Με δηλώσεις περί «απίστευτης επίσκεψης» και προσπάθεια να εμφανιστεί κλίμα συνεννόησης ολοκληρώθηκε η διήμερη σύνοδος κορυφής του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο. Παρά τον θετικό τόνο των δύο πλευρών, η συνάντηση δεν έφερε τη μεγάλη συμφωνία που θα μπορούσε να ανατρέψει το επιφυλακτικό κλίμα στις αγορές, οι οποίες παραμένουν προσηλωμένες στον συνδυασμό γεωπολιτικού ρίσκου, υψηλών τιμών ενέργειας και επιτοκιακής αβεβαιότητας.
Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκε η κρίση με το Ιράν και, κυρίως, τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται ένα κρίσιμο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας. Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, Τραμπ και Σι συμφώνησαν ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ότι τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά για την ελεύθερη ροή της ενέργειας. Η Ουάσιγκτον υποστήριξε επίσης ότι ο Σι εξέφρασε ενδιαφέρον για αύξηση των αγορών αμερικανικού πετρελαίου, ώστε η Κίνα να μειώσει μελλοντικά την εξάρτησή της από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, όπως αναφέρει το Reuters.
Η κινεζική πλευρά, ωστόσο, κράτησε πιο προσεκτική στάση. Τα κινεζικά επίσημα ανακοινωθέντα δεν επιβεβαίωσαν συγκεκριμένη συμφωνία για αγορές αμερικανικής ενέργειας, ενώ το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας περιορίστηκε να ζητήσει ταχεία αποκλιμάκωση, επίλυση της κρίσης και αποκατάσταση της σταθερότητας στις αλυσίδες εφοδιασμού και στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Στην ανακοίνωσή του, το Πεκίνο τόνισε ότι η σύγκρουση έχει ήδη επιβαρύνει την παγκόσμια ανάπτυξη, το διεθνές εμπόριο και την ενεργειακή ασφάλεια.
Το πετρέλαιο είναι ο λόγος για τον οποίο η κρίση του Ορμούζ μετατράπηκε σε βασικό πεδίο πίεσης στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας. Σύμφωνα με την αμερικανική Energy Information Administration, το 2024 περνούσαν από τα Στενά του Ορμούζ περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχούσε περίπου στο 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαιοειδών. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το 84% του αργού και συμπυκνωμάτων που διέρχονταν από τα Στενά κατευθυνόταν σε ασιατικές αγορές, με Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα να αποτελούν τους μεγαλύτερους προορισμούς.
Η ενεργειακή διάσταση εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εμπλέξει περισσότερο το Πεκίνο στην πίεση προς την Τεχεράνη. Η Κίνα παραμένει μεγάλος εισαγωγέας αργού και σημαντικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, ενώ η σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο είναι κρίσιμη τόσο για την ενεργειακή της ασφάλεια όσο και για την εξαγωγική της οικονομία. Τυχόν παρατεταμένη αναστάτωση στα Στενά του Ορμούζ δεν θα σήμαινε μόνο ακριβότερο πετρέλαιο, αλλά και υψηλότερο κόστος μεταφορών, πληθωριστικές πιέσεις και ασθενέστερη παγκόσμια ζήτηση για κινεζικά προϊόντα.
Οι δηλώσεις Τραμπ για τα πυρηνικά του Ιράν ανεβάζουν το πετρέλαιο
Οι αγορές πετρελαίου αντέδρασαν νευρικά. Το Brent καταγράφει άνοδο πάνω από 3% στα 109 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI ξεπέρασε τα 104 δολάρια σημειώνοντας άνοδο 3,55%, μετά τις δηλώσεις Τραμπ ότι οι δύο ηγέτες συμφώνησαν πως το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Παρά τις αναφορές ότι ορισμένα πλοία πέρασαν από τα Στενά, οι ροές παραμένουν χαμηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα, διατηρώντας ζωντανό τον φόβο νέων ανατιμήσεων στην ενέργεια.
