Τι τελικά έμαθε η ΕΕ από τον Viktor Orban;

Πώς ο ηγέτης μιας μικρής, φτωχής χώρας άσκησε τέτοια επιρροή στη λέσχη των 27

Βίκτορ Όρμπαν, ©EPA/ZOLTAN FISCHER

Πότε ήταν η τελευταία φορά που οι εκλογές σε μια μικρή ευρωπαϊκή χώρα κράτησαν τον κόσμο με κομμένη την ανάσα; Ίσως στις αρχές του 2015, όταν οι Έλληνες ψηφοφόροι ανέθεσαν στον ακροαριστερό ΣΥΡΙΖΑ, την αποστολή να ανατρέψει τους επαχθείς όρους της διάσωσης της χώρας τους, μια αποστολή στην οποία απέτυχε παταγωδώς. Περίπου 15 χρόνια νωρίτερα, η Αυστρία είχε φέρει στην εξουσία ένα ακροδεξιό κόμμα για πρώτη φορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά ήταν γεγονότα που προκάλεσαν αναταραχή στην Ευρώπη. Αντίθετα, οι εκλογές στην Ουγγαρία στις 12 Απριλίου ήταν μια νίκη των δυνάμεων της μετριοπάθειας, πιο ηχηρή από ό,τι οι κυρίαρχοι Ευρωπαίοι ηγέτες τολμούσαν να ελπίζουν.

Κατά τη διάρκεια των 16 ετών που ήταν στην εξουσία, ο Viktor Orban μεταμορφώθηκε από πονοκέφαλο για την ΕΕ σε ανατροπέα και στη συνέχεια σε εφιάλτη. Η συντριπτική επιτυχία του Peter Magyar στο να κερδίσει ψηφοφόρους που ενωμένοι δεν είχαν παρά την επιθυμία να απαλλαγούν από έναν πρωθυπουργό που οδήγησε τη χώρα τους στη χρεοκοπία και την απομόνωση, έχει αποκαταστήσει κάποια εμπιστοσύνη στο ευρωπαϊκό mainstream που δέχεται επιθέσεις τόσο από ένα εξωτερικό χάος όσο και από εσωτερικές αναταραχές. Ο κ. Magyar υποσχέθηκε να ανατρέψει ορισμένες από τις εσωτερικές ατασθαλίες του κ. Orban, να αποκαταστήσει τις σχέσεις της χώρας με τις Βρυξέλλες και να ξεμπλοκάρει τη βοήθεια προς την Ουκρανία. «Ο λαός θέλει την Ευρώπη! Αυτό είναι πραγματικά ένα σημείο καμπής», δήλωσε πανηγυρικά ένας διπλωμάτης.

Μένει να δούμε αν ο κ. Magyar – πολιτικά αρχάριος – ο οποίος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της καριέρας του στο Fidesz, το κόμμα του κ. Orban, θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις ελπίδες που οι Ούγγροι έχουν εναποθέσει σ’ αυτόν. Ωστόσο, μέσα στην ευφορία χάνονται τα δύσκολα ερωτήματα για την υπόλοιπη Ευρώπη. Πώς ο κ. Orban, ηγέτης μιας μικρής, φτωχής χώρας, έγινε ο κύριος ανατροπέας της ΕΕ και διεθνές σύμβολο για τους εθνικιστές συντηρητικούς; Πώς μπόρεσε η αντιφιλελεύθερη διακυβέρνησή του να ευδοκιμήσει για τόσο καιρό εντός της ΕΕ; Και πώς μπορεί η λέσχη να ελπίζει ότι θα περιορίσει τον επόμενο Orban;

