Πώς η Κίνα αναδεικνύεται στην πιο μεγάλη πετρελαϊκή δύναμη του κόσμου

Το πιο φρέσκο πετρελαϊκό τσιτάτο λέει: «Η Κίνα είναι ο νέος ΟΠΕΚ». Πώς το «κομμουνιστικό θαύμα» του συγκεντρωτισμού μετέτρεψε την κρίση του Κόλπου σε ευκαιρία για τη χώρα

Πεκίνο, Κίνα © Unsplash

Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν προκάλεσε ιστορικά το μεγαλύτερο σοκ στην προσφορά πετρελαίου. Ωστόσο, ακόμη και όταν οι μάχες βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους, οι τιμές του πετρελαίου δεν έφτασαν ποτέ τα 150 δολάρια το βαρέλι, όπως είχαν προβλέψει πολλοί αναλυτές στην αρχή της σύγκρουσης. Γι’ αυτό θα πρέπει να ευχαριστήσουμε ορισμένες κυβερνήσεις, σημειώνει με νόημα ο Economist. Λίγο αφότου τα ιρανικά πυρομαχικά κατέστησαν αδιάπλευστα τα Στενά του Ορμούζ, εγκλωβίζοντας 14 εκατ. βαρέλια αργού πετρελαίου την ημέρα (b/d) εντός του Κόλπου, οι πετρελαϊκές μοναρχίες του Άμπου Ντάμπι και του Ριάντ κατεύθυναν επιπλέον 5 εκατ. βαρέλια την ημέρα μέσω αγωγών που παρακάμπτουν το εν λόγω πέρασμα. Παράλληλα, υπουργοί στην Ουάσιγκτον και το Τόκιο απελευθέρωσαν ποσότητες-ρεκόρ, ύψους 2 εκατ. βαρελιών την ημέρα, από τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης· και η κρατικά επιβαλλόμενη κατανομή καυσίμων στις φτωχότερες χώρες περιόρισε επίσης ένα μέρος της ζήτησης.

Ωστόσο, η καταστροφή θα είχε επέλθει και πάλι αν δεν είχαν ληφθεί αθόρυβα καίριες αποφάσεις σε μια άλλη πρωτεύουσα, το Πεκίνο. Όπως σημειώνει το σχετικό δημοσίευμα του Economist, μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου η Κίνα μείωσε στο μισό τις εισαγωγές αργού πετρελαίου, κατά 5,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα — ποσότητα που αρκούσε, σύμφωνα με τους ειδικούς, προκειμένου να πέσει κατά τουλάχιστον 30 δολάρια η τιμή του brent. Πρόκειται για περισσότερο από το ήμισυ της παγκόσμιας μείωσης που καταγράφηκε κατά τη διάρκεια των lockdown του κορονοϊού, όταν η παγκόσμια ζήτηση κατέρρευσε κατά 9 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Όμως, σε αντίθεση με την πανδημία, όταν η παγκόσμια οικονομία εισήλθε σε ύφεση, το ΑΕΠ της Κίνας συνέχισε να αναπτύσσεται κανονικά. Η χώρα δεν αγόραζε λιγότερο ξένο αργό επειδή η οικονομία της υπέφερε.

Αυτή η δυνατότητα να αυξομειώνει τη ζήτηση για πετρέλαιο, φαινομενικά με χαμηλό οικονομικό κόστος, επιτρέπει στη μεγαλύτερη εισαγωγική χώρα πετρελαίου στον κόσμο να επηρεάζει τις τιμές με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν εδώ και χρόνια ο Οργανισμός Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (OΠΕΚ) και οι σύμμαχοί του, ελέγχοντας το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής. Και, καθώς το καρτέλ αποδυναμώνεται λόγω της πρόσφατης αποχώρησης των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της πιεσμένης παραγωγικής ικανότητας των υπόλοιπων χωρών του Κόλπου, η ισχύς της Κίνας στην αγορά αυξάνεται. Όπως το θέτει ένας επικεφαλής εταιρείας εμπορίας πετρελαίου, «η Κίνα είναι ο νέος OΠΕΚ».

