Πληθωρισμός και επιτόκια ασκούν ολοένα μεγαλύτερη πίεση στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης και η μείωση της καταναλωτικής ζήτησης οδηγούν σε περισσότερες πτωχεύσεις, επαναφέροντας μνήμες προηγούμενων οικονομικών κρίσεων.
Η εποχή των μηδενικών επιτοκίων και της άφθονης ρευστότητας φαίνεται να αποτελεί οριστικά παρελθόν. Όπως αναφέρουν αναλυτές στη Die Welt, η συνδυασμένη επίδραση του επίμονου πληθωρισμού, του αυξημένου κόστους δανεισμού και των πιέσεων στα περιθώρια κέρδους δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο επιχειρηματικό περιβάλλον σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Οι αιτήσεις πτώχευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν κατά 11,4% το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, φθάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους το 2012.
Τα επιτόκια πιέζουν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων
Η μεγαλύτερη πίεση εντοπίζεται στους κλάδους των κατασκευών, των μεταφορών του λιανεμπορίου, αλλά και του αμυντικού κλάδου, όπου πολλές εταιρείες είχαν βασίσει την ανάπτυξή τους σε ένα περιβάλλον χαμηλού κόστους δανεισμού. Σήμερα, η αναχρηματοδότηση των υφιστάμενων υποχρεώσεων έχει καταστεί σημαντικά ακριβότερη, καθώς τα βασικά επιτόκια που δανείζουν οι τράπεζες παραμένουν στο 4,25%.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) την περασμένη εβδομάδα αύξησε τα επιτόκια για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί πλέον να περιμένει να τελειώσει ο πόλεμος στο Ιράν, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται.
Το επιτόκιο καταθέσεων αυξήθηκε στο 2,25% από 2%, όπως ανέμεναν οι οικονομολόγοι και οι επενδυτές, οι οποίοι προβλέπουν μια ακόμη αύξηση κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες τον Σεπτέμβριο. Η ΕΚΤ έδειξε ωστόσο επιφυλακτικότητα, επαναλαμβάνοντας ότι δεν θα δεσμευτεί εκ των προτέρων για τις μελλοντικές ενέργειες.
Η επόμενη ανακοίνωση έρχεται από τη Fed στις ΗΠΑ στη συνεδρίαση της Τετάρτης, 17 Ιουνίου, Θα είναι η πρώτη υπό τον νέο πρόεδρο, Κέβιν Γουόρς. Τόσο οι οικονομολόγοι όσο και οι επενδυτές εκτιμούν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν στο 3,5-3,75%, με το 71% των αναλυτών να πιστεύει ότι η απόφαση θα είναι ομόφωνη.
Ο οικονομικός αναλυτής της Euler Hermes, Λουντοβίκ Σουμπράν, δήλωσε στη Die Welt πως αρκετές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις διατηρήθηκαν στη ζωή κατά την περίοδο της πανδημίας χάρη στα εκτεταμένα προγράμματα κρατικής στήριξης. Ωστόσο, η σημερινή συγκυρία είναι διαφορετική. Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και η αυστηρότερη στάση των τραπεζών απέναντι στη χορήγηση νέων πιστώσεων περιορίζουν σημαντικά την πρόσβαση στη χρηματοδότηση.
Όπως επισημαίνει στη γερμανική εφημερίδα, οι λεγόμενες «επιχειρήσεις-ζόμπι», οι οποίες επιβίωναν χάρη στον φθηνό δανεισμό, βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με αυξημένο κίνδυνο εξόδου από την αγορά.

Λουκέτο σε κατάστημα λιανεμπορίου © 123rf
Πληθωρισμός και επιτόκια συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους
Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν το αυξημένο κόστος ενέργειας και πρώτων υλών. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, μεγάλο μέρος αυτών των επιβαρύνσεων δεν μπορεί πλέον να μετακυλιστεί στους καταναλωτές, καθώς η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εμφανίζει σημάδια κόπωσης.
Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους. Ενδεικτικά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στη Γαλλία είδαν τα περιθώριά τους να μειώνονται κατά μέσο όρο κατά 4,5 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στο 2025, γεγονός που περιορίζει την ικανότητά τους να δημιουργήσουν επαρκή αποθέματα ρευστότητας για δύσκολες περιόδους.