Στο εμπορικό πεδίο, ο Τραμπ επιχείρησε να παρουσιάσει τη σύνοδο ως οικονομική επιτυχία, δηλώνοντας ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει αμερικανικό πετρέλαιο, σόγια και 200 αεροσκάφη Boeing. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες παραμένουν περιορισμένες και η αντίδραση των επενδυτών ήταν συγκρατημένη, καθώς οι προσδοκίες για μεγαλύτερες συμφωνίες ήταν υψηλότερες. Η μετοχή της Boeing υποχώρησε μετά την ανακοίνωση για τα 200 αεροσκάφη, καθώς αναλυτές ανέμεναν δυνητικά μεγαλύτερη παραγγελία.
«Αγκάθι» παραμένει η Ταϊβάν
Παράλληλα, δεν υπήρξε σαφής πρόοδος σε πιο ευαίσθητα ζητήματα, όπως οι εξαγωγές προηγμένων τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, οι τεχνολογικοί περιορισμοί και η Ταϊβάν. Ο Σι προειδοποίησε την Ουάσιγκτον ότι ο λάθος χειρισμός του ζητήματος της Ταϊβάν θα μπορούσε να οδηγήσει τις σχέσεις των δύο χωρών σε επικίνδυνη τροχιά, επιβεβαιώνοντας ότι η στρατηγική αντιπαλότητα παραμένει βαθιά, ακόμη και όταν οι δύο πλευρές επιχειρούν να δείξουν διάθεση διαχείρισης των εντάσεων.
Η εικόνα στις αγορές αποτύπωσε αυτή την επιφυλακτικότητα. Οι ασιατικές μετοχές υποχώρησαν την Παρασκευή, με τους επενδυτές να εστιάζουν στην άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων, στις πληθωριστικές πιέσεις από το ακριβό πετρέλαιο και στην απουσία συγκεκριμένων ανακοινώσεων ικανών να αλλάξουν άμεσα το επενδυτικό κλίμα.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η σύνοδος Τραμπ–Σι δεν σηματοδότησε επανεκκίνηση των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας, αλλά προσπάθεια ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης. Το Πεκίνο θέλει σταθερότητα χωρίς να αναλάβει πλήρως το κόστος της κρίσης με το Ιράν. Η Ουάσιγκτον θέλει κινεζική πίεση προς την Τεχεράνη και εμπορικές ανακοινώσεις με πολιτικό αντίκρισμα. Οι αγορές, όμως, βλέπουν ακόμη ανοιχτά μέτωπα: Ορμούζ, πετρέλαιο, πληθωρισμό, επιτόκια, Ταϊβάν και τεχνολογικό ανταγωνισμό.
Έτσι, παρά το θετικό κλίμα που επιχείρησαν να εκπέμψουν οι δύο ηγέτες, η σύνοδος άφησε περισσότερο την εικόνα μιας εύθραυστης διαχείρισης κρίσεων παρά μιας ουσιαστικής επίλυσης διαφορών. Και όσο το πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια και τα Στενά του Ορμούζ δεν επιστρέφουν σε κανονική λειτουργία, οι αγορές δύσκολα θα πειστούν ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα έχει υποχωρήσει.
CNBC: Τα τρία βασικά συμπεράσματα από την ιστορική συνάντηση Τραμπ–Σι
Σύμφωνα με το CNBC, η συνάντηση Τραμπ–Σι δεν έφερε μια συνολική επανεκκίνηση των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας, ωστόσο συνέβαλε στην ενίσχυση της εύθραυστης εμπορικής εκεχειρίας και στη σταθεροποίηση των διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Το γεγονός ότι οι δύο πλευρές άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας συνάντησης το φθινόπωρο θεωρείται ένδειξη ότι, παρά τις διαφωνίες, καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί νέα απότομη κλιμάκωση.
1. Γεωπολιτική σύγκλιση
Πρώτο βασικό συμπέρασμα είναι ότι υπήρξαν σημεία γεωπολιτικής σύγκλισης, κυρίως γύρω από το Ιράν, χωρίς όμως να εξαφανιστούν τα όρια αυτής της συνεννόησης. Η Yue Su, επικεφαλής οικονομολόγος για την Κίνα στο Economist Intelligence Unit, σημείωσε ότι και οι δύο πλευρές φαίνεται πως πήραν πολιτικά αυτό που ήθελαν από τη συνάντηση. Όπως εκτίμησε, η έμφαση στο Ιράν έδειξε ότι υπάρχει κοινό έδαφος, ενώ το γεγονός πως Ουάσιγκτον και Πεκίνο θέλουν να παρουσιάσουν τη σύνοδο ως επιτυχία υποδηλώνει τουλάχιστον διάθεση καλής θέλησης. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι δυνατότητες επιρροής της Κίνας στην Τεχεράνη είναι περιορισμένες, καθώς το ιρανικό καθεστώς θα κινηθεί με βάση τα δικά του συμφέροντα και την ανάγκη επιβίωσής του.
