Παγκόσμια έκρηξη εξαγορών 3,8 τρισ. φέτος παρά τις αναταράξεις στην οικονομία

Tεχνητή νοημοσύνη, ενέργεια, private funds και μεγάλα εταιρικά deal τροφοδοτούν εξαγορές, σύμφωνα με τη Goldman Sachs. Σκοντάφτει η Ευρώπη

Εξαγορές και συγχωνεύσεις © 123RF

Παρά την αβεβαιότητα στην παγκόσμια οικονομία, οι εξαγορές και συγχωνεύσεις των εταιρειών εμφανίζει ισχυρή δυναμική, με την Goldman Sachs να προβλέπει νέα άνοδο των συμφωνιών φέτος, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη, η ενεργειακή μετάβαση και τα private equity funds αλλάζουν το επιχειρηματικό τοπίο.

Καθώς οι εταιρείες κάθονται πάνω σε ένα τεράστιο βουνό ρευστότητας λόγω απροθυμίας πραγματικών επενδύσεων, προτιμούν να διοχετεύουν χρήμα στα χρηματιστήρια, στις επαναγορές ιδίων μετοχών και στις εξαγορές και συγχωνεύσεις για να συγκεντρώσουν και να συγκεντροποιήσουν δυνάμεις στον ανταγωνισμό της παγκόσμιας αγοράς, με στόχο τη δημιουργία πρωταθλητών.

Η παγκόσμια αγορά εξαγορών και συγχωνεύσεων (M&A) φαίνεται να εισέρχεται σε νέα φάση έντονης ανάπτυξης, παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις, την ενεργειακή αβεβαιότητα και τις πιέσεις στις αγορές, αναφέρει ανάλυση της Goldman Sachs. Η αύξηση της δραστηριότητας κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους δείχνει ότι ο τρέχων κύκλος deal έχει ακόμη σημαντικά περιθώρια ανόδου.

Ο Τιμ Ινγκράσια, συνδιευθυντής του τμήματος Global Mergers & Acquisitions της Goldman Sachs Global Banking & Markets, εκτιμά ότι ο συνολικός όγκος των «καθαρών» εξαγορών και συγχωνεύσεων θα μπορούσε να φτάσει φέτος τα 3,8 τρισ. δολάρια, ξεπερνώντας ακόμη και τα επίπεδα του 2021 επί Covid-19  και του 2025.

Στον υπολογισμό αυτό εξαιρούνται spinoffs, γύροι χρηματοδότησης ιδιωτικών εταιρειών και συναλλαγές που αφορούν SPACs, ώστε να αποτυπωθεί η πραγματική δυναμική της αγοράς.

Εξαγορές: Η αγορά αντέχει παρά την αβεβαιότητα

Παρά τις ανησυχίες για την παγκόσμια οικονομία, ο Ινγκράσια υποστηρίζει ότι η αγορά M&A εξακολουθεί να στηρίζεται σε δύο ισχυρούς πυλώνες: την κυκλικότητα και την ανάγκη ανάπτυξης.

Όπως επισημαίνει, οι κύκλοι εξαγορών και συγχωνεύσεων συνήθως διαρκούν έξι έως επτά χρόνια και η σημερινή αγορά βρίσκεται μόλις στο τέταρτο έτος του κύκλου.

«Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακοπεί η δυναμική ενός τέτοιου κύκλου», σημειώνει χαρακτηριστικά. Ωστόσο, παραδέχεται ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα —ιδιαίτερα μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή και τον πόλεμο με το Ιράν— δυσκολεύει τις βραχυπρόθεσμες προβλέψεις.

Παρά ταύτα, η αγορά φαίνεται να έχει προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον μόνιμης αβεβαιότητας. «Έχουμε πλέον συνηθίσει την αβεβαιότητα. Είναι η νέα κανονικότητα», τονίζει ο ίδιος.

Η αγορά M&A είχε κορυφωθεί το 2021, όταν τα επιτόκια βρέθηκαν κοντά στο μηδέν στη διάρκεια της πανδημίας, δίνοντας στις εταιρείες πρόσβαση σε εξαιρετικά φθηνό κεφάλαιο. Στη συνέχεια, η δραστηριότητα υποχώρησε σημαντικά για δύο χρόνια, πριν ανακάμψει εκ νέου το 2024 και το 2025.

Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τις εξαγορές

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν σήμερα τις εξαγορές είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Σύμφωνα με την Goldman Sachs, οι επενδυτές δίνουν πλέον ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στη λεγόμενη «terminal value», δηλαδή στην αξία που θα έχει μια εταιρεία σε βάθος πολλών ετών και όχι στις τρέχουσες επιδόσεις της.