Η πρώτη απάντηση είναι ότι, παρά τα ελαττώματά του, ο κ. Orban ήταν ένας ταλαντούχος μάντης των πολιτικών διαθέσεων, τόσο στην πατρίδα του όσο και στο εξωτερικό. Όταν το 2015, για παράδειγμα, μετανάστες από τη Συρία, το Αφγανιστάν και αλλού άρχισαν να συρρέουν στην ΕΕ, ο ίδιος διέκρινε νωρίτερα από τους περισσότερους ότι οι ψηφοφόροι θα απαιτούσαν ασφάλεια στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ πριν αποδεχθούν τα σχέδια που ετοίμαζαν στις Βρυξέλλες για την ανακατανομή των αιτούντων άσυλο από τη μία χώρα στην άλλη. Η ρητορική του κ. Orban ήταν ρατσιστική και διχαστική. Ωστόσο, όπως θα αναγνωρίσουν πολλοί Ευρωπαίοι πολιτικοί, η πολιτική «πρώτα η ασφάλεια» που ενσωματώνεται στο συνοριακό φράχτη που έχτισε πριν από μια δεκαετία είναι σήμερα κοντά στην επικρατούσα σκέψη.

Αυτό με τη σειρά του ενίσχυσε την αίσθηση του κ. Orban ότι ορισμένες δημοκρατίες ανέπτυσσαν μια προτίμηση για μια νατιβιστική μορφή συντηρητισμού στην οποία είχε πρωτοστατήσει ο ίδιος, σκεπτικιστική απέναντι στη woke κουλτούρα και επιεικής απέναντι στους ισχυρούς άνδρες. Η επιτυχία του στην εδραίωση της εξουσίας του όχι μόνο πολιτικά αλλά και μέσω των μέσων ενημέρωσης, των πανεπιστημίων και των ευνοούμενων επιχειρήσεων ενέπνευσε λαϊκιστικές δεξιές ομάδες σε όλη την Ευρώπη και πέραν αυτής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο J.D. Vance επισκέφτηκε τη Βουδαπέστη για να ενισχύσει την εκστρατεία του. Ο Steve Bannon αποκάλεσε τον κ. Orban «Trump πριν από τον Trump».

Ωστόσο, η σύγκριση έχει τα όριά της, διότι ο κ. Orban δεν θα μπορούσε να είχε επιτύχει εκτός της ΕΕ ή χωρίς την υποστήριξη των «Βρυξελλών» εναντίον των οποίων εξαπέλυε επιθέσεις. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2010, άρχισε να υπονομεύει την ακεραιότητα των θεσμών της Ουγγαρίας και του εκλογικού της συστήματος, ενώ χρησιμοποιούσε τις ετήσιες επιδοτήσεις της ΕΕ, αξίας άνω του 3% του ΑΕΠ, για να καλλιεργήσει μια επιχειρηματική ελίτ εξαρτώμενη από το Fidesz. Το βέτο του στην εξωτερική πολιτική και σε άλλες αποφάσεις έκανε επίσης την Ουγγαρία πολύτιμο εταίρο για τη Ρωσία και την Κίνα. Μετά από ανεπιτυχείς νομικές προσπάθειες να υποτάξει τον κ. Orban, η ΕΕ έμαθε, αν και αργά, να θέτει όρους στη χρηματοδοτική της βοήθεια — μια απόφαση που μπορεί να συνέβαλε στην ήττα του.

Ένας τρίτος λόγος είναι ότι ο κ. Orban «ξέφυγε» υποστηριζόμενος από εξωτερικούς παράγοντες —κυρίως από ομοϊδεάτες του κινήματος MAGA του Donald Trump και τους προπομπούς τους, οι οποίοι εντυπωσιάστηκαν κατά τις επισκέψεις τους στη Βουδαπέστη από λαμπερές διασκέψεις, κρατικά χρηματοδοτούμενα δεξιά κέντρα μελετών και καφέ που φέρουν το όνομα του Roger Scruton, ενός συντηρητικού Βρετανού φιλόσοφου. Ελάχιστοι είχαν την περιέργεια να εξετάσουν τη διαφθορά που λάδωνε τη μηχανή του κ. Orban, την υποταγή του στα συμφέροντα του Κρεμλίνου ή την προσέλκυση κινεζικών επενδύσεων. Πολλοί χαιρέτισαν την προώθηση της γονιμότητας από το Fidesz ως εναλλακτική στη μετανάστευση, ενώ λιγότεροι φάνηκαν να ενδιαφέρονται για τα θλιβερά αποτελέσματα αυτής της δαπανηρής πολιτικής. Ακόμα λιγότεροι ήταν εκείνοι που τολμούσαν να βγουν πέρα από το κέντρο της πρωτεύουσας για να δουν τα ερειπωμένα νοσοκομεία και τις καταρρέουσες υποδομές που τροφοδότησαν την άνοδο του κ. Magyar.

