Το 2016, η Βρετανία αποφάσισε μέσω δημοψηφίσματος να χαράξει μια νέα, μοναχική πορεία εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δέκα χρόνια αργότερα, αυτή η ιστορική απόφαση μοιάζει με μια πολιτική κατάρα που καταβροχθίζει τον έναν πρωθυπουργό μετά τον άλλον. Η εικόνα του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ, μπροστά στην εξώπορτα με το νούμερο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ να ανακοινώνει την παραίτησή του, ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις.
Ο Άντι Μπέρναμ επιστρέφει στο κοινοβούλιο και επίσημα ανακοίνωσε πως θα διεκδικήσει την ηγεσία των Εργατικών μετά τις βαριές εκλογικές απώλειες του κόμματος και την πρωθυπουργία, αλλά ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, με ορίζοντα τον Σεπτέμβριο για αλλαγή σκυτάλης
Η Ντάουνινγκ Στριτ έχει μετατραπεί σε ένα δωμάτιο με περιστρεφόμενη πόρτα, όπου οι ηγέτες εισέρχονται με θριαμβευτικές υποσχέσεις και αποχωρούν ηττημένοι, ανίκανοι να διαχειριστούν τις οικονομικές και κοινωνικές τεκτονικές δονήσεις που προκάλεσε το Brexit στην Βρετανία. Πέρασαν πέντε πρωθυπουργοί του Συντηρητικών και ένας, τώρα τελευταίος ο Στάρμερ, των Εργατικών.
Πρωθυπουργός Βρετανίας: Ντέιβιντ Κάμερον (Μάιος 2010 – Ιούλιος 2016)
Πρώτο θύμα της διαδικασίας υπήρξε ο ίδιος ο αρχιτέκτονας του δημοψηφίσματος, Ντέιβιντ Κάμερον, ο οποίος παραιτήθηκε τον Ιούλιο του 2016, αμέσως μόλις έγινε γνωστό το αποτέλεσμα. Ο Κάμερον αποχώρησε από την ενεργό δράση μετά από την ιστορική ήττα, του δημοψηφίσματος για το Brexit και για 7 χρόνια δεν ήταν καν βουλευτής. Μετά επέστρεψε στην κυβέρνηση Σούνακ. Υπηρέτησε ως υπουργός Εξωτερικών από το 2023 μέχρι το 2024.
Ο Ντέιβιντ Κάμερον ήταν ο πρωθυπουργός που προκάλεσε το δημοψήφισμα του Brexit το καλοκαίρι του 2016 σε μια προσπάθεια εκτός των άλλων, να σταματήσει την ραγδαία άνοδο του ακροδεξιού κόμματος UKIP του Νάιτζελ Φάρταζ που την εποχή εκείνη κάλπαζε, αν και εξαιτίας του εκλογικού συστήματος της Βρετανίας, δεν είχε καταφέρει να εκλέξει ούτε έναν βουλευτή. Ο Κάμερον ήταν θερμός υποστηρικτής της παραμονής της χώρας στην ΕΕ, αλλά έχασε και αποχώρησε.

Ο Ντέιβιντ Κάμερον/ΑΠΕ-ΜΠΕ
Πρωθυπουργός Βρετανίας: Τερέζα Μέι (Ιούλιος 2016 – Ιούλιος 2019)
Τη σκυτάλη πήρε η Τερέζα Μέι, η οποία ανέλαβε το τιτάνιο έργο να διαπραγματευτεί μια συμφωνία αποχώρησης. Παγιδευμένη ανάμεσα στις σκληροπυρηνικές πτέρυγες του κόμματός της και στις απαιτήσεις των Βρυξελλών, η Μέι είδε τις προτάσεις της να καταψηφίζονται επανειλημμένα, οδηγώντας την τελικά σε μια δακρύβρεχτη παραίτηση τον Ιούλιο του 2019.
Τον Ιούλιο του 2018, η Μέι κάλεσε το υπουργικό της συμβούλιο στην εξοχική πρωθυπουργική κατοικία, το Chequers, για να συμφωνήσουν σε μια κοινή γραμμή διαπραγμάτευσης με την ΕΕ. Το σχέδιό της προέβλεπε ένα «κοινό βιβλίο κανόνων» με τις Βρυξέλλες για τα βιομηχανικά και αγροτικά προϊόντα. Στόχος της ήταν να εξασφαλίσει ελεύθερο εμπόριο και να αποφευχθεί ένα «σκληρό σύνορο» στην Ιρλανδία.
