Τραμπ-Σι: Σύγκλιση για Ιράν, Ορμούζ και πετρέλαιο – Παραμένουν τα ανοιχτά μέτωπα

Η Κίνα θα αγοράσει αμερικανικό πετρέλαιο για να ικανοποιήσει την «ακόρεστη όρεξή» της, δήλωσε ο Τραμπ. Ο όρος Σι για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ

Ο Πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο © EPA/Maxim Shemetov

Στη σκιά της σύγκρουσης με το Ιράν, των πιέσεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας και των τριβών γύρω από την Ταϊβάν, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ πραγματοποίησαν για δεύτερη ημέρα τις συνομιλίες τους στο Ζονγκνανχάι, το περίκλειστο συγκρότημα της κινεζικής ηγεσίας στο Πεκίνο, ολοκληρώνοντας μια διήμερη σύνοδο κορυφής με έντονο πολιτικό, οικονομικό και γεωστρατηγικό αποτύπωμα.

Οι Financial Times αναφέρουν ότι η δεύτερη ημέρα της συνόδου Τραμπ-Σι στο Πεκίνο επικεντρώθηκε κυρίως στο Ιράν και στα Στενά του Ορμούζ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να δηλώνει πως ΗΠΑ και Κίνα έχουν «πολύ παρόμοια» θέση για την ανάγκη τερματισμού της σύγκρουσης και αποτροπής απόκτησης πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη. Παρά το θετικό κλίμα και τις αναφορές σε εμπορικές συνεννοήσεις για πετρέλαιο, αγροτικά προϊόντα και αεροσκάφη, δεν ανακοινώθηκαν μεγάλες συγκεκριμένες συμφωνίες. Σύμφωνα με το δημοσίευμα η Ταϊβάν και οι τεχνολογικοί περιορισμοί παραμένουν βασικά σημεία έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας.

Οι δύο ηγέτες είχαν προγραμματίσει τσάι εργασίας και κλειστό γεύμα, πριν από την αναχώρηση της αμερικανικής αποστολής για την Ουάσιγκτον. Η δεύτερη και τελευταία ημέρα της συνόδου θεωρείται κρίσιμη για το κατά πόσον οι συνομιλίες μπορούν να μεταφραστούν σε συγκεκριμένες συμφωνίες για το εμπόριο, τις σπάνιες γαίες που ελέγχονται από την Κίνα, αλλά και τις αμερικανικές εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και αεροσκαφών.

Το Ζονγκνανχάι, όπου πραγματοποιήθηκε η σημερινή συνάντηση, αποτελεί το συγκρότημα των κεντρικών γραφείων του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας και συχνά περιγράφεται ως το κινεζικό αντίστοιχο του Λευκού Οίκου. Καλύπτει έκταση περίπου 1.500 στρεμμάτων, εκ των οποίων τα 700 είναι λίμνη, ενώ περιλαμβάνει περίπτερα, κήπους και γραφεία.

Την κινεζική πλευρά εκπροσώπησαν ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, ο διευθυντής του Γενικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΚ Κάι Τσι, ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Χε Λιφένγκ, ο υφυπουργός Εξωτερικών Μα Ζαοξού και ο πρέσβης της Κίνας στις ΗΠΑ Σιέ Φενγκ.

Από αμερικανικής πλευράς συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος Τραμπ, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Κίνα Ντέιβιντ Περντιού, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ο επικεφαλής του Πενταγώνου Πιτ Χέγκσεθ και ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ.

Ο Σι επέλεξε το Ζονγκνανχάι, έναν χώρο με αυτοκρατορική ιστορία και σημερινό κέντρο της κινεζικής εξουσίας, ως σκηνικό της δεύτερης ημέρας, επιχειρώντας να προσδώσει στη συνάντηση χαρακτήρα προσωπικής ανταπόδοσης της φιλοξενίας που είχε δεχθεί από τον Τραμπ στο Mar-a-Lago το 2017. Ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να αντέδρασε θετικά, λέγοντας «μου αρέσει αυτό», ενώ στις δημόσιες δηλώσεις του εμφανίστηκε αισιόδοξος για την πορεία των διμερών σχέσεων.

Νέο πλαίσιο για τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας

Το Πεκίνο παρουσίασε τη σύνοδο ως αφετηρία μιας «νέας τοποθέτησης» στις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ, με έμφαση σε μια «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα» για τα επόμενα τρία χρόνια και πέραν αυτών.

