Σε βαθιά αναστάτωση βρίσκεται το επιχειρηματικό σύστημα που αναπτύχθηκε γύρω από τον Βίκτορ Όρμπαν, καθώς η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας ετοιμάζεται να προχωρήσει στην επιβολή φόρου μεγάλης περιουσίας. Το μέτρο παρουσιάζεται από τον νέο πρωθυπουργό Πέτερ Μαγιάρ ως πράξη «κοινωνικής δικαιοσύνης», ύστερα από χρόνια κατά τα οποία, όπως υποστηρίζουν οι επικριτές του προηγούμενου καθεστώτος, η πολιτική πίστη ανταμειβόταν με κρατικές δουλειές, δημόσιες συμβάσεις και οικονομική ισχύ.
Η αλλαγή εξουσίας στη Βουδαπέστη έχει προκαλέσει αμηχανία, αλλά και φόβο, σε ισχυρούς επιχειρηματίες που βρέθηκαν στο επίκεντρο της οικονομικής ζωής της χώρας κατά την 16ετή κυριαρχία του Όρμπαν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του διαφημιστή Μπαλάσι Γκιούλα, ενός από τους πλέον ευνοημένους επιχειρηματίες της προηγούμενης περιόδου. Σε τηλεοπτική του εμφάνιση, εμφανίστηκε συγκινημένος, ανακοινώνοντας ότι παραδίδει τις επιχειρήσεις του στο κράτος, μαζί με μέρος των προσωπικών του αποταμιεύσεων.
Οι εταιρείες του είχαν συνδεθεί με τις μεγάλες καμπάνιες πολιτικής προπαγάνδας της περιόδου Όρμπαν, καθώς διαχειρίζονταν δίκτυο υπαίθριων διαφημιστικών πινακίδων που χρησιμοποιήθηκαν για μηνύματα εναντίον προσώπων και θεσμών, από τον Τζορτζ Σόρος έως την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Σήμερα, όμως, το σκηνικό έχει αλλάξει. Οι κρατικές συμβάσεις που στήριζαν τέτοιου είδους επιχειρηματικά μοντέλα φαίνεται να κλείνουν, ενώ οι μεγάλες περιουσίες μπαίνουν πλέον στο φορολογικό στόχαστρο.
Το σχέδιο Μαγιάρ για τους πλούσιους
Όπως εξηγεί ο Guardian, η κυβέρνηση Μαγιάρ σχεδιάζει την επιβολή ετήσιου φόρου 1% σε όσους διαθέτουν περιουσία άνω του 1 δισ. φιορινιών, δηλαδή περίπου 2,8 εκατ. ευρώ. Ο φόρος, ωστόσο, δεν θα αφορά το σύνολο της περιουσίας, αλλά το ποσό που υπερβαίνει το συγκεκριμένο όριο. Στον υπολογισμό αναμένεται να συνυπολογίζονται ακίνητα, εταιρικές συμμετοχές, περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, αλλά και αντικείμενα μεγάλης αξίας, όπως σκάφη, ιδιωτικά αεροσκάφη, έργα τέχνης και πολυτελή αυτοκίνητα.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στην αποτροπή της φοροαποφυγής. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τον σχεδιασμό που έχει παρουσιαστεί, θα λαμβάνεται υπόψη και η περιουσία που έχει μεταβιβαστεί σε συζύγους ή παιδιά, ώστε να μην μπορούν οι πλούσιοι φορολογούμενοι να αποφεύγουν την επιβάρυνση μέσω οικογενειακών μεταβιβάσεων.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το μέτρο δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά στοχεύει στη δικαιότερη κατανομή των βαρών. Ο Πέτερ Μαγιάρ είχε χαρακτηρίσει τον φόρο «ένδειξη κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης σε μια λειτουργική και ανθρώπινη χώρα». Στην πράξη, όμως, το μέτρο έχει και έντονη πολιτική διάσταση, καθώς συνδέεται με την προσπάθεια αποδόμησης του λεγόμενου Συστήματος Εθνικής Συνεργασίας, του πλέγματος πολιτικών, οικονομικών και επιχειρηματικών σχέσεων που διαμορφώθηκε γύρω από τον Όρμπαν.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται ολιγάρχες και επιχειρηματίες που απέκτησαν ή διεύρυναν την περιουσία τους μέσα από δημόσιους διαγωνισμούς, κρατικά έργα και συμβάσεις. Μεταξύ των πιο γνωστών προσώπων είναι ο Λόριντς Μέσαρος, πρώην τεχνίτης φυσικού αερίου και στενός γνώριμος του Όρμπαν, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας, με δραστηριότητες στην ενέργεια, τις κατασκευές, τον τουρισμό, τα μέσα ενημέρωσης και τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στη λίστα των ισχυρών περιλαμβάνεται και ο γαμπρός του Όρμπαν, Ιστβάν Τίμπορτς, με συμφέροντα σε ακίνητα, ξενοδοχεία και τράπεζες.