Αν και αρχικά φάνηκε να αποσπά τη συμφωνία των υπουργών της, μέσα σε 48 ώρες ξέσπασε το απόλυτο χάος, με παραιτήσεις κορυφαίων υπουργών: Ο σκληροπυρηνικός Υπουργός Brexit, Ντέιβιντ Ντέιβις, και ο Υπουργός Εξωτερικών, Μπόρις Τζόνσον, παραιτήθηκαν αμέσως. Ο Τζόνσον δήλωσε χαρακτηριστικά ότι το σχέδιο της Μέι μετέτρεπε τη Βρετανία σε «αποικία της ΕΕ» και ότι το Brexit «γλιστρούσε προς ένα στάτους ημι-αποικίας». Η Μέι βρέθηκε παγιδευμένη σε μια μέγγενη, έχοντας χάσει την αυτοδυναμία της στις εκλογές του 2017. Ο εμφύλιος πόλεμος κυριάρχησε στους Συντηρητικούς, οι Τόρις διασπάστηκαν σε τρία αντίπαλα στρατόπεδα.
Πρωθυπουργός Βρετανίας: Μπόρις Τζόνσον (Ιούλιος 2019 – Σεπτέμβριος 2022)
Ο Μπόρις Τζόνσον εμφανίστηκε ως ο απόλυτος λυτρωτής με το σύνθημα «Get Brexit Done». Κέρδισε μια ιστορική πλειοψηφία το 2019 και υπέγραψε την επίσημη έξοδο. Ωστόσο, η πραγματικότητα της μετα-Brexit εποχής αποδείχθηκε αμείλικτη. Η οικονομική απομόνωση, σε συνδυασμό με τα εσωτερικά σκάνδαλα της κυβέρνησής του, κατέρριψαν γρήγορα τον μύθο του, αναγκάζοντάς τον να αποχωρήσει κακήν κακώς τον Σεπτέμβριο του 2022.
Αν και η οικονομία ήταν πιεσμένη, η προσωπική του αξιοπιστία καταστράφηκε από μια σειρά ηθικών και πολιτικών σκανδάλων, με αιχμή το Partygate. Η αποκάλυψη ότι στην Ντάουνινγκ Στριτ διοργανώνονταν αλκοολούχα πάρτι κατά τη διάρκεια των αυστηρών εθνικών lockdown για την πανδημία COVID-19, προκάλεσαν δυσαρέσκεια. Ο ίδιος ο Τζόνσον δέχθηκε πρόστιμο από την αστυνομία και έγινε ο πρώτος εν ενεργεία Βρετανός πρωθυπουργός που βρέθηκε να έχει παραβιάσει τον νόμο.

Ο Μπόρις Τζόνσον κατά την ανακοίνωση της παραίτησής του © EPA/TOLGA AKMEN
Πρωθυπουργός Βρετανίας: Λιζ Τρας (Σεπτέμβριος 2022 – Οκτώβριος 2022)
Η διαδοχή του οδήγησε στο απόλυτο πολιτικό βραχυκύκλωμα. Η Λιζ Τρας πήρε τη σκυτάλη. Διετέλεσε πρωθυπουργός και επικεφαλής του Συντηρητικού Κόμματος για μόλις 49 ημέρες το 2022, αναλαμβάνοντας καθήκοντα στις 6 Σεπτεμβρίου και παραιτήθηκε στις 20 Οκτωβρίου. Έμεινε στην ιστορία ως η πιο βραχύβια πρωθυπουργός της χώρας, καθώς τα οικονομικά της πειράματα, σε μια ήδη ευάλωτη οικονομία, προκάλεσαν πανικό στις διεθνείς αγορές ομολόγων.
Το πιο διάσημο και ιστορικό λογοπαίγνιο για τη βραχύβια θητεία της Λιζ Τρας αφορούσε ένα μαρούλι. Όλα ξεκίνησαν από ένα άρθρο του περιοδικού The Economist που σχολίασε ότι η Τρας είχε «τη διάρκεια ζωής ενός μαρουλιού στο ράφι». Η βρετανική ταμπλόιντ εφημερίδα Daily Star πήρε το αστείο κυριολεκτικά και ξεκίνησε μια ζωντανή μετάδοση (livestream) στο YouTube, βάζοντας ένα μαρούλι με ξανθιά περούκα δίπλα στη φωτογραφία της Τρας.
