Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει τουλάχιστον τρία διαφορετικά σενάρια για να ξεπεράσει το αδιέξοδο που έχει προκύψει γύρω από την έναρξη επιβολής νέου πακέτου κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Το 21ο πακέτο κυρώσεων από την έναρξη της πλήρους εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 έχει «κολλήσει» στις διαπραγματεύσεις, καθώς τα κράτη-μέλη δεν έχουν καταφέρει να συμφωνήσουν σε βασικά σημεία.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρόταση να περιοριστεί η δυνατότητα ευρωπαϊκών εταιρειών να μεταφέρουν ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) προς τρίτες χώρες.
Οι ελληνικές αντιρρήσεις
Η Ελλάδα έχει εκφράσει αντιρρήσεις, γεγονός που συνέβαλε στο να παγώσουν οι συνομιλίες.
Οι ελληνικές αντιρρήσεις συνδέονται με την πρόταση να απαγορευτεί σε ευρωπαϊκές εταιρείες η μεταφορά ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες. Η Αθήνα φαίνεται να θεωρεί ότι ένας τέτοιος περιορισμός θα μπορούσε να πλήξει τον ευρωπαϊκό ναυτιλιακό και ενεργειακό τομέα, ενώ δημιουργεί ερωτήματα για τις υφιστάμενες εμπορικές συμβάσεις και τη λειτουργία της αγοράς.
Η Ελλάδα, με τον ισχυρό ναυτιλιακό της κλάδο και τον κομβικό ρόλο της στις θαλάσσιες μεταφορές ενέργειας, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις επιπτώσεις ενός μέτρου που θα περιόριζε τη δραστηριότητα ευρωπαϊκών εταιρειών σε σχέση με το ρωσικό LNG, ακόμη και όταν το φορτίο κατευθύνεται προς χώρες εκτός ΕΕ.
Οι επιλογές που εξετάζονται περιλαμβάνουν μια μεταβατική περίοδο 24 μηνών πριν τεθούν σε ισχύ οι περιορισμοί, την απόσυρση του συγκεκριμένου μέτρου ή ακόμη και την εγκατάλειψη ολόκληρου του πακέτου κυρώσεων.
Γιατί δεν υπάρχει ομοφωνία στην ΕΕ
Η δυσκολία επίτευξης συμφωνίας δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Αντίθετα, αποκαλύπτει τις διαφορετικές οικονομικές, ενεργειακές και γεωπολιτικές προτεραιότητες των κρατών-μελών.
1. Οι διαφορετικές ενεργειακές ανάγκες
Το ρωσικό LNG αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα.
Για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, η πλήρης απομάκρυνση από τη ρωσική ενέργεια αποτελεί στρατηγική και πολιτική προτεραιότητα. Για άλλες, όμως, οι ενεργειακές ροές, οι υποδομές και τα υφιστάμενα συμβόλαια δημιουργούν μεγαλύτερες δυσκολίες.
Η Ελλάδα έχει αντιταχθεί στην πρόταση για περιορισμό της μεταφοράς ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες. Η θέση αυτή καταδεικνύει ότι τα κράτη-μέλη δεν αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο το κόστος των νέων κυρώσεων.
Ένα μέτρο που μπορεί να θεωρείται αναγκαίο για την ενίσχυση της πίεσης προς τη Μόσχα μπορεί ταυτόχρονα να θεωρείται οικονομικά επιβαρυντικό ή επιχειρησιακά δύσκολο για άλλες χώρες.
2. Τα εθνικά οικονομικά συμφέροντα
Οι κυρώσεις δεν έχουν το ίδιο κόστος για όλες τις οικονομίες.
Κάθε κράτος-μέλος προσπαθεί να προστατεύσει τους δικούς του κλάδους, τις επιχειρήσεις και τις εμπορικές του σχέσεις.
Οι διαπραγματεύσεις για το νέο πακέτο έχουν ήδη οδηγήσει σε αλλαγές και υποχωρήσεις. Τα σχέδια για απαγόρευση εισόδου στην ΕΕ πρώην Ρώσων μαχητών έχουν περιοριστεί και καθυστερήσει, ενώ προτάσεις για περιορισμό ορισμένων εισαγωγών ψαριών εγκαταλείφθηκαν.
Η διαδικασία δείχνει ότι κάθε νέα κύρωση πρέπει να περάσει από το φίλτρο των εθνικών οικονομικών συμφερόντων.