Οι σύμμαχοι δεν ήταν οι μόνοι ξένοι που ανέδειξαν τον κ. Orban σε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν. Πιστεύοντας στα λόγια του ότι οικοδομούσε μια «μη φιλελεύθερη δημοκρατία», ορισμένοι από τους εχθρούς του ανέδειξαν τον ηγέτη μιας αυταρχικής κλεπτοκρατίας σε έναν τρομερό ιδεολογικό αντίπαλο, μιλώντας γι’ αυτόν με τον ίδιο τρόπο όπως για τον Vladimir Putin, τον Xi Jinping ή τον κ. Trump. Αυτή η κολακεία αποδείχθηκε χρήσιμη για τον πρωθυπουργό μιας χώρας με έντονο εθνικιστικό χαρακτήρα. Δεν είναι περίεργο που ο κ. Orban τρεφόταν από το μίσος τους.

Αν ο κ. Viktor Orbán είχε επικρατήσει —ή, ακόμη περισσότερο, αν είχε μπλέξει σε μετεκλογικές ατασθαλίες— τα «σχέδια Β» της Ευρώπης θα έβγαιναν αμέσως από το συρτάρι: μηχανισμοί παράκαμψης, πιέσεις, ίσως και τιμωρητικά μέτρα. Όμως η πραγματικότητα είναι λιγότερο θεαματική και πιο άβολη. Όπως παραδέχεται στενός συνεργάτης του: «Σε μια εβδομάδα θα καθίσουν και θα συνειδητοποιήσουν ότι η ήττα του Orbán δεν λύνει όλα τα προβλήματά τους».. Η επιφυλακτικότητά του απέναντι στις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Ρωσίας μπορεί να τον απομόνωσε επικοινωνιακά, όμως το επόμενο πακέτο μέτρων —ιδίως αυτό που στοχεύει τον «σκιώδη στόλο»— συναντά έντονες αντιστάσεις από ναυτικές δυνάμεις όπως η Ελλάδα και η Μάλτα. Με άλλα λόγια, οι διαφωνίες δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά «ουγγρικό πρόβλημα». Το ίδιο ισχύει και για την Ουκρανία. Ο σκεπτικισμός του Orbán για την επιτάχυνση της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι τόσο περιθωριακός όσο παρουσιάζεται. Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες —ακόμη και ο ίδιος ο Magyar— συμμερίζονται, έστω σιωπηρά, τις ίδιες ανησυχίες.

Τελικά, πίσω από την έντονη ρητορική και τις πολιτικές συγκρούσεις, κρύβεται μια πιο πεζή αλήθεια: στο 95% των ευρωπαϊκών ζητημάτων, όπως παραδέχεται αξιωματούχος στις Βρυξέλλες, ο Orbán δεν διέφερε ιδιαίτερα από τους υπόλοιπους ηγέτες.

Το πρόβλημα της διαχείρισης της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης σε μια χώρα που έχει ενταχθεί στην ΕΕ, και όχι σε μια χώρα που επιδιώκει να ενταχθεί, παραμένει άλυτο. Οποιαδήποτε ελπίδα ότι η ΕΕ θα μπορούσε να αξιοποιήσει την αποχώρηση του κ. Orban για να αξιολογήσει τις ευπάθειές της φαίνεται καταδικασμένη, καθώς οι ηγέτες διαχειρίζονται πιο επείγοντα προβλήματα. «Όλοι μας κινούμαστε στα τυφλά», λέει ένας Ευρωπαίος αξιωματούχος. Επιστροφή λοιπόν στην καθημερινότητα.

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.