Η νέα κυβέρνηση έχει ισχυρή κοινοβουλευτική βάση, καθώς το κόμμα Tisza του Μαγιάρ εξασφάλισε πλειοψηφία δύο τρίτων. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να προωθήσει ριζικές αλλαγές χωρίς να εξαρτάται από δύσκολους πολιτικούς συμβιβασμούς. Ήδη έχει εξαγγείλει μεταρρύθμιση των δημόσιων διαγωνισμών, καθώς και τη δημιουργία ειδικής υπηρεσίας για την ανάκτηση και προστασία δημόσιας περιουσίας, με στόχο την αντιμετώπιση της διαφθοράς.
Ωστόσο, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Πολλές περιουσίες αποκτήθηκαν με τρόπους που ενδέχεται να θεωρούνται ηθικά προβληματικοί, αλλά ήταν νόμιμοι με βάση το πλαίσιο της εποχής. Εκεί ακριβώς, σύμφωνα με υποστηρικτές του μέτρου, έρχεται να λειτουργήσει ο φόρος μεγάλης περιουσίας: ως ένας τρόπος να επιστρέψει μέρος του πλούτου στα δημόσια ταμεία, χωρίς να απαιτούνται απαραίτητα ποινικές διαδικασίες.
Δεν λείπουν, πάντως, οι αντιδράσεις. Ορισμένοι οικονομολόγοι και επιχειρηματίες υποστηρίζουν ότι, αν υπήρξε αθέμιτος πλουτισμός, η απάντηση πρέπει να είναι η Δικαιοσύνη και όχι ένας γενικευμένος φόρος. Άλλοι προειδοποιούν ότι το χαμηλό όριο του 1 δισ. φιορινιών μπορεί να πλήξει όχι μόνο τους πραγματικά υπερπλούσιους, αλλά και μεσαίους ή μικρομεσαίους επιχειρηματίες με ακίνητα και εταιρική περιουσία.
Η συζήτηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή η Ουγγαρία διαθέτει ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό φορολογικό περιβάλλον για τους πλούσιους. Ο φόρος εισοδήματος είναι ενιαίος στο 15%, ανεξαρτήτως εισοδήματος, ενώ το ίδιο ποσοστό ισχύει για μερίσματα και υπεραξίες. Ο εταιρικός φόρος είναι μόλις 9%, από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι επιβαρύνονται με σημαντικές εισφορές, ενώ ο ΦΠΑ ανέρχεται στο 27%, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους επικριτές του συστήματος, είναι μια οικονομία όπου τα χαμηλότερα και μεσαία στρώματα σηκώνουν δυσανάλογο βάρος, ενώ οι μεγάλες περιουσίες φορολογούνται περιορισμένα. Η κυβέρνηση Μαγιάρ θέλει να αλλάξει αυτή την ισορροπία, μειώνοντας τη φορολόγηση των χαμηλότερων εισοδημάτων και περιορίζοντας ορισμένες απαλλαγές που απολαμβάνουν οι πολύ πλούσιοι.
Το ουγγρικό παράδειγμα εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή συζήτηση για τη φορολόγηση του πλούτου. Αντίστοιχες προτάσεις έχουν τεθεί σε χώρες όπως η Βραζιλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Γαλλία. Ωστόσο, αν η Βουδαπέστη προχωρήσει, μπορεί να γίνει η πρώτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εδώ και δεκαετίες που θα υιοθετήσει νέο φόρο μεγάλης περιουσίας.
Το ερώτημα πλέον είναι αν ο φόρος θα αποτελέσει πραγματικό εργαλείο αναδιανομής και διαφάνειας ή αν θα εξελιχθεί σε πολιτικό σύμβολο με περιορισμένα δημοσιονομικά αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση, η νέα ουγγρική κυβέρνηση στέλνει σαφές μήνυμα: η περίοδος κατά την οποία η πολιτική εγγύτητα με την εξουσία μεταφραζόταν σε οικονομική ασυλία φαίνεται πως φτάνει στο τέλος της.
