Δάνεια νόμου Κατσέλη: Στο μικροσκόπιο τραπεζών και servicers τα θολά σημεία της απόφασης του Αρείου Πάγου, τα επόμενα βήματα

Διευκρινίσεις από τον Άρειο Πάγο θα ζητήσουν οι servicers και στο μεσοδιάστημα θα χρεώνουν μόνο κεφάλαιο και μηδενικό τόκο στους δανειολήπτες. Ποια ανάγνωση κάνουν οι τράπεζες

Δάνεια Κατσέλη © Freepik

Κρίσιμη συνάντηση για τον τρόπο εφαρμογής της απόφασης του Αρείου Πάγου για τον εκτοκισμό των δανείων του νόμου Κατσέλη θα έχουν σήμερα τράπεζες και servicers, προκειμένου να καθορίσουν τα επόμενα βήματά τους μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα τέλη της περασμένης εβδομάδας.

Τα θολά σημεία της δικαστικής απόφασης καθιστούν δύσκολη την επίτευξη κοινής γραμμής από πλευράς των χρηματοπιστωτικών φορέων. Οι πληροφορίες του powergame.gr αναφέρουν ότι οι servicers (οι οποίοι βαρύνονται και με την πλειονότητα των δανείων του ν. Κατσέλη) προτίθενται να ζητήσουν άμεσα διευκρινίσεις, με παραδείγματα, από τον Άρειο Πάγο για την ερμηνεία της απόφασης της Ολομέλειας, μπροστά στον κίνδυνο να βρεθούν μελλοντικά προ νέων αγωγών από δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη ή και επενδυτές που θα επικαλεστούν λάθος υπολογισμό των τόκων στα δάνεια. Στο πλαίσιο αυτό, και για όσους μήνες χρειαστεί να περιμένουν για τις διευκρινίσεις του Αρείου Πάγου, οι servicers φέρονται αποφασισμένοι να χρεώνουν μόνο το κεφάλαιο στα δάνεια του νόμου Κατσέλη, χωρίς απολύτως κανέναν τόκο, με ό,τι κι αν αυτό σημάνει για τις ανακτήσεις του «Ηρακλή», που θα δεχτούν ακόμη μεγαλύτερο πλήγμα.

Σημειώνεται ότι το υπερσύνολο των πιστούχων που προσέφυγαν στον νόμο Κατσέλη είναι 200.000, με δάνεια της τάξεως των 7 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η περίμετρος μικραίνει, καθώς μελέτη που είχε εκπονήσει η KPMG για λογαριασμό των servicers εν όψει της πιλοτικής δίκης του 2025 διαπίστωνε ότι οι δανειολήπτες που είχαν πάρει δικαστική απόφαση για να ενταχθούν στην προστασία του ν. Κατσέλη ήταν 100.000, με δάνεια περίπου 3 δισ. ευρώ. Από αυτούς τους δανειολήπτες, οι εταιρείες διαχείρισης υπολόγιζαν να εισπράξουν τόκους περί το 1,1 δισ. ευρώ, πριν ο Άρειος Πάγος αποφανθεί ότι ο εκτοκισμός των δανείων του ν. Κατσέλη θα γίνεται στη μηνιαία δόση και όχι στο σύνολο της οφειλής.

Πώς διαβάζουν την απόφαση του ΑΠ νομικοί κύκλοι

Σε αντίθεση με τους servicers που θα προβούν άμεσα στην υποβολή διευκρινιστικού αιτήματος στον Άρειο Πάγο, το θέμα παραμένει ανοιχτό για τις τράπεζες, αφού νομικοί κύκλοι ερμηνεύουν πιο ξεκάθαρα την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η απόφαση λέει ότι ο υπολογισμός του επιτοκίου στα δάνεια του ν. Κατσέλη πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής. Οι νομικοί κύκλοι των τραπεζών επισημαίνουν ότι για την επιβάρυνση με τόκο (συμβατικό) απαιτούνται τρεις αριθμητικές παράμετροι: α) η βάση (δηλ. το κεφάλαιο) επί του οποίου υπολογίζεται ο τόκος, β) το ποσοστό του τόκου (δηλ. το επιτόκιο) και γ) η διάρκεια του εκτοκισμού. Για τα θέματα αυτά ζήτησε διευκρινίσεις το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων με την πιλοτική δίκη για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη και η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Όπως αναφέρουν οι νομικοί κύκλοι των τραπεζών, η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Α.Π. δέχτηκε ότι:

α) Η βάση υπολογισμού για τον τόκο θα είναι η μηνιαία δόση (π.χ. 500, 1.000 ευρώ κ.ο.κ.) και όχι το σύνολο του κεφαλαίου της ρύθμισης (π.χ. 100.000 ευρώ).