Σύμφωνα με το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών, οι δύο ηγέτες κατέληξαν σε «μια σειρά νέων συνεννοήσεων» και συμφώνησαν σε ένα νέο πλαίσιο για την οικοδόμηση μιας εποικοδομητικής σχέσης στρατηγικής σταθερότητας μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Η ανακοίνωση δεν παρείχε συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τις συμφωνίες, ανέφερε όμως ότι οι δύο πρόεδροι συμφώνησαν στην ανάγκη σωστής διαχείρισης των αμοιβαίων ανησυχιών τους, καθώς και στην ενίσχυση της επικοινωνίας και του συντονισμού σε διεθνή και περιφερειακά ζητήματα.

Ο Σι μίλησε για συνεργασία ως βασικό άξονα, με ελεγχόμενο ανταγωνισμό και διαχειρίσιμες διαφορές, επιχειρώντας να δώσει ένα πλαίσιο μακράς διάρκειας στη σχέση των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.

Τραμπ στο Fox: Η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει αμερικανικό πετρέλαιο

Από την πλευρά του, ο Τραμπ υποστήριξε ότι έχουν επιτευχθεί «φανταστικές» εμπορικές συμφωνίες, χωρίς ωστόσο να ανακοινώσει πλήρες πακέτο συγκεκριμένων μέτρων. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ δήλωσε ότι έχουν «κλειδώσει» συμφωνίες για αγροτικά προϊόντα, βόειο κρέας και αεροσκάφη Boeing, ενώ οι δύο πλευρές αναμένεται να προσδιορίσουν μη ευαίσθητα προϊόντα αξίας περίπου 30 δισ. δολαρίων. Παράλληλα, ο Γκριρ ανέφερε ότι δεν έχει ακόμη αποφασιστεί αν θα παραταθεί η εμπορική εκεχειρία που λήγει αργότερα φέτος.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Τραμπ δήλωσε σε προηχογραφημένη συνέντευξή του στο Fox News ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει αμερικανικό πετρέλαιο, με αποστολές από το Τέξας, τη Λουιζιάνα και την Αλάσκα, καθώς και περισσότερα αγροτικά προϊόντα, ιδίως σόγια.

Ωστόσο, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έσπευσε να χαμηλώσει τις προσδοκίες, λέγοντας ότι οι δεσμεύσεις για τη σόγια έχουν ήδη «τακτοποιηθεί» μέσω προηγούμενης συμφωνίας. Οι αγορές αναμένουν κυρίως διευκρινίσεις για το πώς η Κίνα θα εκπληρώσει την υπόσχεση εισαγωγής 25 εκατ. τόνων σόγιας ετησίως έως το 2028.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στη συμφωνία για αγορά 200 αεροσκαφών Boeing από την Κίνα, την οποία ανακοίνωσε ο Τραμπ. Η είδηση, αν και σημαντική, υπολείπεται των προσδοκιών της αγοράς, καθώς πριν από τη σύνοδο γινόταν λόγος ακόμη και για πακέτο περίπου 500 αεροσκαφών. Η μετοχή της Boeing υποχώρησε άνω του 4%, καθώς δεν υπήρξαν άμεσες λεπτομέρειες για τον τύπο των αεροσκαφών ή το χρονοδιάγραμμα παραδόσεων.

Στενά του Ορμούζ: Η Κίνα ζητάει άμεσο άνοιγμα και διαρκή κατάπαυση του πυρός

Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκε και το Ιράν, με το Πεκίνο να ζητά πλήρη κατάπαυση του πυρός στη Μέση Ανατολή και άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ «το συντομότερο δυνατό». Η κινεζική παρέμβαση έγινε στο περιθώριο της συνόδου κορυφής ΗΠΑ-Κίνας, την ώρα που οι πρόεδροι Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ συζητούσαν στην κινεζική πρωτεύουσα.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι ο Σι συμμερίζεται την ανάγκη να τερματιστεί η σύγκρουση, να παραμείνουν ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ και να μην αποκτήσει η Τεχεράνη πυρηνικό όπλο. Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν ότι η κρίσιμη θαλάσσια οδός πρέπει να παραμείνει ανοιχτή και ότι η Κίνα αντιτίθεται στη στρατιωτικοποίηση των Στενών ή στην επιβολή διοδίων. Ο Τραμπ υποστήριξε επίσης ότι ο Σι δεσμεύθηκε πως δεν θα προμηθεύσει στρατιωτικό εξοπλισμό στο Ιράν.

Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε ότι οι θαλάσσιες οδοί πρέπει να ανοίξουν πλήρως, όπως ζητεί η διεθνής κοινότητα, και να εφαρμοστεί «συνολική και διαρκής κατάπαυση του πυρός» το ταχύτερο δυνατό. «Ο πόλεμος αυτός, που δεν έπρεπε να είχε γίνει ποτέ, δεν υπάρχει κανένας λόγος να συνεχιστεί», τόνισε το Πεκίνο.

Από το ξέσπασμα του πολέμου, μετά την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, η Τεχεράνη έχει ουσιαστικά κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία σε καιρό ειρήνης διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου που προορίζεται για τις διεθνείς αγορές. Την ίδια ώρα, οι ΗΠΑ επιβάλλουν ναυτικό αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια, παρά την εύθραυστη κατάπαυση του πυρός που βρίσκεται σε ισχύ από τις 8 Απριλίου.

Τραμπ: «Δεν θα κάνω πολλή υπομονή με το Ιράν»

Ο Αμερικανός πρόεδρος, πάντως, σκλήρυνε τον τόνο έναντι της Τεχεράνης, λέγοντας ότι «δεν θα είναι πολύ πιο υπομονετικός» και ότι το Ιράν «πρέπει να κάνει συμφωνία». Αναφερόμενος στο απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν, είπε πως θα «αισθανόταν καλύτερα» αν οι ΗΠΑ το είχαν στα χέρια τους, αν και παραδέχθηκε ότι το θεωρεί περισσότερο ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης, παρά άμεσης ουσιαστικής ανάγκης.

Η κινεζική στάση στο Ιράν παραμένει κρίσιμη, καθώς η Κίνα είναι ο βασικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και διατηρεί ισχυρά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη επιβάλει νέες κυρώσεις σε πρόσωπα και εταιρείες που φέρονται να διευκολύνουν τη μεταφορά ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα, την ώρα που η Ουάσιγκτον προσπαθεί να πείσει το Πεκίνο να ασκήσει επιρροή στην Τεχεράνη.

Η Ταϊβάν παραμένει το μεγάλο αγκάθι

Παρά τους χαμηλούς τόνους και το θετικό κλίμα που επιχείρησαν να προβάλουν οι δύο πλευρές στις δημόσιες εμφανίσεις τους, το ζήτημα της Ταϊβάν παρέμεινε το πιο ευαίσθητο σημείο των συνομιλιών.

Ο Σι Τζινπίνγκ προειδοποίησε ότι ένας λανθασμένος χειρισμός του θέματος θα μπορούσε να οδηγήσει τις σινοαμερικανικές σχέσεις σε εξαιρετικά επικίνδυνη τροχιά, ενώ ο Μάρκο Ρούμπιο ξεκαθάρισε ότι η πολιτική της Ουάσιγκτον έναντι της Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη.

Για το Πεκίνο, η Ταϊβάν αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κινεζικής επικράτειας, την ώρα που οι ΗΠΑ συνεχίζουν να στηρίζουν την ικανότητα της Ταϊπέι να αμύνεται.

Απώλειες στις ασιατικές αγορές – Βουτιά άνω του 3% για τον Kospi

Στα οικονομικά, οι αγορές παρακολούθησαν τις συνομιλίες με συγκρατημένη αισιοδοξία, ωστόσο οι ασιατικοί δείκτες κινήθηκαν πτωτικά. Τα κινεζικά κρατικά ομόλογα παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό σταθερά, ενώ τα στοιχεία για την πιστωτική επέκταση του Απριλίου έδειξαν υποχώρηση των νέων δανείων, ένδειξη ότι η εσωτερική ζήτηση στην κινεζική οικονομία παραμένει εύθραυστη.

Ο βασικός δείκτης Kospi της Νότιας Κορέας έχασε τα αρχικά του κέρδη και υποχώρησε άνω του 3% την Παρασκευή, απομακρυνόμενος από το νέο ιστορικό υψηλό πάνω από τις 8.000 μονάδες, καθώς οι ευρύτερες αγορές της Ασίας-Ειρηνικού κινήθηκαν πτωτικά. Οι επενδυτές παρακολουθούσαν στενά τη δεύτερη ημέρα των κρίσιμων συνομιλιών μεταξύ Τραμπ και Σι.

