Πόσο έτοιμοι είναι Πούτιν και Ζελένσκι για συμφωνία ειρήνης στην Ουκρανία

Γιατί ο Πούτιν κινείται προς την αναζήτηση ειρηνευτική συμφωνία στην Ουκρανία. Η επιστολή Ζελένσκι, οι δυσκολίες και ο ρόλος Ευρώπης και ΗΠΑ

Βλαντιμίρ Πούτιν και Βολοντίμιρ Ζελένσκι © EPA/YURI KOCHETKOV/EPA/OLIVIER MATTHYS

Ο Πούτιν το σκέφτεται. Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, φαίνεται να ανοίγει ένα παράθυρο συνομιλιών. Πόσο κοντά είναι, όμως, μια συμφωνία ειρήνης;

Η Μόσχα εξακολουθεί να απέχει από τους αρχικούς της στόχους στην Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, το αυξανόμενο στρατιωτικό και οικονομικό κόστος ενισχύει τα ερωτήματα για το πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να επιτευχθεί μια βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία Ρωσίας-Ουκρανίας.

Προσπάθεια συνομιλιών Πούτιν-Ζελένσκι

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωσε από την Αγία Πετρούπολη, στο φόρουμ για επενδυτές που αποκαλείται «Ρωσικό Νταβός», ότι η Μόσχα είναι έτοιμη να προχωρήσει σε ειρηνευτική συμφωνία με την Ουκρανία, υπό την προϋπόθεση ότι και το Κίεβο θα προχωρήσει σε συμβιβασμούς. Υπενθύμισε πως κατά τη συνάντησή τους στην Αλάσκα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε την αναζήτηση κοινά αποδεκτής λύσης για τον τερματισμό της σύγκρουσης.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι με τη σειρά του απηύθυνε νέα δημόσια έκκληση προς τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν για την έναρξη απευθείας ειρηνευτικών συνομιλιών, προτείνοντας την εφαρμογή πλήρους κατάπαυσης του πυρός καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

Σε ανοικτή επιστολή που δημοσιοποίησε την Πέμπτη, ο Ουκρανός ηγέτης υπογράμμισε ότι το Κίεβο δεν επιδιώκει τη διαιώνιση της σύγκρουσης και εμφανίζεται έτοιμο να στηρίξει μια συνολική εκεχειρία ως βάση για μια πολιτική διαδικασία με στόχο τον τερματισμό του πολέμου.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ χαιρέτισε την κίνηση, εκτιμώντας ότι μια απευθείας συνάντηση Ζελένσκι–Πούτιν θα μπορούσε να συμβάλει στην πρόοδο των συνομιλιών.

Η Ρωσία, πάντως δεν περιμένει να επισκεφθούν τη Μόσχα στο εγγύς μέλλον οι Αμερικανοί διαπραγματευτές Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, μετέδωσε το πρακτορείο Interfax , επικαλούμενο τον εκπρόσωπο του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ. Οι δύο τους είχαν συμμετάσχει στις μεσολαβητικές προσπάθειες μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, οι οποίες σταμάτησαν τον Φεβρουάριο όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ άρχισαν την στρατιωτική δράση κατά του Ιράν.

Απαντώντας ο Πούτιν το απόγευμα σήμερα στο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, είπε πως ποτέ δεν αρνήθηκε να συναντηθεί μαζί του, αλλά δεν βλέπει το λόγο τώρα και πως οι δύο πλευρές πρέπε πρώτα να καταλήξουν σε μία λύση, ενώ νωρίτερα ο ο υπουργός Εξωτερικών της Μόσχας, Σεργκέι Λαβρόφ, εμφανίστηκε επιφυλακτικός και εξέφρασε την εκτίμηση πως οι συνομιλίες δεν έχουν σημειώσει καμία πρόοδο μετά το τετ α τετ Πούτιν-Τραμπ στην Αλάσκα στις 15 Αυγούστου.

«Έκτοτε, δεν έχουμε δει καμία πρόοδο, καμία επιθυμία να πειστεί η Ουκρανία να αποδεχτεί αυτές τις αμερικανικές προτάσεις», δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Izvestia στο περιθώριο του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ (SPIEF) της Αγίας Πετρούπολης.

Όπως και να έχουν τα πράγματα η συζήτηση έχει ανοίξει και μπορεί να πάρει χρόνο. Παρόλα αυτά είναι μια εξέλιξη που δείχνει ότι η Μόσχα αναζητεί τρόπο για συζήτηση μιας συμφωνία, καθώς υπάρχουν πιέσεις οικονομικές και πολιτικές στο εσωτερικό της Ρωσίας, αλλά και σε επίπεδο στρατιωτικών επιχειρήσεων στο πεδίο.