β) Το ποσοστό του τόκου θα είναι αυτό που ορίζει η απόφαση. Αν είναι σταθερό, π.χ. 2% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, τότε 2%. Εάν είναι κυμαινόμενο, τότε θα ισχύει το κυμαινόμενο επιτόκιο του μήνα πληρωμής της δόσης.

Όσο για τον χρόνο ισχύος του επιτοκίου εκτοκισμού, οι νομικοί των τραπεζών αναφέρουν ότι αυτό είναι προφανές: για όσο χρόνο μεσολαβεί από τότε που άρχισε η ρύθμιση μέχρι να φτάσουμε στη δόση. Το οποίο, όπως εξηγούν, σημαίνει ότι η 1η δόση θα έχει τόκο έναν μήνα, αλλά π.χ. η 100ή θα υπολογιστεί πάντα ως δόση (π.χ. 500 ευρώ), όμως με χρήση του κεφαλαίου αυτού (των 500 ευρώ) για 100 μήνες.

Όπως αναφέρουν, οι δανειολήπτες διατηρούν το όφελος από την ευνοϊκή απόφαση του Αρείου Πάγου, διότι είναι διαφορετικό να υπολογίζεις τον τόκο (τοκοχρεωλύσιο) στο σύνολο του κεφαλαίου (π.χ. στις 100.000 ευρώ) και διαφορετικό να το υπολογίζεις στο ποσό της μηνιαίας δόσης. Οι νομικοί κύκλοι των τραπεζών αντικρούουν την ανάγνωση όσων υποστηρίζουν ότι κάθε δόση θα έχει τόκο μόνο ενός μήνα, σαν να λέμε δηλαδή ότι η 1η δόση θα έχει τόκο 2 ευρώ, αλλά και η 100ή θα έχει πάλι τόκο 2 ευρώ. Χωρίς να παραπέμπουν καν στον Αστικό Κώδικα για τον τρόπο υπολογισμού του τόκου στα δάνεια, επικαλούνται την ίδια την απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π., που στη σελίδα 44 λέει με σαφήνεια: «Άλλωστε, όταν το δικαστήριο επεμβαίνει δικαιοπλαστικά και καθορίζει τον αριθμό των δόσεων και τον χρόνο καταβολής τους, διασπά το κεφάλαιο σε περισσότερα επιμέρους κεφάλαια στα οποία θα πρέπει να υπολογιστεί ο τόκος με βάση την αρχή του παρεπόμενου (παρεπόμενη απαίτηση), δηλαδή δεν μπορεί ο τόκος να υπολογίζεται επί της συνολικής οφειλής, όταν αυτή πλέον έχει επιμεριστεί σε περιοδικά καταβαλλόμενες οφειλές».

Επιπλέον, στη σελίδα 45 της απόφασης της Ολομέλειας του Α.Π. αναφέρεται ξεκάθαρα ότι, εάν το επιτόκιο είναι σταθερό, με το ίδιο επιτόκιο θα εκτοκίζεται με τη σειρά της, δηλαδή 1η, 100ή κ.ο.κ., η δόση από την έναρξη της ρύθμισης. Από την αναφορά αυτήν συνάγεται ότι η απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π. δεν επιδιώκει να δημιουργήσει δύο διαφορετικές κατηγορίες δανειοληπτών: αυτοί που έχουν σταθερό επιτόκιο και θα πληρώνουν τόκο από την 1η μέρα της ρύθμισης και αυτοί που έχουν κυμαινόμενο και θα πληρώνουν τόκο μόνο για έναν μήνα. Έτσι -σύμφωνα με τους νομικούς κύκλους- και στις δύο περιπτώσεις δανειοληπτών προκύπτει ως δεδομένο ότι ο τόκος θα υπολογίζεται επί της καθορισθείσας μηνιαίας δόσης για όλο τον χρόνο από την έναρξη της ρύθμισης έως τη λήξη της, σύμφωνα με τη γενικά αποδεκτή μέθοδο υπολογισμού τόκων, όπως αυτή προκύπτει από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Σημειώνεται ότι ο μαθηματικός τύπος υπολογισμού του τόκου είναι Τ = ΚχΕχΧ/100. Συγκεκριμένα: Τ = Τόκος (ποσότητα χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, την οποία δικαιούται να απαιτήσει ο δανειστής σαν αντάλλαγμα της στερήσεως της απολαύσεως χρημάτων ή όμοιων αντικαταστατών πραγμάτων (K = Κεφάλαιο), για ορισμένο χρόνο (=Χ) με βάση σταθερό μέτρο (Επιτόκιο = Ε) που προσδιορίζεται από τον νόμο ή από τη δικαιοπραξία.

Σημειώνεται ότι και απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου το 2003 (ΑΠ 18/2003) αναφέρει ότι «η απαίτηση τόκων προϋποθέτει την ύπαρξη κεφαλαίου (κύριας απαιτήσεως) και παρέχεται στον δανειστή σαν αντίτιμο για τη στέρηση επί συγκεκριμένο χρόνο».