Το ερώτημα ήταν απλό: «Ποιο μαρούλι θα χαλάσει τελευταίο;». Τελικά, το μαρούλι νίκησε, καθώς η Τρας παραιτήθηκε προτού το λαχανικό προλάβει να σαπίσει. Πολλά διεθνή μέσα (όπως η The Telegraph) έγραψαν ειρωνικά ότι η Τρας «πάσχιζε να επιβιώσει πέρα από τις μέρες της σαλάτας της». Η αγγλική έκφραση «salad days» αναφέρεται κανονικά στην περίοδο της νιότης και της ακμής κάποιου.

Η Λιζ Τρας ανακοινώνει την παραίτησή της © EPA/ANDY RAIN
Πρωθυπουργός Βρετανίας: Ρίσι Σούνακ (Οκτώβριος 2022 – Ιούλιος 2024)
Ο Ρίσι Σούνακ, που αντικατέστησε τη Λιζ Τρας, προσπάθησε να επιβάλει τη σταθερότητα και την τεχνοκρατική πειθαρχία. Όμως, η Βρετανία βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με τη στασιμότητα των μισθών, τον πληθωρισμό και την κατακόρυφη πτώση της παραγωγικότητας, στοιχεία που οι αναλυτές συνέδεαν άμεσα με το κόστος του Brexit. Η συντριβή των Συντηρητικών στις εκλογές του 2024 ήταν το νομοτελειακό αποτέλεσμα.
Όλα αυτά τα χρονια δεν ήταν απλώς το Συντηρητικό Κόμμα σε κρίση. Αντιθέτως, ήταν οι παλινδρομήσεις και η υπαρξιακή κρίση μιας ολόκληρης χώρας που οδήγησαν τους Τόρις στο χάος.

Ρίσι Σούνακ © EPA/NEIL HALL
Πρωθυπουργός Βρετανίας: Κιρ Στάρμερ (Ιούλιος 2024 – Ιούνιος 2026)
Η ανάληψη της εξουσίας από τον Κιρ Στάρμερ και το Εργατικό Κόμμα θεωρήθηκε από πολλούς ως το τέλος αυτής της πολυετούς κρίσης. Ο Στάρμερ υποσχέθηκε σοβαρότητα, οικονομική ανάπτυξη και μια προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ευρώπη. Ωστόσο, η «κατάρα του Brexit» δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Το φάντασμα του Brexit συνέχισε να στοιχειώνει τη βρετανική πολιτική σκηνή. Η βρετανική οικονομία παρέμεινε εγκλωβισμένη, οι δημόσιες υπηρεσίες συνέχισαν να καταρρέουν και η κοινωνική δυσαρέσκεια διογκώθηκε.
Παρά τον αρχικό του θρίαμβο, ο Στάρμερ βρέθηκε γρήγορα αντιμέτωπος με τις ίδιες δομικές αδυναμίες που λύγισαν τους προκατόχους του. Οι εσωκομματικές πιέσεις, η αδυναμία τόνωσης της αγοράς και η ραγδαία πτώση της δημοτικότητάς του τον οδήγησαν στην απόφαση να ανακοινώσει την παραίτησή του.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ © EPA/ANDY RAIN / POOL
Οι αμφιλεγόμενες «επιτυχίες» της κυβέρνησης Στάρμερ
Ο Κιρ Στάρμερ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την πρωθυπουργία μετά τη νίκη του Άντι Μπέρναμ στην αναπληρωματική εκλογή της περιφέρειας Μέικερφιλντ την περασμένη εβδομάδα.
Η διαδικασία εκλογής νέου ηγέτη των Εργατικών αναμένεται να ξεκινήσει στις 9 Ιουλίου, ώστε ο διάδοχος να έχει αναλάβει καθήκοντα έως τον Σεπτέμβριο. Ο Μπέρναμ έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα είναι υποψήφιος, ενώ πληροφορίες θέλουν τον δεξιό πτέρυγα των Εργατικών να συσπειρώνεται γύρω από τον Γουές Στρίτινγκ.