Η κινήσεις καταγράφονται σε μια περίοδο εντατικών διπλωματικών διεργασιών στην Ευρώπη, με τη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία να εξετάζουν τρόπους επανεκκίνησης των συνομιλιών μεταξύ Μόσχας και Κιέβου. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η στασιμότητα των προσπαθειών διαμεσολάβησης, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες απώλειες στο πεδίο των μαχών και τις μεταβαλλόμενες στρατιωτικές ισορροπίες, δημιουργούν συνθήκες για μια νέα διπλωματική πρωτοβουλία, καθώς οι συνομιλίες υπό την αμερικανική ηγεσία να έχουν βαλτώσει λόγω Ιράν.

Η Ευρώπη ανοίγει πόρτα διαμεσολάβησης με τον Πούτιν

Σύμφωνα με το Bloomberg, αξιωματούχοι από Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία εξετάζουν το ενδεχόμενο συνομιλιών, ενώ έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σχετικές επαφές με Ουκρανούς αξιωματούχους, καθώς εκτιμάται ότι οι τελευταίες εξελίξεις ενισχύουν τη διαπραγματευτική θέση του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Αλλά και ο ίδιος ο Πούτιν φαίνεται να δείχνει ότι συζητά το ενδεχόμενο επαφών με την ΕΕ και κάνει ανοίγματα όπως με το τριήμερο φόρουμ στην Αγία Πετρούπολη. , στο οποίο η Ρωσία θέλει να δηλώσει ότι είναι ανοιχτή στις ξένες επενδύσεις μέσα σε πιεστικές συνθήκες και την Ουκρανία να κάνει επίδειξη ισχύος με μαζική επίθεση drones.

Πρόσφατα ο ίδιος ο Πούτιν δήλωσε ότι οι Ευρωπαίοι μπορούν να επιλέξουν έναν ηγέτη «που εμπιστεύονται και που δεν έχει εκφραστεί εχθρικά απέναντι στη Ρωσία». Πρότεινε το πρώην καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος επισκέφτηκε αυτές τις ημέρες τη Μόσχα. Μία ιδέα την οποία οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέρριψαν ως «παγίδα»

Ο Ζελένσκι ξεκαθάρισε ότι ενδεχόμενη συνάντηση κορυφής θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε ουδέτερο έδαφος, ενώ επανέλαβε ότι η Ευρώπη οφείλει να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε οποιαδήποτε ειρηνευτική διαδικασία, απορρίπτοντας παράλληλα σενάρια που θα προέβλεπαν παραχώρηση ουκρανικών εδαφών ως αντάλλαγμα για τον τερματισμό του πολέμου.

Ο Πούτιν και το αυξανόμενο κόστος του πολέμου

Ο πόλεμος στην Ουκρανία παραμένει μία από τις πιο καταστροφικές συγκρούσεις της σύγχρονης εποχής, ωστόσο οι προοπτικές επίτευξης των αρχικών στόχων της Ρωσίας εμφανίζονται ολοένα και πιο περιορισμένες. Παρά ταύτα, η ειρήνη εξακολουθεί να μοιάζει όχι κάτι και τόσο κοντινό, προς το παρόν, αλλά ανοίγουν περιθώρια, σχολιάζουν διεθνείς αναλυτές στο Bloomberg.

Ένας βασικός λόγος είναι ότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν καλείται να διαχειριστεί τις πολιτικές συνέπειες μιας σύγκρουσης που ξεκίνησε με την προσδοκία μιας γρήγορης νίκης, αλλά εξελίχθηκε σε έναν πολυετή πόλεμο φθοράς. Η αποδοχή ενός συμβιβασμού χωρίς σαφή επίτευξη των αρχικών στόχων θα ισοδυναμούσε με έμμεση παραδοχή αποτυχίας.

Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της λεγόμενης «Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης», η Ρωσία δεν έχει καταφέρει να επαναφέρει υπό τον έλεγχό της το σύνολο της Ουκρανίας, όπως πολλοί εκτιμούσαν ότι επιδίωκε το Κρεμλίνο στην αρχή της εισβολής.

Αντίθετα, η Μόσχα έχει καταλάβει περιορισμένες εκτάσεις εδάφους, πολλές από τις οποίες έχουν υποστεί εκτεταμένες καταστροφές. Παράλληλα, το ανθρώπινο κόστος παραμένει ιδιαίτερα βαρύ, ενώ οι δυτικές κυρώσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν τη ρωσική οικονομία.