Η ανάπτυξη της AI έχει ενισχύσει δραστικά αυτή τη λογική, ωθώντας πολλές επιχειρήσεις να αναζητούν εξαγορές ως τρόπο ενίσχυσης της μελλοντικής τους αξίας και τεχνολογικής θέσης. «Οι εταιρείες γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να βασιστούν μόνο στην οργανική ανάπτυξη. Πρέπει να αποκτήσουν μελλοντική αξία μέσω εξαγορών», αναφέρει ο Ινγκράσια.

Αυτό εξηγεί γιατί οι μεγάλες συμφωνίες —ιδιαίτερα όσες ξεπερνούν τα 10 δισ. δολάρια— αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς. Σύμφωνα με στοιχεία της Dealogic, οι πολύ μεγάλες συμφωνίες αυξήθηκαν κατά 24% σε σχέση με το προηγούμενο υψηλό του 2021.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια και δυνατότητα ταυτόχρονης διερεύνησης πολλών συμφωνιών, λειτουργώντας ουσιαστικά ως «προπομποί» της ευρύτερης αγοράς. Αυτό, σύμφωνα με τους αναλυτές, σημαίνει ότι σύντομα ενδέχεται να ακολουθήσει νέο κύμα μικρότερων και μεσαίων εξαγορών.

Τα private equity funds πιέζονται να πουλήσουν

Σημαντικό ρόλο στη νέα ώθηση των εξαγορών διαδραματίζουν και τα private equity funds. Τα τελευταία χρόνια, πολλά επενδυτικά κεφάλαια διατηρούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τις συμμετοχές τους, καθώς οι αγορές και τα υψηλά επιτόκια δυσκόλευαν τις πωλήσεις εταιρειών.

Ωστόσο, η πίεση προς τα funds αυξάνεται, καθώς οι επενδυτές απαιτούν αποδόσεις και επιστροφή κεφαλαίων. Σύμφωνα με στοιχεία της MSCI, οι διανομές κερδών από buyout funds βρίσκονται κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 16 ετών.

«Τα private equity funds πρέπει πλέον να πουλήσουν. Και η αγορά M&A εξαρτάται περισσότερο από τους πωλητές παρά από τους αγοραστές», σημειώνει ο Ινγκράσια. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η ανάγκη ρευστοποίησης θα συνεχίσει να τροφοδοτεί την αγορά εξαγορών τους επόμενους μήνες.

Εξαγορές και ενεργειακή μετάβαση

Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή μετάβαση και η αυξανόμενη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια λόγω της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν νέες επενδυτικές ευκαιρίες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία εξαγοράς της AES από κοινοπραξία υπό τις GIP και EQT, αξίας άνω των 45 δισ. δολ., με τη συμμετοχή της JP Morgan ως βασικού χρηματοοικονομικού συμβούλου.

Η συγκεκριμένη συμφωνία θεωρείται ενδεικτική των βαθιών αλλαγών που συντελούνται στον ενεργειακό κλάδο, καθώς η εκρηκτική ανάπτυξη της AI και των data centers αυξάνει θεαματικά τη ζήτηση για αξιόπιστη και καθαρή ηλεκτρική ενέργεια.

Η εισροή ιδιωτικών κεφαλαίων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στις ενεργειακές υποδομές επιταχύνεται, με στόχο τη δημιουργία πιο ευέλικτων και ανθεκτικών δικτύων.

Σύμφωνα με αναλυτές, η σύνδεση μεταξύ τεχνητής νοημοσύνης, ενεργειακής κατανάλωσης και εταιρικών εξαγορών θα αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες της παγκόσμιας οικονομίας τα επόμενα χρόνια.

Το επιβεβαιώνει η απόκτηση της Dominion Energy για 66,8 δισ. δολάρια από τη NextEra Energy, πριν μερικές ημέρες. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες εξαγορές στον αμερικανικό κλάδο ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς οι εταιρείες κοινής ωφέλειας επιδιώκουν να καλύψουν τη ραγδαία αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρισμού από data centers που τροφοδοτούνται από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.

Όπως αναφέρει το Reuters, η συμφωνία προστίθεται σε ένα κύμα συγκέντρωσης στον κλάδο, καθώς οι εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας σπεύδουν να ενισχύσουν τα χαρτοφυλάκιά τους ώστε να ανταποκριθούν στην πρωτοφανή αύξηση της ζήτησης ενέργειας.

Η NextEra, με έδρα τη Φλόριντα, είναι ένας από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς αναπτυξιακούς ομίλους παγκοσμίως και η πρόσβαση στο χαρτοφυλάκιο της Dominion Energy θα της επιτρέψει να επεκταθεί στην περιοχή διασύνδεσης PJM και να αξιοποιήσει ευκαιρίες στη Βιρτζίνια, μία από τις μεγαλύτερες αγορές data centers.