Εδώ και τέσσερις δεκαετίες ο OΠΕΚ προσπαθεί να διατηρεί υψηλές τις τιμές, χρησιμοποιώντας ποσοστώσεις παραγωγής. Οι εισαγωγείς δεν μπορούν, αντίστροφα, να διατηρούν χαμηλές τις τιμές περιορίζοντας τη ζήτηση, επειδή οι αγοραστές είναι πολύ πιο κατακερματισμένοι από τους πωλητές και επειδή η εγχώρια ενεργειακή ζήτηση είναι αποτέλεσμα αποφάσεων αμέτρητων παραγόντων. Η τεράστια, κρατικοκεντρική Κίνα αποτελεί εξαίρεση, σημειώνει ο Economist. Και σε αντίθεση με τον OΠΕΚ+, του οποίου οι αποφάσεις απαιτούν συμφωνία μεταξύ 21 χωρών, οι κεντρικοί σχεδιαστές της κινεζικής πολιτικής μπορούν να ενεργήσουν μονομερώς, κατόπιν εντολής ενός ανθρώπου: του προέδρου Σι Τζινπίνγκ.

Τα τρία κινεζικά πετρελαϊκά όπλα

Η Κίνα επηρεάζει τις αγορές πετρελαίου χρησιμοποιώντας τρεις βασικούς μοχλούς. Ο πρώτος είναι τα εθνικά αποθέματα. Κατά το 12μηνο έως τις αρχές του 2026, καθώς η προοπτική της «υπερπροσφοράς» πίεζε προς τα κάτω τις τιμές του αργού, η Κίνα αγόρασε 200 εκατ. βαρέλια σε χαμηλές τιμές, ενισχύοντας ήδη σημαντικά αποθέματα ύψους 1 δισ. βαρελιών. Εκτιμάται ότι οι κινεζικές αγορές μπορεί να πρόσθεσαν 10-20 δολάρια στην παγκόσμια τιμή του βαρελιού πριν ξεσπάσει ο πόλεμος με το Ιράν. Από τα 11,6 εκατ. βαρέλια την ημέρα που εισήγαγε η Κίνα τον Φεβρουάριο, έως και 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα αποτελούσαν πλεονάζουσες αγορές, τις οποίες στη συνέχεια μπορούσε να αποφύγει μειώνοντας την αποθήκευση.

Στα τέλη Απριλίου, μόλις έφτασαν από τον Κόλπο τα τελευταία φορτία που είχαν αγοραστεί πριν από τον πόλεμο, η Κίνα άρχισε να αποσύρει πετρέλαιο από τα γεμάτα αποθέματά της. Μέχρι τον Ιούλιο τα αποθέματά της είχαν μειωθεί κατά 70 εκατ. βαρέλια, σύμφωνα με την εταιρεία δεδομένων Vortexa, χωρίς να υπολογίζονται οι αποσύρσεις από πλωτές εγκαταστάσεις αποθήκευσης και κρυφές υπόγειες αποθήκες. Αν συνυπολογιστούν κι αυτές, η Κίνα χρησιμοποίησε 150 εκατ. βαρέλια κατά τη διάρκεια αυτών των τριών μηνών, δηλαδή περίπου 1,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ποσότητας προερχόταν από εμπορικά αποθέματα — τα οποία διατηρούν οι αποθηκευτικοί βραχίονες μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών με σκοπό το κέρδος — και όχι από τα στρατηγικά αποθέματα. Τα διυλιστήρια πρέπει συνήθως να αναπληρώνουν ό,τι αποσύρουν μέσα σε έναν μήνα, σημειώνει ο Tom Reed της Argus Media, εταιρείας που καταγράφει και δημοσιεύει τιμές. Όμως, αφού οι εταιρείες αυτές ανήκουν στο κράτος και το κράτος μπορεί να επιτάξει τα εμπορικά αποθέματα, προφανώς δόθηκε κάποια εξαίρεση, σημειώνει ο Economist.

Αν προστεθούν τα 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα που δεν αποθηκεύονταν πλέον και τα 1,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα που αντλούνταν από τα αποθέματα, η διαχείριση αποθεμάτων μπορεί να εξηγήσει τα 2,5 εκατ. βαρέλια από τη συνολική μείωση των εισαγωγών κατά 5,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Η Κίνα θα ήταν δυνατόν να συνεχίσει με τον ίδιο ρυθμό για άλλους τέσσερις μήνες προτού οι κυβερνώντες στο Πεκίνο αρχίσουν να ανησυχούν για επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων, εκτιμά η Emma Li της Vortexa.