Την ίδια στιγμή, οι ουκρανικές δυνατότητες πλήγματος σε μεσαίες και μεγάλες αποστάσεις αυξάνουν την πίεση στη ρωσική πολεμική μηχανή, μεταφέροντας ολοένα και περισσότερο τον πόλεμο βαθιά στο ρωσικό έδαφος και στις γραμμές εφοδιασμού.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις απαιτούν συνεχώς περισσότερους πόρους για την κατάκτηση ολοένα μικρότερων εδαφικών κερδών, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τη Μόσχα.

Η οικονομία της Ρωσίας και οι προκλήσεις για τον Πούτιν

Πέρα από το πεδίο της μάχης, η Ρωσία αντιμετωπίζει και σημαντικές οικονομικές προκλήσεις. Αναλυτές έχουν προειδοποιήσει για τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας και αυξημένων πληθωριστικών πιέσεων, ενώ η πολεμική οικονομία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αμυντικές δαπάνες που αποτελούν σήμερα τον βασικό κινητήριο μοχλό ανάπτυξης.

Ένα επιπλέον πρόβλημα αφορά την επόμενη ημέρα. Εάν οι εχθροπραξίες τερματιστούν, η επανένταξη εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών στην οικονομική ζωή θα αποτελέσει μια δύσκολη διαδικασία. Παράλληλα, η αμυντική βιομηχανία, που τα τελευταία χρόνια λειτούργησε ως βασικός μοχλός ανάπτυξης, θα χρειαστεί να προσαρμοστεί σε νέες συνθήκες.

Κατά ορισμένες εκτιμήσεις, η αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων θα απαιτούσε σημαντική ενίσχυση των επενδύσεων στον ιδιωτικό τομέα και ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κάτι που δεν θεωρείται εύκολο σε ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα.

Οι κίνδυνοι μιας βιαστικής εκεχειρίας στην Ουκρανία

Παρότι οι πιέσεις προς τη Ρωσία αυξάνονται, μια γρήγορη και πρόχειρη κατάπαυση του πυρός δεν θεωρείται απαραίτητα θετική εξέλιξη για την Ουκρανία.

Ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι θα βρισκόταν αντιμέτωπος με δύσκολες πολιτικές αποφάσεις, καθώς η λήξη του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης θα επανέφερε στο προσκήνιο τις εκλογικές διαδικασίες και τη δημόσια συζήτηση γύρω από ενδεχόμενες παραχωρήσεις προς τη Ρωσία.

Παράλληλα, η αποστράτευση και η επιστροφή εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών από το μέτωπο θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις σε μια χώρα που έχει υποστεί τεράστιες απώλειες και καταστροφές.

Η δύσκολη εξίσωση της ειρήνης

Για τον λόγο αυτό, αρκετοί διεθνείς αναλυτές υποστηρίζουν ότι η ειρήνη στην Ουκρανία δεν μπορεί να στηριχθεί σε μια αόριστη ή πρόχειρη συμφωνία. Μια κακώς σχεδιασμένη εκεχειρία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από οποιαδήποτε πλευρά για ανασύνταξη δυνάμεων και προετοιμασία νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η περίπτωση της Ουκρανίας θεωρείται ιδιαίτερα σύνθετη λόγω του μήκους της γραμμής του μετώπου, των ζητημάτων ασφαλείας που θα πρέπει να ρυθμιστούν και της ανάγκης δημιουργίας αξιόπιστων μηχανισμών επιτήρησης και εφαρμογής μιας συμφωνίας.

Εφόσον η πίεση προς τη Μόσχα αυξηθεί σε βαθμό που να καταστήσει ελκυστικό έναν ουσιαστικό συμβιβασμό, η διαμόρφωση μιας βιώσιμης ειρήνης θα απαιτήσει χρονοβόρες και εξαιρετικά λεπτομερείς διαπραγματεύσεις.

Για τους υποστηρικτές της Ουκρανίας στην Ευρώπη, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η παύση των εχθροπραξιών, αλλά η δημιουργία ενός πλαισίου που θα αποτρέπει την επανέναρξη του πολέμου. Διαφορετικά, μια συμφωνία χωρίς επαρκείς εγγυήσεις ασφαλείας κινδυνεύει να αποτελέσει απλώς ένα προσωρινό διάλειμμα σε μια σύγκρουση που παραμένει άλυτη.