Πούτιν: Οι λόγοι που τον πιέζουν αφόρητα για την κατάσταση του πολέμου στην Ουκρανία

Οι ουκρανικές επιθέσεις βαθειά στο εσωτερικό της Ρωσίας, η οικονομική επιβράδυνση και η κόπωση της κοινωνίας αλλάζουν σταδιακά τα δεδομένα για το Κρεμλίνο

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν © EPA/GRIGORY SYSOEV

Περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν βρίσκεται αντιμέτωπος με ολοένα και μεγαλύτερες πιέσεις, τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο οικονομικό και πολιτικό μέτωπο.

Αν και δεν διαφαίνεται άμεση απειλή για την παραμονή του στην εξουσία, μια σειρά εξελίξεων δυσκολεύουν πλέον τη διαχείριση του πολέμου και περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών του Κρεμλίνου.

Η εικόνα της απόλυτης σταθερότητας που επιχειρούσε να προβάλλει η ρωσική ηγεσία αρχίζει να δοκιμάζεται, καθώς ο πόλεμος δεν περιορίζεται πλέον στις γραμμές του μετώπου αλλά επηρεάζει ολοένα περισσότερο την καθημερινότητα στο εσωτερικό της Ρωσίας.

Η Ουκρανία πλήττει πλέον στόχους βαθιά μέσα στη Ρωσία

Το Κίεβο έχει αυξήσει σημαντικά τόσο την εμβέλεια όσο και τη συχνότητα των επιθέσεων με drones και πυραύλους εναντίον στόχων στο ρωσικό έδαφος. Οι επιθέσεις δεν περιορίζονται πλέον στις παραμεθόριες περιοχές αλλά φτάνουν ακόμη και σε περιοχές της Σιβηρίας.

Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, περισσότερες από τις μισές περιφέρειες της Ρωσίας, όπου κατοικεί πάνω από το 70% του πληθυσμού της χώρας, έχουν εκδώσει τουλάχιστον μία προειδοποίηση αεροπορικής επιδρομής μέσα στο 2026.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η επίθεση στο διυλιστήριο του Ομσκ, στη δυτική Σιβηρία, σε απόσταση μεγαλύτερη των 2.500 χιλιομέτρων από τα ουκρανικά σύνορα.

Η Ουκρανία αποδίδει την αυξημένη αποτελεσματικότητα των επιθέσεων στην παραγωγή νέων οπλικών συστημάτων μεγάλης εμβέλειας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο πύραυλος Flamingo, ο οποίος σύμφωνα με το Κίεβο μπορεί να πλήξει στόχους έως και 3.000 χιλιόμετρα μακριά, καθώς και η αναβαθμισμένη έκδοση του πυραύλου Neptune, που πλέον χρησιμοποιείται και εναντίον χερσαίων στόχων σε αποστάσεις έως 1.000 χιλιομέτρων.

Οι ελλείψεις καυσίμων επιβαρύνουν την καθημερινότητα

Οι ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια έχουν προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες στην παραγωγή καυσίμων.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) εκτιμά ότι η ημερήσια επεξεργασία αργού πετρελαίου στα ρωσικά διυλιστήρια μειώθηκε στα 3,8 εκατομμύρια βαρέλια τον Ιούνιο, έναντι 5,4 εκατομμυρίων βαρελιών τον αντίστοιχο μήνα του 2025.

Σε πολλές περιοχές της χώρας καταγράφονται ελλείψεις βενζίνης και ντίζελ, εφαρμόζονται περιορισμοί στη διάθεση καυσίμων και οι οδηγοί σχηματίζουν πολύωρες ουρές στα πρατήρια. Παράλληλα αναπτύσσεται και παράνομη αγορά καυσίμων.

Η μέση τιμή της βενζίνης έχει αυξηθεί περίπου κατά 14% από τις αρχές του έτους, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον επίσημο πληθωρισμό.

Για να συγκρατήσει τις τιμές, η ρωσική κυβέρνηση έχει περιορίσει τις εξαγωγές βενζίνης, ντίζελ και καυσίμων αεροσκαφών, ενώ έχει διαθέσει επιδοτήσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων προς τα διυλιστήρια ώστε να εξασφαλιστεί επαρκής τροφοδοσία της εγχώριας αγοράς.