Διαφορετικές ταχύτητες στην Ευρώπη
Η εικόνα, πάντως, δεν είναι ενιαία σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γερμανία και η Γαλλία καταγράφουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις στις εταιρικές πτωχεύσεις, με ποσοστά 15,2% και 12,8% αντίστοιχα.
Αντίθετα, οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα, εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η ισχυρή τουριστική δραστηριότητα και οι πόροι που διοχετεύονται μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης λειτουργούν ως αντιστάθμισμα στις πιέσεις που προκαλούν τα υψηλά επιτόκια και η περιοριστική νομισματική πολιτική.
Οι αποφάσεις της ΕΚΤ στο επίκεντρο
Οι προοπτικές για το δεύτερο εξάμηνο του 2026 παραμένουν αβέβαιες. Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η πορεία των επιχειρήσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επόμενες κινήσεις της ΕΚΤ.
Εάν η ΕΚΤ δεν προχωρήσει σε τουλάχιστον δύο μειώσεις επιτοκίων έως το τέλος του έτους, ο ρυθμός των πτωχεύσεων ενδέχεται να επιταχυνθεί περαιτέρω. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι επιπτώσεις δεν θα περιοριστούν στον επιχειρηματικό τομέα, αλλά θα μπορούσαν να επεκταθούν και στην αγορά εργασίας, η οποία μέχρι σήμερα έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις οικονομικές αναταράξεις.

Κριστίν Λαγκάρντ (ΕΚΤ) με τον Κλάας Κνοτ ©EPA/KOEN VAN WEEL
Η ευρωπαϊκή άμυνα συναντά το τείχος της χρηματοδότησης
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στον αναδυόμενο ευρωπαϊκό αμυντικό κλάδο, με τις μετοχές να κολλάνε ύστερα από το εντυπωσιακό ράλι, που αποτέλεσε μία από τις πιο κερδοφόρες επενδυτικές τάσεις των τελευταίων ετών.
Το τελευταίο χρονικό διάστημα χάνουν την ορμή τους στα χρηματιστήρια, καθώς αυξάνονται οι ανησυχίες για το πώς θα χρηματοδοτηθούν τα φιλόδοξα στρατιωτικά σχέδια της Ευρώπης, αναφέρουν αναλυτές στους Financeial Times, την ίδια στιγμή που επενδυτές στρέφουν το ενδιαφέρον τους σε εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται στα drones και στις τεχνολογίες του σύγχρονου πολέμου.
Ο δείκτης Stoxx Europe Targeted Defence έχει υποχωρήσει περισσότερο από 15% από το υψηλό του Ιανουαρίου, με μεγάλο μέρος των απωλειών να καταγράφεται μετά την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν. Η εξέλιξη αυτή έχει αφαιρέσει δισεκατομμύρια ευρώ από την κεφαλαιοποίηση εταιρειών όπως η BAE Systems, η Rolls-Royce, η Thales, η Leonardo και η Rheinmetall.
Η αναστροφή είναι εντυπωσιακή, καθώς ο κλάδος κατέγραφε ετήσια άνοδο άνω του 40% από το 2022, όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία. Το 2025 οι μετοχές άμυνας σχεδόν διπλασιάστηκαν, ενισχυμένες από τα γιγαντιαία επενδυτικά σχέδια της Γερμανίας και τη συμφωνία του ΝΑΤΟ για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, όπως σημειώνει στους FT, ο αναλυτής της Citi, Τσαρλς Άρμιτατζ, η συζήτηση έχει αλλάξει. «Πέρυσι όλοι μιλούσαν για το πόσο θετικές είναι οι δαπάνες. Φέτος το ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό».
Επιτόκια και δημοσιονομικά ελλείμματα προβληματίζουν
Η ανησυχία εντάθηκε καθώς το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων αυξήθηκε σημαντικά φέτος λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή και των αναταράξεων γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Οι φόβοι για υψηλότερο πληθωρισμό έχουν ενισχύσει τις προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική και υψηλότερα επιτόκια.
Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις που επιβαρύνονται από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, γεγονός που περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Σύμφωνα με τον Εμανουέλ Κο της Barclays, οι αγορές αμφισβητούν πλέον κατά πόσο το σημερινό κύμα αμυντικών δαπανών μπορεί να διατηρηθεί, δεδομένου ότι βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έκδοση νέου χρέους.
Οι δυσκολίες χρηματοδότησης γίνονται ήδη εμφανείς
Οι δυσκολίες χρηματοδότησης γίνονται ήδη εμφανείς. Στη Βρετανία, ο υπουργός Άμυνας Τζον Χίλι παραιτήθηκε καταγγέλλοντας την απροθυμία της κυβέρνησης να δεσμεύσει επαρκείς πόρους για την εθνική άμυνα.
Παράλληλα, η Γερμανία γνωστοποίησε στη Γαλλία ότι αποχωρεί από το κοινό πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικού αεροσκάφους νέας γενιάς, το οποίο αποτελούσε τον πυρήνα του προγράμματος Future Combat Air System ύψους 100 δισ. ευρώ.
Αντίστοιχα, ο πρωθυπουργός της Τσεχίας, Αντρέι Μπάμπις, δήλωσε ότι η χώρα του πιθανότατα δεν θα πετύχει τον στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες ίσες με το 2% του ΑΕΠ.
Οι επενδυτές δεν ανησυχούν μόνο για τη χρηματοδότηση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή ανέδειξαν τη σημασία των drones, των πυραυλικών συστημάτων και του στρατιωτικού λογισμικού έναντι των παραδοσιακών αρμάτων μάχης και τεθωρακισμένων.
Έτσι, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται προς εταιρείες με ισχυρό τεχνολογικό προσανατολισμό. Η γαλλική Parrot, που κατασκευάζει drones, καταγράφει άνοδο περίπου 36% φέτος, ενώ η σουηδική MilDef, που εξειδικεύεται σε στρατιωτικά πληροφοριακά συστήματα, έχει ενισχυθεί σχεδόν κατά δύο τρίτα.

Kαλλιτεχνική απεικόνιση του μελλοντικού μαχητικού 6ης γενιάς FCAS, ένα πρόγραμμα που εγκατέλειψαν Γερμανία και Γαλλία © Wikimedia
Όπως επισημαίνει ο Τσαρλς Άρμιτατζ της Citi, η αγορά φαίνεται να εισέρχεται στην τελική φάση του μεγάλου επενδυτικού κύκλου των παραδοσιακών αμυντικών μετοχών. «Τα εύκολα κέρδη έχουν ήδη γίνει», σημειώνει, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη επιφυλακτικότητα των επενδυτών απέναντι στον κλάδο.
Οι εξελίξεις αποτυπώνουν τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.
- Από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν φιλόδοξα προγράμματα αμυντικών δαπανών, σε μια περίοδο όπου τα υψηλά επιτόκια και η άνοδος του κόστους δανεισμού περιορίζουν τα δημοσιονομικά περιθώρια.
- Από την άλλη, οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με την ίδια ακριβώς πραγματικότητα: ακριβότερη χρηματοδότηση, συμπιεσμένα περιθώρια κέρδους και αυξημένο κίνδυνο πτωχεύσεων.
Όπως δείχνουν τόσο η επιβράδυνση του επενδυτικού ενθουσιασμού για τον αμυντικό κλάδο όσο και η αύξηση των εταιρικών λουκέτων στην ευρωζώνη, η εποχή του φθηνού χρήματος έχει πλέον παρέλθει. Οι αγορές δεν αρκούνται πλέον σε πολιτικές εξαγγελίες και φιλόδοξους στόχους, αλλά αναζητούν απτές αποδείξεις ότι οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και οι θεσμοί μπορούν να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος κεφαλαίου παραμένει υψηλό.
Σε αυτό το νέο τοπίο, οι αποφάσεις για τα επιτόκια και η πορεία του πληθωρισμού θα συνεχίσουν να επηρεάζουν καθοριστικά τόσο τις επιχειρηματικές προοπτικές όσο και τις στρατηγικές επιλογές της Ευρώπης.
