Η Κίνα βρέθηκε στο επίκεντρο της νέας οικονομικής εξίσωσης του G7Η σύνοδος κορυφής της G7 στο Εβιάν κατέγραψε μια σπάνια σύγκλιση απόψεων γύρω από τις παγκόσμιες μακροοικονομικές ανισορροπίες. Οι ηγέτες συμφώνησαν τόσο για τα αίτια όσο και για τους κινδύνους που δημιουργούν τα αμερικανικά ελλείμματα και τα κινεζικά πλεονάσματα, ωστόσο η εξεύρεση λύσης παραμένει ιδιαίτερα δύσκολη χωρίς τη συμμετοχή του Πεκίνου.
Οι παγκόσμιες μακροοικονομικές ανισορροπίες είναι ένα θέμα που εδώ και χρόνια θεωρείται απειλή για τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας, χωρίς ωστόσο να υπάρχει κοινή προσέγγιση μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών.
Η σημαντικότερη εξέλιξη της συνόδου ήταν ότι τα επτά κράτη-μέλη συμφώνησαν τόσο στη διάγνωση του προβλήματος όσο και στους μηχανισμούς που το τροφοδοτούν. Παράλληλα, αναγνώρισαν την ανάγκη συντονισμένης δράσης για την αντιμετώπισή του, σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο, όταν η πολιτική δασμών του Ντόναλντ Τραμπ είχε προκαλέσει εντάσεις ακόμη και μεταξύ συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Όπως παραδέχθηκαν αρκετοί ηγέτες, ο προστατευτισμός δεν κατάφερε να μειώσει τις παγκόσμιες ανισορροπίες, παρά την επιθετική εμπορική πολιτική που ακολουθήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Κίνα: Υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα, επιδοτήσεις και εμπορικά πλεονάσματα
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν περιέγραψε συνοπτικά το πρόβλημα, υποστηρίζοντας ότι η Κίνα πρέπει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της υπερπαραγωγικής ικανότητας, των κρατικών επιδοτήσεων και της χαμηλής εγχώριας κατανάλωσης.
Η κινεζική οικονομία εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές και στην εξωτερική ζήτηση, γεγονός που οδήγησε πέρυσι σε εμπορικό πλεόνασμα ύψους 1,2 τρισ. δολαρίων, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 1% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Πρόκειται για επίπεδο χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
Πέρα από την ανταγωνιστικότητα της κινεζικής βιομηχανίας, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι κρατικές επιδοτήσεις, οι οποίες υπερβαίνουν το 3% της προστιθέμενης αξίας των επιχειρήσεων. Επιπλέον, το Πεκίνο διατηρεί στενό έλεγχο στην ισοτιμία του γουάν, ενώ παράλληλα εφαρμόζει πολιτική υποκατάστασης εισαγωγών με εγχώρια παραγόμενα προϊόντα.
Στο κοινό ανακοινωθέν της G7 εκφράζεται ανησυχία για «μη αγοραίες πρακτικές» που οδηγούν σε στρεβλώσεις, παγκόσμια διαρθρωτική υπερπαραγωγή και ανισορροπίες στις διεθνείς αγορές. Αν και η Κίνα δεν κατονομάζεται, θεωρείται ο βασικός αποδέκτης των αναφορών αυτών.
Τα αμερικανικά ελλείμματα και ο ρόλος της Ευρώπης
Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ίσο με το 3,5% του ΑΕΠ τους το προηγούμενο έτος. Πολλοί οικονομολόγοι αποδίδουν την κατάσταση αυτή στην υπερβολική κατανάλωση και κυρίως στα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, τα οποία ξεπερνούν το 6% του ΑΕΠ ή περίπου τα 1,8 τρισ. δολάρια ετησίως.
Οι φορολογικές ελαφρύνσεις που προώθησε ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρούνται ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στη διεύρυνση του δημοσιονομικού κενού. Για τον λόγο αυτό, το ανακοινωθέν της G7 καλεί τις χώρες με μεγάλα και επίμονα εξωτερικά ελλείμματα να προχωρήσουν σε δημοσιονομική εξυγίανση.
Η Ευρώπη, αντίθετα, εξακολουθεί να εμφανίζει πλεονάσματα στο εμπορικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο, οι αυξημένες επενδύσεις στην άμυνα, στην ψηφιακή οικονομία και στις νέες τεχνολογίες εκτιμάται ότι θα περιορίσουν σταδιακά αυτά τα πλεονάσματα τα επόμενα χρόνια.
Σύμφωνα με τους ηγέτες της G7, οι υπερβολικές ανισορροπίες αποτελούν βασική αιτία των εμπορικών συγκρούσεων και ενδέχεται να εξελιχθούν σε σοβαρή απειλή για τη διεθνή οικονομία. Σε περίπτωση κρίσης, οι χώρες με ελλείμματα θα αναγκαστούν να περιορίσουν τη ζήτησή τους, επηρεάζοντας άμεσα τους εμπορικούς εταίρους τους και ιδιαίτερα τις πλεονασματικές οικονομίες.
Η Κίνα και η Ευρώπη
Μετά τη σύνοδο της G7 στο Εβιάν, το κέντρο βάρους της ευρωπαϊκής διπλωματίας μεταφέρθηκς στις Βρυξέλλες, όπου στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ με ατζέντα την Ουκρανία, την ανταγωνιστικότητα και τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ένωσης. Ωστόσο, στο βραδινό δείπνο κυριάρχησε ένα ζήτημα: την Κίνα.