Η πολεμική οικονομία εμφανίζει σημάδια κόπωσης

Η οικονομία της Ρωσίας αναπτύσσεται πλέον με πολύ χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια του πολέμου.

Παρότι η αμυντική βιομηχανία εξακολουθεί να λειτουργεί με υψηλούς ρυθμούς, πολλοί άλλοι παραγωγικοί κλάδοι μειώνουν επενδύσεις και παραγωγή. Οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλά επιτόκια, σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού και αυξημένο κόστος λειτουργίας.

Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας διατηρεί αυστηρή νομισματική πολιτική προκειμένου να συγκρατήσει τον πληθωρισμό που τροφοδοτείται από τις τεράστιες κρατικές στρατιωτικές δαπάνες. Ταυτόχρονα, οι συνεχιζόμενες επιθέσεις σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις δημιουργούν νέες πιέσεις στην παραγωγή και στα δημόσια οικονομικά.

Η διπλωματία δεν απέφερε τα αποτελέσματα που περίμενε το Κρεμλίνο

Η ρωσική ηγεσία προσδοκούσε ότι οι συνομιλίες με τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών θα οδηγούσαν την Ουκρανία σε σημαντικές παραχωρήσεις.

Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αλάσκα δεν οδήγησαν σε ουσιαστική πρόοδο. Οι επαφές παραμένουν ουσιαστικά παγωμένες, ενώ η Ουκρανία εξακολουθεί να απορρίπτει τους βασικούς ρωσικούς όρους για τον τερματισμό του πολέμου.

Παράλληλα, η συνέχιση της δυτικής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς το Κίεβο ενισχύει τη θέση του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι και δυσκολεύει την προσπάθεια της Μόσχας να επιβάλει τους στόχους της είτε στο πεδίο των μαχών είτε μέσω διαπραγματεύσεων.

Μειώνεται η δημοτικότητα του Πούτιν

Παρότι ο Ρώσος πρόεδρος εξακολουθεί να διατηρεί υψηλά ποσοστά αποδοχής σε σύγκριση με πολλούς δυτικούς ηγέτες, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν αισθητή υποχώρηση.

Σύμφωνα με το κρατικό κέντρο δημοσκοπήσεων VTsIOM, ο δείκτης εμπιστοσύνης προς τον Πούτιν υποχώρησε στο 72,3%, ενώ ανεξάρτητη έρευνα του Κέντρου Levada κατέγραψε πτώση της δημοτικότητάς του στο 74%, το χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη του πολέμου.

Μειώνεται το ποσοστό των Ρώσων που θεωρούν ότι η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση

Στην αλλαγή του κλίματος φαίνεται να συμβάλλουν οι συνεχείς επιθέσεις ουκρανικών drones στο εσωτερικό της Ρωσίας, οι περιορισμοί στη λειτουργία του κινητού διαδικτύου για λόγους ασφαλείας, αλλά και η κόπωση που προκαλεί ένας πόλεμος χωρίς ορατό τέλος.

Παράλληλα, οι ανθρώπινες απώλειες συνεχίζουν να αυξάνονται. Αν και η Μόσχα δεν δημοσιοποιεί επίσημα στοιχεία, δυτικές αναλύσεις εκτιμούν ότι οι συνολικές ρωσικές απώλειες –νεκροί και τραυματίες– ενδέχεται να έχουν ξεπεράσει τα 1,2 εκατομμύρια.

Το ανεξάρτητο μέσο Mediazona και η ρωσική υπηρεσία του BBC έχουν επιβεβαιώσει μέσω ανοικτών πηγών περισσότερους από 230.000 νεκρούς Ρώσους στρατιώτες, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για τον ελάχιστο επιβεβαιωμένο αριθμό.

Παρά τις αυξανόμενες δυσκολίες, οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο Πούτιν εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και του πολιτικού συστήματος.

Ωστόσο, η παράταση του πολέμου αυξάνει σταθερά το οικονομικό, στρατιωτικό και κοινωνικό κόστος, περιορίζοντας σταδιακά την εικόνα σταθερότητας που επιδιώκει να διατηρήσει το Κρεμλίνο.