Την παγίωση του ρόλου της Ελλάδας ως προμηθευτή των όμορων αγορών ηλεκτρικής ενέργειας αποτυπώνουν τα στοιχεία για τις εισροές και εκροές ηλεκτρισμού κατά το πρώτο μισό του έτους. Η σταδιακή μείωση των εισαγωγών τα προηγούμενα χρόνια, η οποία έδωσε τη θέση της σε ένα ελαφρώς εξαγωγικό ισοζύγιο στο πρώτο εξάμηνο πέρυσι, έχει πλέον μετατραπεί σε θεαματική αύξηση των ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας που παράγονται στην Ελλάδα και κατευθύνονται εκτός συνόρων.
Είναι ενδεικτικό ότι, με βάση την επεξεργασία από το powergame.gr των μηνιαίων δελτίων του ΑΔΜΗΕ, στο διάστημα Ιανουαρίου – Ιουνίου 2026 οι «καθαρές» εξαγωγές (δηλαδή το ισοζύγιο εκροών και εισροών), εκτινάχθηκαν στις 5.121 GWh) από μόλις 571 GWh το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Πρόκειται για αύξηση κατά περίπου 9 φορές, σε μια εξέλιξη που αποτυπώνει τη μεταβολή του ρόλου της Ελλάδας στην περιφερειακή αγορά ηλεκτρισμού.
Πρόκειται για σημαντική αλλαγή τόσο για το εγχώριο σύστημα όσο και για τη ΝΑ Ευρώπη, καθώς η χώρα μας επί τουλάχιστον δύο δεκαετίες είχε «καθαρά» εισαγωγικό ισοζύγιο ηλεκτρικής ενέργειας. Η στροφή οφείλεται πρωτίστως στη σταδιακή αλλαγή του εγχώριου ενεργειακού μείγματος, η οποία επέτρεψε στην Ελλάδα να καλύπτει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της από εγχώρια παραγωγή και, από καθαρός εισαγωγέας, να εξελιχθεί σε καθαρό εξαγωγέα.
ΑΠΕ και μονάδες αερίου
Ενδεικτικό της εικόνας που επικρατούσε για δεκαετίες είναι το ισοζύγιο εισροών – εκροών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019, με βάση τα εμπορικά προγράμματα. Τότε οι καθαρές εισαγωγές έφταναν τις 4.903 GWh, δηλαδή σχεδόν στο αντίθετο άκρο από τη σημερινή εικόνα. Στα χρόνια που μεσολάβησαν η ολοένα και μεγαλύτερη ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας οδήγησε σε σημαντικό περιορισμό των αναγκών για εισαγωγές, οι οποίες, σε συγκεκριμένες περιόδους, είχαν περιοριστεί σε μερικές εκατοντάδες GWh.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, καταλυτικό ρόλο σε αυτήν τη μεταβολή έχει διαδραματίσει η μεγάλη διείσδυση των φωτοβολταϊκών και των αιολικών στο ελληνικό σύστημα. Η αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ έχει διευρύνει σημαντικά την εγχώρια παραγωγική βάση, με αποτέλεσμα σε αρκετές ώρες της ημέρας η παραγωγή να υπερκαλύπτει τη ζήτηση και να δημιουργούνται σημαντικές δυνατότητες εξαγωγών προς τις διασυνδεδεμένες αγορές.
Σημαντική είναι παράλληλα η προσθήκη νέων, σύγχρονων μονάδων φυσικού αερίου, οι οποίες έχουν σταδιακά αντικαταστήσει σχεδόν όλο το λιγνιτικό δυναμικό και λειτουργούν συμπληρωματικά προς τις ΑΠΕ. Οι μονάδες αυτές προσφέρουν ευελιξία στο σύστημα, καλύπτοντας τις ανάγκες κατά τις ώρες που περιορίζεται η παραγωγή από τον ήλιο και τον άνεμο, ενώ μπορούν να περιορίζουν τη συμμετοχή ακριβότερων μονάδων στο σύστημα.

Σημαντικοί αποδέκτες Βουλγαρία και Βόρεια Μακεδονία
Στον αντίποδα, χώρες στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, όπως η Βουλγαρία και η Βόρεια Μακεδονία, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις, λόγω της εξάρτησής τους από παλαιότερο θερμικό δυναμικό. Τα λιγνιτικά εργοστάσια των δύο χωρών έχουν υψηλότερο λειτουργικό και περιβαλλοντικό κόστος και αντιμετωπίζουν περιορισμούς ως προς την αξιοπιστία και την ανταγωνιστικότητά τους. Την ίδια στιγμή, τα σχέδια ενεργειακής μετάβασης που έχουν εκπονηθεί απαιτούν χρόνο και σημαντικές επενδύσεις για να μεταφραστούν σε νέα παραγωγική ισχύ.
Στη Βόρεια Μακεδονία, η μεγάλη εξάρτηση από τον λιγνίτη αποκτά πρόσθετη οικονομική διάσταση μετά την έναρξη της οριστικής εφαρμογής του CBAM, από την 1η Ιανουαρίου 2026. Η ηλεκτρική ενέργεια περιλαμβάνεται στα προϊόντα που καλύπτονται από τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, με αποτέλεσμα οι εισαγωγές ηλεκτρισμού στην ΕΕ από τρίτες χώρες να συνδέονται πλέον με κόστος δικαιωμάτων εκπομπών. Έτσι, η υψηλή ανθρακική ένταση της ηλεκτροπαραγωγής της γειτονικής χώρας περιορίζει την ανταγωνιστικότητά της όσον αφορά την εξαγωγή ηλεκτρισμού στην ευρωπαϊκή αγορά.