Ο δείκτης μικρής κεφαλαιοποίησης Kosdaq κατέγραφε απώλειες 2,61%. Στην Ιαπωνία, ο Nikkei 225 υποχώρησε 1,1%, ενώ ο Topix έχασε 0,13%. Στην Αυστραλία, ο S&P/ASX 200 παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος. Στο Χονγκ Κονγκ, ο Hang Seng σημείωσε πτώση 0,89%, ενώ ο κινεζικός CSI 300 παρέμεινε σταθερός. Στην Ινδία, ο Nifty 50 ενισχύθηκε κατά 0,2%.

Ο Kospi είχε ξεπεράσει για πρώτη φορά τις 7.000 μονάδες στις 5 Μαΐου, μετά την άνοδο της Samsung Electronics σε ιστορικό υψηλό, με την κεφαλαιοποίησή της να υπερβαίνει το 1 τρισ. δολάρια.

Το ανοδικό σερί της νοτιοκορεατικής αγοράς έχει συνοδευτεί από ανησυχίες για αυξημένη συγκέντρωση κινδύνου, κυρίως στις μετοχές που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Samsung Electronics και η SK Hynix αντιπροσώπευαν μαζί ποσοστό-ρεκόρ 42,2% του Kospi τον Μάιο, σύμφωνα με τη Manulife Investment Management.

Τα αρχικά κέρδη στη Σεούλ αντανακλούσαν την αισιοδοξία των επενδυτών ότι οι συνομιλίες Τραμπ-Σι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αποκλιμάκωση των εντάσεων γύρω από το εμπόριο και τις εξαγωγές τεχνολογίας, εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία για τις εταιρείες ημιαγωγών και τις μετοχές που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Ωστόσο, η μετοχή της Samsung Electronics υποχώρησε άνω του 5%, μετά την ανακοίνωση του συνδικάτου της ότι θα προχωρήσει στην προγραμματισμένη 18ήμερη απεργία από τις 21 Μαΐου, με τη συμμετοχή περισσότερων από 45.000 εργαζομένων. Η εξέλιξη ήρθε παρά την πρόταση της εταιρείας για επανέναρξη των μισθολογικών διαπραγματεύσεων χωρίς προϋποθέσεις. Το συνδικάτο ανέφερε ότι είναι διατεθειμένο να επιστρέψει στο τραπέζι των συνομιλιών μετά τις 7 Ιουνίου.

Στις ΗΠΑ, τα futures των βασικών δεικτών κινήθηκαν σχεδόν αμετάβλητα το βράδυ της Πέμπτης. Τα futures του Dow Jones υποχώρησαν κατά 10 μονάδες ή 0,02%, τα futures του S&P 500 έχασαν 0,02%, ενώ τα futures του Nasdaq 100 ενισχύθηκαν οριακά κατά 0,06%.

Στη συνεδρίαση της Wall Street που προηγήθηκε, ο Dow Jones Industrial Average επέστρεψε πάνω από τις 50.000 μονάδες, μετά τα ισχυρά αποτελέσματα της Cisco Systems. Ο δείκτης των 30 μετοχών ενισχύθηκε κατά 370,26 μονάδες ή 0,75%, κλείνοντας στις 50.063,46 μονάδες.

Ο S&P 500 σημείωσε άνοδο 0,77% και έκλεισε στις 7.501,24 μονάδες, ενώ ο Nasdaq Composite κέρδισε 0,88%, φθάνοντας στις 26.635,22 μονάδες. Και οι δύο δείκτες κατέγραψαν νέα ιστορικά υψηλά ενδοσυνεδριακά και σε επίπεδο κλεισίματος.

Οι μεγάλες διαφορές παραμένουν

Η διήμερη επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα είναι η πρώτη επίσκεψη εν ενεργεία προέδρου των ΗΠΑ στη χώρα από το 2017 και ολοκληρώνεται με τις δύο πλευρές να προβάλλουν την εικόνα μιας σχέσης που επιχειρεί να σταθεροποιηθεί.

Ωστόσο, παρά τις εμπορικές συνεννοήσεις και το θετικό κλίμα στις δημόσιες δηλώσεις, οι βαθιές στρατηγικές αντιθέσεις δεν έχουν αρθεί. Το εμπόριο, η ενέργεια, το Ιράν, οι τεχνολογικοί περιορισμοί, οι σπάνιες γαίες και η Ταϊβάν παραμένουν τα μεγάλα πεδία δοκιμασίας για την επόμενη φάση των σινοαμερικανικών σχέσεων.