Κατά την αποχαιρετιστήρια ομιλία του, ο Στάρμερ επιχείρησε να υπερασπιστεί την κυβερνητική του θητεία, απαριθμώντας όσα χαρακτήρισε επιτεύγματα των τελευταίων δύο ετών. Υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του έβαλε τέλος στη λιτότητα και ενίσχυσε τα δικαιώματα εργαζομένων και ενοικιαστών.
Οι επικριτές του, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Επισημαίνουν ότι από τις πρώτες αποφάσεις της κυβέρνησής του ήταν η διατήρηση του ορίου επιδομάτων για οικογένειες με περισσότερα από δύο παιδιά, πολιτική που, όπως υποστηρίζουν, διατηρεί πάνω από ένα εκατομμύριο παιδιά στη φτώχεια.
Παράλληλα, επικρίνουν τη μείωση των επιδομάτων θέρμανσης για εκατομμύρια συνταξιούχους και υποστηρίζουν ότι οι μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά και στην αγορά ενοικίων αποδυναμώθηκαν προκειμένου να μην θιγούν τα συμφέροντα των επιχειρήσεων.
Ο ίδιος ο Στάρμερ προέβαλε ως επιτυχίες τη μεγαλύτερη αύξηση αμυντικών δαπανών από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, τη μείωση των αφίξεων μεταναστών μέσω της Μάγχης και το κλείσιμο ξενοδοχείων που φιλοξενούσαν αιτούντες άσυλο.
Η κρίση του βρετανικού πολιτικού συστήματος
Η πτώση του Στάρμερ εντάσσεται, σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές, σε μια ευρύτερη περίοδο αστάθειας που χαρακτηρίζει τη Βρετανία από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 και μετά. Το Brexit, η πανδημία Covid-19 και οι διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις έχουν επιβαρύνει περαιτέρω το πολιτικό σύστημα.
Μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, η χώρα έχει γνωρίσει αλλεπάλληλες αλλαγές ηγεσίας, γεγονός που αντανακλά βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές αντιφάσεις. Κατά την άποψη των επικριτών του κυρίαρχου μοντέλου, η νεοφιλελεύθερη πολιτική που υιοθετήθηκε από τη δεκαετία του 1980 περιόρισε τις διαφορές μεταξύ Συντηρητικών και Εργατικών, απομακρύνοντας παράλληλα τους ψηφοφόρους από τα παραδοσιακά κόμματα.
Παρότι ο Άντι Μπέρναμ παρουσιάζεται από ορισμένους ως πιο μετριοπαθής και κοινωνικά ευαίσθητη επιλογή, οι δηλώσεις και οι κινήσεις του δεν πείθουν όσους ζητούν ριζική αλλαγή κατεύθυνσης.
Ο Μπέρναμ έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τους δημοσιονομικούς κανόνες που επικαλείται η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς για να δικαιολογήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία. Επιπλέον, έχει ενισχύσει το οικονομικό του επιτελείο με πρόσωπα που θεωρούνται αποδεκτά από τις αγορές, τις τράπεζες και τον επιχειρηματικό κόσμο.
Σύμφωνα με τους επικριτές του, η στάση αυτή προμηνύει συνέχιση της πολιτικής λιτότητας και όχι ουσιαστική αναθεώρηση των οικονομικών επιλογών των Εργατικών.
Βρετανία: Λιτότητα και μεταναστευτικό, οι μεγάλες προκλήσεις για τον Μπέρναμ
Παράλληλα, ο Μπέρναμ έχει στηρίξει προτάσεις για αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, ενώ έχει δεχθεί επικρίσεις για τη στάση του σε ζητήματα δικαιωμάτων των τρανς ατόμων.
Για τους αντιπάλους του, η αποχώρηση του Στάρμερ αποτελεί ασφαλώς πολιτικό ορόσημο. Ωστόσο, θεωρούν ότι η αντικατάσταση ενός κεντρώου ηγέτη από έναν άλλο κεντρώο δεν πρόκειται να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν εκατομμύρια εργαζόμενοι στη Βρετανία, ούτε να αλλάξει ουσιαστικά την οικονομική και πολιτική κατεύθυνση της χώρας.
Η σαρωτική επικράτηση του Άντι Μπέρναμ στο Μέικερφιλντ προκάλεσε ανακούφιση σε πολλούς κύκλους των Εργατικών, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε το μέγεθος της πολιτικής αμφισβήτησης που αντιμετωπίζει ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ.