Ο δεύτερος κινεζικός μοχλός είναι οι περιορισμοί στις εξαγωγές. Ως η δεύτερη μεγαλύτερη διυλίστρια πετρελαίου στον κόσμο, η Κίνα είναι συνήθως σημαντική προμηθεύτρια καυσίμων προς τα γειτονικά της κράτη στην Ασία. Τον Μάρτιο, όμως, η κυβέρνηση διέταξε τα εγχώρια διυλιστήρια να σταματήσουν να υπογράφουν νέα συμβόλαια εξαγωγών και να ακυρώσουν ή να περιορίσουν πολλά απ’ όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου, οι εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων της Κίνας μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ, στα 430.000 βαρέλια την ημέρα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν 180.000 βαρέλια ιδιαίτερα επεξεργασμένου αεροπορικού καυσίμου, γεγονός που εξοικονόμησε 1,2-1,8 εκατ. βαρέλια αργού την ημέρα.

Η κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία παίρνει τις αποφάσεις και δίνει τις λύσεις

Ο περιορισμός των πωλήσεων στο εξωτερικό επιτρέπει στην Κίνα να χρησιμοποιεί μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των διυλιστηρίων της στο εσωτερικό. Επιτρέπει επίσης στα διυλιστήρια να χρησιμοποιούν μέρος του αργού που κανονικά θα κατευθυνόταν στην παραγωγή προϊόντων για εξαγωγή, ώστε να παράγουν άλλα κρίσιμα προϊόντα, ορισμένα από τα οποία συνήθως προμηθεύεται το Πεκίνο από τον Κόλπο για εγχώρια κατανάλωση. Παραδείγματα αποτελούν η νάφθα και το υγροποιημένο αέριο πετρελαίου (LPG), δύο πρώτες ύλες για την πετροχημική βιομηχανία, καθώς και το μαζούτ, το οποίο συχνά επεξεργάζονται τα μικρά και οικονομικά πιεσμένα διυλιστήρια, αντί για αργό πετρέλαιο. Η επιβάρυνση στα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων, τα οποία είναι υψηλότερα στις εξαγωγές απ’ ό,τι στις εγχώριες πωλήσεις, είναι κάτι που μπορεί να αντέξει το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ωστόσο, τα άφθονα αποθέματα και οι περιορισμένες εξαγωγές δεν αρκούν από μόνα τους για να εξηγήσουν τη γιγαντιαία μείωση των κινεζικών εισαγωγών. Η κινεζική κυβέρνηση ενεργοποίησε κι έναν τρίτο μοχλό — περιόρισε την εγχώρια ζήτηση. Τον Ιούνιο, τα κινεζικά διυλιστήρια επεξεργάστηκαν 2,7 εκατ. λιγότερα βαρέλια αργού την ημέρα σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Η παραγωγή βενζίνης μειώθηκε κατά 14%, ενώ η παραγωγή ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων μειώθηκε κατά 21% και στις δύο περιπτώσεις.