2. Σε ισχύ η εμπορική συμφωνία
Δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η εμπορική εκεχειρία παραμένει σε ισχύ. Αν και οι δύο κυβερνήσεις δεν ανακοίνωσαν λεπτομέρειες για συγκεκριμένες συμφωνίες, η προοπτική νέας συνάντησης πριν από τη λήξη της ετήσιας εμπορικής εκεχειρίας δίνει χρόνο στις δύο πλευρές να διατηρήσουν το πλαίσιο αποκλιμάκωσης. Η εκεχειρία αυτή είχε οδηγήσει σε μείωση δασμών και σε αναδίπλωση ορισμένων περιορισμών στις σπάνιες γαίες, μετά την ένταση που είχε προηγηθεί στις σχέσεις των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η αναφορά του Σι σε ένα πλαίσιο «στρατηγικής σταθερότητας» για τα επόμενα τρία χρόνια. Ο Jack Lee, αναλυτής της China Macro Group, εκτίμησε ότι το Πεκίνο επιχειρεί να μετατρέψει τη συναλλακτική διάθεση του Τραμπ για σταθεροποίηση των σχέσεων σε ένα πιο μακροπρόθεσμο πλαίσιο λειτουργίας των αμερικανοκινεζικών σχέσεων. Ένα τέτοιο πλαίσιο, όπως σημειώνει, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση αναφοράς ακόμη και για τον επόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ.
3. Νίκες για τις επιχειρήσεις
Τρίτο συμπέρασμα είναι ότι οι επιχειρήσεις είχαν παρουσία υψηλού συμβολισμού, αλλά όχι απαραίτητα αντίστοιχο όγκο ανακοινώσεων. Ο Τραμπ παρουσίασε ως επιτυχία την προοπτική κινεζικής παραγγελίας 200 αεροσκαφών Boeing, αριθμό υψηλότερο από τις 150 μονάδες που φέρεται να ανέμενε η εταιρεία, αλλά χαμηλότερο από τις πιο φιλόδοξες εκτιμήσεις για έως και 500 αεροσκάφη. Παράλληλα, η Nvidia φέρεται να έλαβε το πράσινο φως από την αμερικανική κυβέρνηση για πωλήσεις προηγμένων H200 chips σε μεγάλες κινεζικές εταιρείες, εξέλιξη που στήριξε τις τεχνολογικές μετοχές.
Στο Πεκίνο βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο διευθύνων σύμβουλος της Boeing, Kelly Ortberg, ο επικεφαλής της Nvidia, Jensen Huang, ο CEO της Apple, Τιμ Κουκ, και ο Έλον Μασκ της Tesla, σε μια επιχειρηματική αποστολή που είχε περισσότερο πολιτικό και συμβολικό βάρος παρά χαρακτήρα μαζικής υπογραφής συμφωνιών. Ο Gary Dvorchak, managing director της Blueshirt Group, εκτίμησε ότι στόχος της παρουσίας των Αμερικανών επιχειρηματικών ηγετών δεν ήταν να υπογράψει κάθε CEO μια συμφωνία, αλλά να προβληθεί η οικονομική ισχύς των ΗΠΑ και να φανεί ενότητα ανάμεσα στην αμερικανική κυβέρνηση και τον ιδιωτικό τομέα.
Με βάση αυτή την ανάγνωση, η σύνοδος Τραμπ–Σι πέτυχε περισσότερο στο επίπεδο της διαχείρισης προσδοκιών παρά στο επίπεδο των μεγάλων δεσμευτικών συμφωνιών. Ενίσχυσε την εμπορική εκεχειρία, κράτησε ανοιχτό τον διάλογο και έδωσε στις δύο πλευρές τη δυνατότητα να παρουσιάσουν πολιτικά οφέλη. Δεν έλυσε, όμως, τα βαθύτερα στρατηγικά ρήγματα γύρω από την Ταϊβάν, την τεχνολογία, την ενέργεια και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό ισχύος.
