεστώς φαίνεται να περιορίζει σημαντικά τον αριθμό των καταναλωτών που καταλήγουν σε αυτήν. Τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης της ΡΑΑΕΥ για το 2025 επιβεβαιώνουν ότι η Καθολική Υπηρεσία επανέρχεται σταδιακά στον μεταβατικό ρόλο για τον οποίο σχεδιάστηκε, αντί να λειτουργεί ως μόνιμη λύση για καταναλωτές που επιδιώκουν να ηλεκτροδοτούνται χωρίς να πληρώνουν.

Ειδικότερα, το 2025 ο αριθμός των οικιακών καταναλωτών που υπάγονταν στην Καθολική Υπηρεσία υποχώρησε κατά 50,8% σε σχέση με το 2024. Από 173.613 παροχές στο τέλος του 2024, ο αριθμός μειώθηκε σε μόλις 85.394 στο τέλος του προηγούμενου έτους. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη νομοθετική παρέμβαση, με την οποία τέθηκε για πρώτη φορά σαφές χρονικό όριο παραμονής στην Καθολική Υπηρεσία για συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών.

Την ίδια στιγμή, μειώθηκε και η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας των πελατών που εξυπηρετούνται από την Καθολική Υπηρεσία, κατά 28,34%. Πρόκειται για μία εξέλιξη που επιβεβαιώνει ότι το καθεστώς περιορίζει πλέον αισθητά το αποτύπωμά του στη λιανική αγορά. Η τάση, μάλιστα, συνεχίστηκε και μέσα στο 2026, καθώς τον Απρίλιο οι παροχές στην Καθολική Υπηρεσία είχαν μειωθεί περαιτέρω, στις 77.567.

Το «παράθυρο» για τους στρατηγικούς κακοπληρωτές

Η αλλαγή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε για χρόνια η Καθολική Υπηρεσία. Το καθεστώς αφορά νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις με ισχύ παροχής έως 25 kVA, τα οποία εξακολουθούν να ηλεκτροδοτούνται μέσω των πέντε μεγαλύτερων προμηθευτών, όταν η σύμβασή τους με τον πάροχό τους έχει λήξει ή καταγγελθεί και δεν έχουν προχωρήσει σε νέα σύμβαση.

Στην πράξη, ωστόσο, η απουσία χρονικού περιορισμού επέτρεπε σε ορισμένους καταναλωτές να παραμένουν στην Καθολική Υπηρεσία για αόριστο χρονικό διάστημα, ακόμη και όταν η μετάπτωσή τους είχε πραγματοποιηθεί λόγω ανεξόφλητων οφειλών. Έτσι, ένα καθεστώς που προοριζόταν να διασφαλίζει ότι κανένα νοικοκυριό δεν θα μείνει χωρίς ηλεκτροδότηση για το μεταβατικό διάστημα έως την εξεύρεση νέου προμηθευτή, κατέληγε σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργεί ως «καταφύγιο» για στρατηγικούς κακοπληρωτές.

Το πρόβλημα ενισχυόταν από το γεγονός ότι, παρότι οι χρεώσεις της Καθολικής Υπηρεσίας είναι υψηλότερες και θεωρητικά λειτουργούν ως αντικίνητρο παραμονής, το αντικίνητρο αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό για όσους ούτως ή άλλως δεν εξοφλούσαν τους λογαριασμούς τους. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, μόλις περίπου 10% των καταναλωτών που βρίσκονται στο συγκεκριμένο καθεστώς αποπληρώνει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις του, ενώ πάνω από 60% δεν τις εξοφλεί ποτέ.

Το τετράμηνο αλλάζει τα δεδομένα

Η παρέμβαση του 2024 από το ΥΠΕΝ ήρθε ακριβώς να αντιμετωπίσει αυτή την παθογένεια. Για καταναλωτές που μεταπίπτουν στην Καθολική Υπηρεσία εξαιτίας χρεών, προβλέπεται πλέον μέγιστη διάρκεια παραμονής τεσσάρων μηνών. Ο προμηθευτής που τους αναλαμβάνει ενημερώνει εξαρχής για τη συγκεκριμένη προθεσμία και, μετά την παρέλευσή της, έχει τη δυνατότητα να παύσει την εκπροσώπηση και να ζητήσει από τον ΔΕΔΔΗΕ την απενεργοποίηση της παροχής.

Με τον τρόπο αυτό αλλάζει ουσιαστικά η ισορροπία. Η Καθολική Υπηρεσία εξακολουθεί να λειτουργεί ως δικλίδα ασφαλείας, δεν μπορεί όμως πλέον να χρησιμοποιείται επ’ αόριστον για τη διατήρηση μιας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς αντίστοιχη τακτοποίηση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Η σημαντική μείωση των παροχών το 2025 αποτελεί την πρώτη σαφή ένδειξη ότι το νέο πλαίσιο έχει ήδη αρχίσει να λειτουργεί στην πράξη.

Διαφορετική είναι η μεταχείριση όσων καταναλωτών εντάσσονται στην Καθολική Υπηρεσία χωρίς ληξιπρόθεσμες οφειλές. Αυτοί μπορούν να παραμείνουν στο καθεστώς όσο συνεχίζουν να εξοφλούν εμπρόθεσμα τους λογαριασμούς τους. Παράλληλα, για τους ευάλωτους καταναλωτές εξακολουθεί να υπάρχει ισχυρότερο πλαίσιο προστασίας, με περιορισμούς στις διακοπές ηλεκτροδότησης κατά τους θερινούς και χειμερινούς μήνες, καθώς και ειδικούς κανόνες για τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Έτσι, η Καθολική Υπηρεσία φαίνεται να επιστρέφει στον πραγματικό της σκοπό, δηλαδή να αποτελεί ένα προσωρινό δίχτυ προστασίας για τον καταναλωτή που βρίσκεται χωρίς προμηθευτή και όχι μια μόνιμη «γέφυρα» για την αποφυγή των λογαριασμών. Η υποχώρηση του αριθμού των παροχών κατά περισσότερο από το μισό μέσα σε έναν χρόνο δείχνει ότι το μήνυμα της τετράμηνης προθεσμίας έχει πλέον γίνει απολύτως σαφές στην αγορά.