Αυτό αποτυπώνεται και στις ροές με την Ελλάδα. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 οι καθαρές ελληνικές εξαγωγές προς τη Βόρεια Μακεδονία ανήλθαν σε περίπου 1.460 GWh, από 446 GWh το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η εξέλιξη συνδέεται με την ανάγκη της γειτονικής χώρας να καλύπτει μέρος της ζήτησης από εισαγωγές, σε ένα σύστημα που η σταδιακή αναδιάρθρωση του παραγωγικού δυναμικού δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Μπαταρίες αντί για λιγνίτη στη Βουλγαρία
Αντίστοιχες πιέσεις, αν και για διαφορετικούς λόγους, καταγράφονται στη Βουλγαρία. Η χώρα διαθέτει έναν μεγάλο και γερασμένο λιγνιτικό στόλο, το κόστος λειτουργίας του οποίου επιβαρύνεται από την τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών CO2. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να λήγουν μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνιτικές μονάδες προς βιομηχανικούς καταναλωτές, αυξάνοντας την έκθεση των μονάδων στις συνθήκες της χονδρεμπορικής αγοράς.
Την ίδια στιγμή, η Σόφια αναπτύσσει μαζικά φωτοβολταϊκά, γεγονός που αυξάνει την παραγωγή κατά τις μεσημβρινές ώρες, αλλά δημιουργεί μεγαλύτερη ανάγκη για ευελιξία κατά τις ώρες που δεν υπάρχει ηλιακή παραγωγή. Η Βουλγαρία έχει επενδύσει γι’ αυτόν τον λόγο και στην αποθήκευση, με το χαρτοφυλάκιο των μπαταριών να κινείται πλέον στα επίπεδα των 4 GW. Οι μπαταρίες μπορούν να απορροφούν φθηνή ηλεκτρική ενέργεια τις ώρες υψηλής ηλιακής παραγωγής και να την εγχέουν στο σύστημα αργότερα, περιορίζοντας τις ανάγκες για ακριβότερη θερμική παραγωγή ή εισαγωγές.
Έτσι, η Βουλγαρία εισάγει ενέργεια τόσο τις μεσημβρινές ώρες για τη φόρτιση των μπαταριών όσο και τις απογευματινές, όταν οι αποθηκεύμενες μεγαβατώρες δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών. Πρόκειται για δύο τάσεις που εξηγούν σε μεγάλο βαθμό και τη φετινή εκτίναξη των ροών από την Ελλάδα προς τη Βουλγαρία. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι «καθαρές» εξαγωγές στις δύο διασυνδέσεις Ελλάδας – Βουλγαρίας ανήλθαν σε περίπου 3.150 GWh, έναντι καθαρών εισαγωγών περίπου 470 GWh το αντίστοιχο περσινό διάστημα.
Η νέα θέση της Ελλάδας στην περιφερειακή αγορά
Οι ενεργειακές ανταλλαγές με τη Βόρεια Μακεδονία και τη Βουλγαρία είναι, επομένως, εκείνες που εξηγούν το μεγαλύτερο μέρος της φετινής εκτίναξης. Η Ελλάδα, άλλωστε, διατηρεί εδώ και χρόνια εξαγωγικό ισοζύγιο με την Ιταλία, με τις καθαρές εκροές να διαμορφώνονται φέτος περίπου στις 925 GWh. Αντίθετα, με την Αλβανία η χώρα εμφανίζεται φέτος καθαρά εισαγωγική, καθώς οι ροές στη συγκεκριμένη διασύνδεση επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τις υδρολογικές συνθήκες και την απόδοση των υδροηλεκτρικών μονάδων στα Τίρανα.
Παράλληλα, η Ελλάδα παραμένει οριακά εισαγωγική στις ανταλλαγές με την Τουρκία, όπου η εφαρμογή του CBAM από την ΕΕ λειτουργεί πλέον ως πρόσθετος παράγοντας, που περιορίζει τις δυνατότητες ενίσχυσης των εισαγωγών ηλεκτρισμού υψηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος. Επομένως, η συνολική εικόνα είναι πως το ελληνικό σύστημα έχει μετακινηθεί από τη θέση του σταθερού αγοραστή ηλεκτρικής ενέργειας προς έναν ρόλο με πολύ ισχυρότερη παρουσία στις περιφερειακές ροές.
Η εξέλιξη αυτή έχει και άμεσο οικονομικό όφελος. Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και η δυνατότητα εξαγωγής πλεονάζουσας ενέργειας βελτιώνουν το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, ενώ παράλληλα ενισχύουν την ανθεκτικότητα του συστήματος απέναντι στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών των ενεργειακών commodities, όπως το φυσικό αέριο. Όσο μεγαλύτερο είναι το μέρος της ζήτησης που καλύπτεται από εγχώριες ΑΠΕ τόσο μικρότερη είναι η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα.
Το όφελος είναι ακόμη ευρύτερο, καθώς η Ελλάδα αποκτά αυξημένο γεωστρατηγικό βάρος στην περιφερειακή αγορά ηλεκτρισμού. Η ενίσχυση των διασυνδέσεων, η αύξηση της παραγωγής ΑΠΕ και η σταδιακή αναδιάρθρωση των ενεργειακών συστημάτων των γειτονικών χωρών δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε οι υψηλές εξαγωγές του 2026 να μην αποτελούν απλώς συγκυριακή επίδοση. Αντίθετα, η Ελλάδα φαίνεται να αποκτά σταθερότερο ρόλο στην περιφερειακή αγορά ηλεκτρισμού της ΝΑ Ευρώπης, με τις διασυνοριακές ροές να εξελίσσονται σε ένα ολοένα και σημαντικότερο στοιχείο του νέου ενεργειακού της μοντέλου.