Ο δήμαρχος του Μεγάλου Μάντσεστερ εξασφάλισε το 55% των ψήφων, αφήνοντας στη δεύτερη θέση το ακροδεξιό Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ με 35%. Τρίτο αναδείχθηκε το νεοσύστατο Restore Britain του βουλευτή Ρούπερτ Λόου, ενώ Συντηρητικοί, Φιλελεύθεροι Δημοκράτες και Πράσινοι κινήθηκαν σε ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά.
Για πολλούς αναλυτές, το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μια νίκη των Εργατικών, αλλά μια ψήφος υπέρ ενός διαφορετικού πολιτικού προφίλ μέσα στο ίδιο το κόμμα.

Άντι Μπέρναμ © EPA/JAIMI JOY
Ο Μπέρναμ για διάδοχος του Στάρμερ: Η στρατηγική που έφερε τη νίκη
Ο Μπέρναμ κατάφερε να εμφανιστεί ως μια πιο ήπια και κοινωνικά ευαίσθητη εκδοχή της ηγεσίας των Εργατικών, διατηρώντας παράλληλα αποστάσεις από το πολιτικό κέντρο του Λονδίνου. Η επιτυχία του βασίστηκε σε δύο παράγοντες.
Αφενός, συσπείρωσε παραδοσιακούς ψηφοφόρους των Εργατικών που είχαν απομακρυνθεί τα τελευταία χρόνια. Αφετέρου, προσέλκυσε πολίτες που επιθυμούσαν αλλαγή ηγεσίας χωρίς να στραφούν σε εναλλακτικά κόμματα.
Όπως επισημαίνουν εκλογικοί αναλυτές, ο Μπέρναμ πέτυχε κάτι δύσκολο: να εκφράσει ταυτόχρονα τους παραδοσιακούς υποστηρικτές των Εργατικών και όσους απογοητεύονται από τον Στάρμερ.
Παρά την επιτυχία, αρκετοί πολιτικοί παρατηρητές θεωρούν ότι η κρίση των Εργατικών δεν περιορίζεται στο πρόσωπο του σημερινού πρωθυπουργού.
Εδώ και δεκαετίες, το κόμμα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην κοινωνική πολιτική και τις απαιτήσεις των αγορών. Σε μια περίοδο οικονομικής στασιμότητας, αυξημένου κόστους ζωής και γεωπολιτικών αβεβαιοτήτων, τα περιθώρια ελιγμών παραμένουν περιορισμένα.
Ο ίδιος ο Μπέρναμ, παρά τη ρητορική του περί ανανέωσης, έχει επανειλημμένα διαβεβαιώσει επενδυτές και επιχειρηματικούς κύκλους ότι δεν προτίθεται να αμφισβητήσει το υφιστάμενο δημοσιονομικό πλαίσιο. Μάλιστα, έχει πλαισιωθεί από οικονομικούς συμβούλους με ισχυρούς δεσμούς με τους θεσμούς και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Μπέρναμ θα είναι να αποδείξει ότι μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο από μια εναλλαγή προσώπων στην κορυφή των Εργατικών.
Οι επικριτές του υποστηρίζουν ότι, παρά τις διαφοροποιήσεις στο ύφος, παραμένει εντός του ίδιου οικονομικού και πολιτικού πλαισίου που ακολουθεί σήμερα η ηγεσία Στάρμερ. Παράλληλα, η άνοδος του ακροδεξιού Reform UK δείχνει ότι οι πιέσεις από τα δεξιά όχι μόνο δεν υποχωρούν, αλλά ενισχύονται.
Το αποτέλεσμα στο Μέικερφιλντ αποτελεί αναμφίβολα σημαντική πολιτική νίκη. Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν ο Άντι Μπέρναμ μπορεί να μετατρέψει αυτή τη δυναμική σε μια ουσιαστικά διαφορετική πρόταση διακυβέρνησης για τη Βρετανία ή αν θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα ίδια αδιέξοδα που δοκιμάζουν σήμερα την κυβέρνηση Στάρμερ.

O ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ © EPA/SHAWN THEW
Τα διδάγματα 10 ετών Brexit
Η περίοδος που ακολούθησε το δημοψήφισμα χαρακτηρίστηκε από έντονη πολιτική αστάθεια. Από το 2016 μέχρι σήμερα, η Βρετανία πέρασε από έξι διαφορετικούς πρωθυπουργούς: τον Ντέιβιντ Κάμερον, την Τερέζα Μέι, τον Μπόρις Τζόνσον, τη Λιζ Τρας, τον Ρίσι Σούνακ και τον σημερινό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ.