Η εκτίμηση που κυριαρχεί στους ευρωπαϊκούς κύκλους είναι ότι η ΕΕ αντιμετωπίζει ένα διαρθρωτικό «πρόβλημα Κίνας». Το εμπορικό έλλειμμα με το Πεκίνο υπερβαίνει πλέον το 1 δισ. ευρώ ημερησίως, ενώ η εξάρτηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού σε κρίσιμα ορυκτά και ημιαγωγούς εντείνεται.
Το ζήτημα έχει αναδειχθεί και μέσα από πρόσφατα περιστατικά, όπως η απόφαση των Βρυξελλών να αποσύρουν κινεζικό προμηθευτή ημιαγωγών από λίστες κυρώσεων, έπειτα από προειδοποιήσεις ευρωπαϊκών βιομηχανιών, αλλά και την προειδοποίηση της BMW για την κερδοφορία της λόγω της εξασθενημένης ζήτησης στην Κίνα.
Παρά τη γενική σκλήρυνση της στάσης απέναντι στο Πεκίνο, ιδιαίτερα από τη Γερμανία που προωθεί πιο επιθετική γραμμή, χώρες όπως η Ισπανία επιμένουν σε πιο πραγματιστική προσέγγιση, προειδοποιώντας για πιθανές κινεζικές αντιδράσεις.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει την ενίσχυση των εμπορικών αμυντικών εργαλείων της, ωστόσο προς το παρόν δεν φαίνεται πολιτική βούληση για ενεργοποίηση του μηχανισμού κατά του οικονομικού εξαναγκασμού, ενός ισχυρού αλλά ανενεργού μέχρι σήμερα εργαλείου απέναντι σε πιέσεις από την Κίνα.
Κίνα: Βουνό 300 δισ. δολ. σε επισφαλή καταναλωτικά δάνεια απειλεί την οικονομία
Την ίδια ώρα η Κίνα νιώθει πίεση στην οικονομία. Βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αυξανόμενη κρίση καταναλωτικού χρέους, η οποία απειλεί να υπονομεύσει τις προσπάθειες του Πεκίνου να στηρίξει την ανάπτυξη της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας στον κόσμο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, έως και 100 εκατομμύρια Κινέζοι καταναλωτές δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν τις προσωπικές τους οφειλές.
Τα μη εξυπηρετούμενα καταναλωτικά δάνεια –από πιστωτικές κάρτες έως στεγαστικά– έχουν αυξηθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Μόνο το 2025, το συνολικό ύψος των επισφαλών οικιακών δανείων εκτινάχθηκε κατά 21%, φτάνοντας σε επίπεδο ρεκόρ τα 2,22 τρισ. γουάν (περίπου 329 δισ. δολάρια), σύμφωνα με την Gavekal Dragonomics.
Η επιδείνωση της εικόνας αποδίδεται και στη μείωση της διαφάνειας, καθώς οι αρχές έχουν σταματήσει να δημοσιεύουν συγκεντρωτικά στοιχεία για τα καθυστερούμενα προσωπικά δάνεια. Εκτιμήσεις του Πανεπιστημίου Zhejiang ανεβάζουν το συνολικό «τοξικό» ιδιωτικό χρέος έως και τα 3 τρισ. γουάν ετησίως.
Η κρίση επηρεάζει άμεσα το τραπεζικό σύστημα, με τις νέες χορηγήσεις δανείων να περιορίζονται, ενώ τα προγράμματα ενίσχυσης της κατανάλωσης δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η λιανική κατανάλωση κατέγραψε πρόσφατα τη χειρότερη πτώση από την περίοδο της πανδημίας.
Σημαντικό ρόλο στην επέκταση του χρέους έχουν διαδραματίσει οι ψηφιακές πλατφόρμες χρηματοδότησης, όπως η Ant Group και η ByteDance, οι οποίες λειτουργούν ως ενδιάμεσοι μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών. Προσφέρουν άμεση πρόσβαση σε δάνεια με επιτόκια που κυμαίνονται από 4% έως και πάνω από 24%.
Η επιθετική προώθηση πιστώσεων μέσω εφαρμογών κινητών τηλεφώνων έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον «εύκολου δανεισμού», ιδιαίτερα για νεότερους καταναλωτές, οδηγώντας πολλούς σε υπερχρέωση.
Παρότι το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων φαίνεται χαμηλότερο σε σύγκριση με άλλες οικονομίες, η έλλειψη ολοκληρωμένου πλαισίου προσωπικής πτώχευσης καθιστά δυσκολότερη τη διαχείριση μιας μαζικής κρίσης.
Οι κινεζικές αρχές έχουν ήδη εφαρμόσει πιλοτικά προγράμματα «πιστωτικής αμνηστίας», επιχειρώντας να σταθεροποιήσουν το σύστημα. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη πίεση στα νοικοκυριά και η αδύναμη κατανάλωση δείχνουν ότι η πρόκληση για την Κίνα παραμένει βαθιά διαρθρωτική και όχι συγκυριακή.κ
Η εκρηκτική αύξηση των καθυστερούμενων οφειλών πλήττει την κατανάλωση και δοκιμάζει την ικανότητα του Πεκίνου να στηρίξει την ανάπτυξη, καθώς μπαίνει στο μικροσκόπιο της G7
Παρά τη συναίνεση που επιτεύχθηκε στο Εβιάν, το πιο δύσκολο βήμα παραμένει η συμμετοχή της Κίνας σε μια διαδικασία εξισορρόπησης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί εκ νέου στη σύνοδο της G20 στις ΗΠΑ, όπου θα συμμετάσχει και το Πεκίνο.
Οι πιθανότητες μιας άμεσης συμφωνίας θεωρούνται περιορισμένες. Ωστόσο, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, οι μεγάλες οικονομίες φαίνεται να συμμερίζονται μια κοινή αντίληψη για το πρόβλημα και την ανάγκη συντονισμένης αντιμετώπισής του.