Μια πιο διεισδυτική ματιά επιβεβαιώνει την απότομη πτώση της χρήσης καυσίμων κίνησης στην Κίνα, όπως σημειώνει ο Economist. Καθώς οι αρχές επέτρεψαν στις τιμές των καυσίμων να αυξηθούν, πολλοί κάτοικοι των πόλεων σταμάτησαν να πηγαίνουν στη δουλειά με αυτοκίνητο και προτίμησαν το μετρό, τα ποδήλατα ή τα ταξί — πολλά από τα οποία είναι ηλεκτρικά. Κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας εθνικής αργίας τον Μάιο, η φόρτιση ηλεκτρικών οχημάτων στους αυτοκινητοδρόμους αυξήθηκε σχεδόν κατά 55% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Επίσης, τα τρένα καλύπτουν μέρος της ζήτησης που προηγουμένως εξυπηρετούσαν οι εσωτερικές πτήσεις, ο αριθμός των οποίων έχει μειωθεί δραστικά. Οι τοπικές αρχές ανέβαλαν έργα υποδομής, εξοικονομώντας ντίζελ. Ο Ciarán Healy του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας εκτιμά ότι η Κίνα κατανάλωσε 10% λιγότερη βενζίνη και κηροζίνη κατά τους δύο πρώτους μήνες του πολέμου σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Η κινεζική πετροχημική βιομηχανία, η μεγαλύτερη στον κόσμο, προσαρμόζεται επίσης στις δυσκολότερες συνθήκες. Πέρυσι μετέτρεπε εκατομμύρια βαρέλια νάφθας και LPG την ημέρα — μεγάλο μέρος των οποίων προερχόταν από τον Κόλπο — σε πολυμερή, δηλαδή υλικά που κυμαίνονται από PVC και συνθετικό καουτσούκ έως νάιλον και πολυεστέρα, τα οποία τα κινεζικά εργοστάσια χρησιμοποιούν σε τεράστιες ποσότητες. Ελλείψει πρώτων υλών από τον Κόλπο και με δεδομένη την κυβερνητική εντολή να δοθεί προτεραιότητα στα καύσιμα έναντι των πετροχημικών πρώτων υλών, οι πετροχημικές εταιρείες έχουν βρει τρόπους να παράγουν ορισμένα πολυμερή χρησιμοποιώντας άνθρακα και αιθάνιο, ένα αέριο παραπροϊόν της διύλισης πετρελαίου.

Ελεγχόμενη λιτότητα, ελεγχόμενες τιμές

Ο συνολικός αντίκτυπος όλων αυτών των μέτρων λιτότητας στην κινεζική οικονομία φαίνεται να είναι διαχειρίσιμος, υπογραμμίζει ο Economist. Χρόνια κρατικά υποστηριζόμενων επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στις πράσινες μεταφορές έχουν καταστήσει πιο ευέλικτο το ενεργειακό σύστημα. Χρόνια «εσωτερικής υπερανταγωνιστικότητας», που έχει οδηγήσει σε πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα σε κλάδους όπως η πετροχημική βιομηχανία, έχουν αφήσει την Κίνα με μεγάλα απούλητα αποθέματα πολυμερών και προϊόντων στα οποία αυτά χρησιμοποιούνται.

Αυτά τα «μαξιλάρια ασφαλείας» εξηγούν γιατί οι τιμές παραγωγού δεν εκτοξεύονται και πώς οι τιμές καταναλωτή παραμένουν υπό έλεγχο. Παρότι το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 4,3% το δεύτερο τρίμηνο, δηλαδή με τον χαμηλότερο ρυθμό από τα τέλη του 2022, αυτό οφείλεται περισσότερο στις αδύναμες επενδύσεις και στις επιπτώσεις της κρίσης στην αγορά ακινήτων παρά σε έλλειψη πετρελαίου. Παράλληλα, η κυβέρνηση μπορεί ακόμη να χρησιμοποιήσει τα στρατηγικά πετρελαϊκά αποθέματα της χώρας, τα οποία έχει μόλις και μετά βίας αγγίξει, σημειώνει ο Michal Meidan της δεξαμενής σκέψης Oxford Institute for Energy Studies.

Τα κινεζικά αποθέματα αργού πετρελαίου, καυσίμων και πολυμερών, αν και μεγαλύτερα απ’ ό,τι αντιλαμβάνονταν οι εξωτερικοί παρατηρητές, είναι πεπερασμένα. Διανομέας ανέφερε ότι μόλις πούλησε ένα φορτίο πολυαιθυλενίου που βρισκόταν στην αποθήκη του από το 2021, σημειώνει το δημοσίευμα. Σε αντίθεση με τον OΠΕΚ, ο οποίος θεωρητικά μπορεί να διατηρεί μειώσεις παραγωγής για χρόνια, η Κίνα δεν μπορεί να συνεχίσει επ’ αόριστον να εισάγει 5,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα λιγότερα από το συνηθισμένο. Ωστόσο, ο πόλεμος με το Ιράν έδειξε πως, στην πράξη, η Κίνα μπορεί να σταθεροποιήσει μόνη της την παγκόσμια αγορά πετρελαίου για περίοδο πολλών μηνών. Οι ηγέτες του ολοένα και πιο διχασμένου πετρελαϊκού καρτέλ μπορούν μόνο να ονειρευτούν κάτι τέτοιο.