Η διαδοχή τόσων ηγετών μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αποτυπώνει τη δυσκολία διαχείρισης των πολιτικών και οικονομικών συνεπειών του Brexit. Παράλληλα, καταδεικνύει πόσο βαθιά μετασχημάτισε το δημοψήφισμα το βρετανικό πολιτικό σύστημα.
Μια δεκαετία μετά το δημοψήφισμα του 2016, το Brexit παραμένει το καθοριστικό γεγονός της σύγχρονης βρετανικής πολιτικής ιστορίας. Σύμφωνα με μαρτυρίες πρωταγωνιστών που συγκέντρωσε το Politico μέσω του podcast Westminster Insider, η εκστρατεία εκείνης της περιόδου λειτούργησε ως προπομπός μιας νέας πολιτικής εποχής.
Η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αναδιαμόρφωσε μόνο τη σχέση της χώρας με την Ευρώπη. Επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι πολιτικές καμπάνιες, τη λειτουργία των κομμάτων και τη σχέση των πολιτών με τους θεσμούς.
Ο Μάθιου Έλιοτ, επικεφαλής της καμπάνιας Vote Leave, υποστηρίζει ότι το δημοψήφισμα σηματοδότησε μια ριζική αλλαγή στην πολιτική επικοινωνία. Μαζί με τον Ντόμινικ Κάμινγκς, επένδυσαν μαζικά σε στοχευμένες ψηφιακές καμπάνιες, αξιοποιώντας δεδομένα και μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε πρωτοφανή κλίμακα.
Η στρατηγική αυτή, που σήμερα θεωρείται αυτονόητη σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, αποτέλεσε τότε καινοτομία. Η δυνατότητα άμεσης στόχευσης ψηφοφόρων μέσω κινητών τηλεφώνων και υπολογιστών άλλαξε οριστικά τον τρόπο άσκησης πολιτικής επιρροής.
Η Κέιτ Φολ, στενή συνεργάτιδα του Ντέιβιντ Κάμερον την περίοδο του δημοψηφίσματος, θυμάται ως καθοριστική στιγμή την παρέμβαση του τότε Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ότι μια εκτός ΕΕ Βρετανία θα βρισκόταν «στο τέλος της ουράς» για μια εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ.

Brexit © Pixabay
Πολλοί από όσους συμμετείχαν στην εκστρατεία θεωρούν σήμερα ότι το Brexit εξέφρασε κάτι βαθύτερο από μια διαφωνία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ανέδειξε την αίσθηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας ότι οι πολιτικές ελίτ δεν αφουγκράζονταν τις ανησυχίες των πολιτών.
Η περίπτωση της Τζιζέλα Στιούαρτ, βουλευτού των Εργατικών που υποστήριξε το Brexit και συνεργάστηκε πολιτικά με τον Μπόρις Τζόνσον και τον Μάικλ Γκόουβ, συμβολίζει τη διάλυση των παραδοσιακών κομματικών διαχωρισμών. Στη θέση τους εμφανίστηκαν νέες πολιτικές ταυτότητες, οι οποίες καθορίστηκαν κυρίως από τη στάση απέναντι στην ευρωπαϊκή έξοδο.
Δέκα χρόνια αργότερα, οι συζητήσεις για τη μετανάστευση, την παγκοσμιοποίηση, την εθνική κυριαρχία και τη δημοκρατική εκπροσώπηση εξακολουθούν να κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο. Το Brexit μπορεί να ολοκληρώθηκε θεσμικά, όμως η πολιτική και κοινωνική του κληρονομιά συνεχίζει να διαμορφώνει τη Βρετανία του σήμερα.
Η Βρετανία οδηγείται πλέον στην αναζήτηση του έβδομου πρωθυπουργού της μέσα σε μία δεκαετία. Το Brexit αποδεικνύεται μια μαύρη τρύπα που καταπίνει τους ηγέτες της χώρας, αποδεικνύοντας ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ήταν απλώς ένα γεγονός, αλλά μια διαρκής, βαθιά κρίση ταυτότητας και κυβερνησιμότητας.