3. Η ενεργειακή ασφάλεια σε περίοδο γεωπολιτικής έντασης
Η συγκυρία καθιστά τις διαπραγματεύσεις ακόμη πιο δύσκολες.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε άνοδο των διεθνών τιμών ενέργειας. Σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος καυσίμων αυξάνεται, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να αποφασίσουν εάν θα επιβάλουν νέους περιορισμούς που μπορεί να αυξήσουν περαιτέρω την πίεση στις ενεργειακές αγορές.
Το δίλημμα είναι σαφές: από τη μία πλευρά, η ανάγκη να περιοριστούν τα έσοδα της Ρωσίας από τις εξαγωγές ενέργειας και, από την άλλη, η ανάγκη να διατηρηθεί η ενεργειακή σταθερότητα στην Ευρώπη.
Το πρόβλημα με το πλαφόν στο ρωσικό πετρέλαιο
Η ΕΕ συμφώνησε προσωρινά να διατηρήσει το ανώτατο όριο τιμής για το ρωσικό πετρέλαιο στα 44,10 δολάρια το βαρέλι έως τις 23 Ιουλίου.
Η προσωρινή παράταση δόθηκε ώστε να υπάρξει περισσότερος χρόνος για την επίτευξη ευρύτερης συμφωνίας.
Το ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία επειδή το πλαφόν είχε σχεδιαστεί ώστε να περιορίζει τα έσοδα του Κρεμλίνου από τις εξαγωγές πετρελαίου.
Πέρυσι η ΕΕ αποφάσισε να συνδέσει το πλαφόν με τις διεθνείς τιμές, ορίζοντάς το κάθε έξι μήνες σε επίπεδο 15% χαμηλότερο από τη μέση τιμή του ρωσικού πετρελαίου Urals.
Η λογική ήταν να διατηρείται το ανώτατο όριο αρκετά χαμηλά ώστε να περιορίζονται τα έσοδα της Μόσχας. Ωστόσο, η άνοδος των παγκόσμιων τιμών καυσίμων λόγω του πολέμου με το Ιράν απειλεί να αυξήσει και το ίδιο το πλαφόν.
Έτσι, ένα εργαλείο που σχεδιάστηκε για να πιέζει τα ρωσικά έσοδα κινδυνεύει να καταστεί λιγότερο αποτελεσματικό ακριβώς τη στιγμή που οι τιμές ενέργειας αυξάνονται.
Οι τρεις επιλογές της ΕΕ
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εξετάζουν πλέον τρία βασικά σενάρια:
Πρώτον, μεταβατική περίοδος 24 μηνών. Οι περιορισμοί στο ρωσικό LNG θα εφαρμοστούν με καθυστέρηση, δίνοντας χρόνο στις εταιρείες και στις χώρες να προσαρμοστούν.
Δεύτερον, απόσυρση του συγκεκριμένου μέτρου. Η ΕΕ θα μπορούσε να εγκαταλείψει τον περιορισμό στη μεταφορά ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες, προκειμένου να διασώσει το υπόλοιπο πακέτο.
Τρίτον, εγκατάλειψη ολόκληρου του πακέτου. Πρόκειται για το πιο ακραίο σενάριο, καθώς θα αποτελούσε σημαντική πολιτική αποτυχία για την ΕΕ.
Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο να επιτραπεί η συνέχιση υφιστάμενων συμβολαίων, ως πιθανός συμβιβασμός.
Το ευρωπαϊκό δίλημμα
Το αδιέξοδο αποκαλύπτει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής κυρώσεων: η ΕΕ πρέπει να διατηρεί ενιαία στάση απέναντι στη Ρωσία, αλλά οι οικονομικές συνέπειες των κυρώσεων δεν κατανέμονται ισότιμα μεταξύ των κρατών-μελών.
Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και εκείνες που θεωρούν τη Ρωσία άμεση στρατηγική απειλή πιέζουν για αυστηρότερες κυρώσεις.
Άλλα κράτη, με μεγαλύτερη έκθεση σε συγκεκριμένους ενεργειακούς ή εμπορικούς κλάδους, επιδιώκουν μεταβατικές περιόδους, εξαιρέσεις ή πιο στοχευμένα μέτρα.
Η διαπραγμάτευση των επόμενων ημερών θα δείξει εάν οι «27» μπορούν να βρουν έναν συμβιβασμό ή εάν οι διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες θα συνεχίσουν να καθυστερούν την ευρωπαϊκή πολιτική κυρώσεων.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο αυστηρές θα είναι οι νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Είναι εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να επιτύχει κοινή στρατηγική όταν οι γεωπολιτικοί στόχοι συγκρούονται με τα άμεσα οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα των κρατών-μελών.