Η Goldman Sachs εκτιμά ότι όσο ενισχύεται η δραστηριότητα στις μεγάλες συμφωνίες, τόσο περισσότερο θα ενθαρρύνονται και μικρότερες επιχειρήσεις να κινηθούν προς νέες συγχωνεύσεις και εξαγορές.

«Οι εξαγορές είναι μεταδοτικές», υπογραμμίζει ο Ινγκράσια. «Όταν οι επιχειρήσεις βλέπουν άλλες εταιρείες να προχωρούν σε συμφωνίες, αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια να ακολουθήσουν».

Στην Ευρώπη οι εξαγορές σκοντάφτουν στα εθνικά συμφέροντα

Ωστόσο, στην Ευρώπη οι εξαγορές μολονότι στα λόγια είναι στρατηγική αιχμή για τη δημιουργία ευρωπαϊκών επιχειρήσεων πρωταθλητών στον παγκόσμιο ανταγωνισμό της αγοράς, στην πράξη σκοντάφτει στα ξεχωριστα εθνικά συμφέροντα απέναντι στον διακηρυγμένο στόχο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν επανέφερε με έμφαση το όραμα για βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και ενίσχυση της ενιαίας αγοράς, παρουσιάζοντας την Ευρώπη σε μια «στιγμή ανεξαρτησίας» απέναντι στις γεωπολιτικές και οικονομικές πιέσεις από ΗΠΑ και Κίνα. Ωστόσο, λίγες ώρες μετά την ομιλία της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο, η πραγματικότητα ήρθε να αναδείξει τα εμπόδια που εξακολουθούν να θέτουν τα εθνικά συμφέροντα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ζήτησε την άρση των εναπομεινάντων φραγμών στην κοινή αγορά, χαρακτηρίζοντας την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και ανθρώπων ως «θεμέλιο λίθο» της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Το μήνυμα στόχευε στη δημιουργία μιας πιο ανταγωνιστικής Ευρώπης, ικανής να ανταποκριθεί στην τεχνολογική και οικονομική ισχύ των μεγάλων παγκόσμιων δυνάμεων.

Η υπόθεση Commerzbank και ο οικονομικός εθνικισμός

Την ίδια στιγμή, στη γερμανική πόλη Βισμπάντεν, η προσπάθεια διασυνοριακής τραπεζικής ενοποίησης συναντούσε σφοδρές αντιδράσεις. Εργαζόμενοι της Commerzbank συγκεντρώθηκαν έξω από τη γενική συνέλευση της τράπεζας, διαμαρτυρόμενοι για την πιθανότητα εξαγοράς της από την ιταλική UniCredit.

Η διοίκηση της γερμανικής τράπεζας υιοθέτησε εξίσου σκληρή γραμμή. Η διευθύνουσα σύμβουλος Μπετίνα Όρλοπ προειδοποίησε ότι μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να προκαλέσει απώλειες εσόδων άνω του 1 δισ. ευρώ, υποστηρίζοντας ότι η προσφορά των 37 δισ. ευρώ από την UniCredit υποτιμά σημαντικά την αξία της Commerzbank και ενέχει υψηλούς κινδύνους.

Η στάση αυτή ευθυγραμμίζεται και με τη γερμανική κυβέρνηση, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί ποσοστό 12% στην τράπεζα από την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η υπόθεση αναδεικνύει το βασικό δίλημμα της ΕΕ: οι κυβερνήσεις δηλώνουν ότι επιθυμούν βαθύτερη οικονομική ενοποίηση, αλλά αντιδρούν όταν απειλείται ένας εθνικός «πρωταθλητής».

Τεχνολογία, AI και οι καθυστερήσεις της Ευρώπης

Η εξαγορά της Commerzbank θεωρήθηκε αρχικά πιθανό προοίμιο ενός νέου κύματος τραπεζικών συγχωνεύσεων στην Ευρώπη, ιδιαίτερα μετά τις προτάσεις της έκθεσης Ντράγκι το 2024 υπέρ της δημιουργίας μεγαλύτερων και ισχυρότερων ευρωπαϊκών τραπεζών. Ωστόσο, η δυναμική αυτή δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί.

Παράλληλα, δυσκολίες καταγράφονται και στο τεχνολογικό μέτωπο. Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ανακοίνωσε ότι η Κομισιόν προετοιμάζει δεύτερο «Chips Act», καθώς και νέο νομοθετικό πλαίσιο για το cloud και την τεχνητή νοημοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, το πολυσυζητημένο πακέτο «τεχνολογικής κυριαρχίας» της ΕΕ καθυστερεί εκ νέου και πλέον μετατίθεται για τις αρχές Ιουνίου.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι επιδιώκει μια «ώριμη και στιβαρή πρωτοβουλία», ωστόσο οι καθυστερήσεις εντείνουν τις ανησυχίες ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να κινείται πιο αργά από τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της στην κρίσιμη μάχη για την τεχνολογική καινοτομία και την τεχνητή νοημοσύνη.