Όλοι οι Αμερικανοί πρόεδροι που επισκέφτηκαν την Κίνα τα τελευταία 54 χρόνια

Ο Νίξον έγινε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που πάτησε κινεζικό έδαφος μετά την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας

Τζο Μπάιντεν και Σι Τζινπίνγκ ©EPA/LINTAO ZHANG / POOL

Από την ιστορική χειραψία του Ρίτσαρντ Νίξον με τον Μάο Τσε Τουνγκ το 1972 έως τη νέα επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο τον Μάιο του 2026, οι επισκέψεις Αμερικανών προέδρων στην Κίνα αποτυπώνουν τη μεταμόρφωση μιας σχέσης που πέρασε από τον Ψυχρό Πόλεμο στην οικονομική αλληλεξάρτηση και πλέον σε μια νέα εποχή στρατηγικού ανταγωνισμού.

Η νέα οπτικοποίηση του Voronoi, βασισμένη σε στοιχεία του Γραφείου Ιστορικού των ΗΠΑ, καταγράφει 54 χρόνια προεδρικών επισκέψεων στην Κίνα, αποκαλύπτοντας πώς οι επαφές Ουάσιγκτον και Πεκίνου μετατράπηκαν από σπάνιες διπλωματικές αποστολές σε σχεδόν ετήσια γεγονότα υψηλού γεωπολιτικού διακυβεύματος.

Η αρχή έγινε το 1972, όταν ο Νίξον έγινε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που πάτησε κινεζικό έδαφος μετά την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Η επίσκεψη θεωρείται μία από τις σημαντικότερες διπλωματικές στιγμές του 20ού αιώνα, καθώς άνοιξε τον δρόμο για την αποκατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις και οδήγησε τελικά στην πλήρη διπλωματική αναγνώριση του Πεκίνου το 1979.

Στα πρώτα χρόνια, οι επισκέψεις ήταν σπάνιες και έντονα συμβολικές. Ο Τζέραλντ Φορντ επισκέφθηκε το Πεκίνο το 1975, ενώ χρειάστηκε να περάσει σχεδόν μία δεκαετία μέχρι την επόμενη μεγάλη επίσκεψη, εκείνη του Ρόναλντ Ρίγκαν το 1984. Τότε, η Κίνα επιχειρούσε ακόμη να ανοίξει την οικονομία της προς τη Δύση και οι επισκέψεις είχαν περισσότερο χαρακτήρα πολιτικής προσέγγισης και πολιτιστικής γνωριμίας.

Το γράφημα δείχνει ότι οι πρώτες περιοδείες περιλάμβαναν πολλές κινεζικές πόλεις. Ο Νίξον είχε επισκεφθεί το Πεκίνο, τη Χανγκζού και τη Σανγκάη, ενώ ο Ρίγκαν ταξίδεψε σε Πεκίνο, Σιάν και Σανγκάη. Η πιο εντυπωσιακή πολυήμερη περιοδεία ήταν εκείνη του Μπιλ Κλίντον το 1998, ο οποίος επισκέφθηκε πέντε πόλεις μέσα σε εννέα ημέρες – Πεκίνο, Σανγκάη, Σιάν, Γκουιλίν και Χονγκ Κονγκ – συνοδευόμενος από αποστολή άνω των 1.000 ατόμων.

Ωστόσο, όσο η Κίνα μετατρεπόταν σε παγκόσμια οικονομική υπερδύναμη, οι επισκέψεις γίνονταν ολοένα συχνότερες αλλά και πιο «συγκεντρωμένες». Τα τελευταία χρόνια, σχεδόν όλες οι κρίσιμες συναντήσεις πραγματοποιούνται στο πολιτικό κέντρο του Πεκίνου, με το βάρος να πέφτει λιγότερο στην πολιτιστική διπλωματία και περισσότερο στις σκληρές διαπραγματεύσεις.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η συχνότητα των ταξιδιών αυξήθηκε σημαντικά. Ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος επισκέφθηκε επανειλημμένα την Κίνα, τόσο για συνόδους APEC όσο και για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008. Σύμφωνα με το οπτικό, πλέον ένας Αμερικανός πρόεδρος ταξιδεύει στην Κίνα κατά μέσο όρο περισσότερο από μία φορά κάθε τρία χρόνια.

Σι Τζινπίνγκ Ντόναλντ Τραμπ

Ο Πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο © EPA/Maxim Shemetov

Η νέα επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ το 2026 έρχεται σε ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον σε σχέση με το 2017, όταν είχε γίνει δεκτός με κρατικό δείπνο, επίσημες τελετές και μια ιδιαίτερα θερμή συνάντηση με τον Σι Τζινπίνγκ στην Απαγορευμένη Πόλη. Σήμερα, η ατμόσφαιρα θυμίζει περισσότερο διαπραγμάτευση κορυφής ανάμεσα σε ανταγωνιστικές υπερδυνάμεις παρά παραδοσιακή διπλωματική επίσκεψη.

Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρίσκονται πλέον ο ανταγωνισμός στην τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί, η παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού, η Ταϊβάν και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να πιέσει το Πεκίνο για πιο ενεργό ρόλο στη διαχείριση της κρίσης με το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να ισορροπήσει τις εντάσεις που προκαλεί το αμερικανικό πακέτο όπλων ύψους 11 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν.

Το πέρασμα από τη «διπλωματία της ιστορικής προσέγγισης» στη «διπλωματία της τεχνολογικής αντιπαράθεσης» αποτυπώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την εξέλιξη των αμερικανοκινεζικών σχέσεων μέσα σε μισό αιώνα. Από την εποχή που η Ουάσιγκτον προσπαθούσε να ανοίξει έναν δίαυλο επικοινωνίας με μια απομονωμένη Κίνα, φτάσαμε σε μια περίοδο όπου οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου διαπραγματεύονται το μέλλον της τεχνολογίας, της ασφάλειας και της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.