Η οικονομία στην Ουκρανία εξακολουθεί να λειτουργεί υπό συνθήκες πολέμου, όμως η ανάπτυξη επιβραδύνεται και η εξάρτηση από τη διεθνή οικονομική στήριξη εντείνεται. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και λιμάνια δημιουργούν νέες προκλήσεις για τις εξαγωγές και τη μακροοικονομική σταθερότητα.
Η Ουκρανία επιταχύνει τις προετοιμασίες για τον επερχόμενο χειμώνα, ενισχύοντας το ενεργειακό της σύστημα απέναντι στον κίνδυνο νέων ρωσικών επιθέσεων. Με επισκευές, στρατηγικά αποθέματα και αποκεντρωμένη παραγωγή, επιδιώκει να περιορίσει τις επιπτώσεις σε ηλεκτροδότηση, θέρμανση και ύδρευση, σε συνθήκες πολεμικής οικονομίας.
Στην άλλη πλευρά, στη Ρωσία, η πολεμική οικονομία συνεχίζει να στηρίζει την απασχόληση και τους μισθούς, όμως η δυναμική αυτή εξελίσσεται σε σοβαρή πρόκληση για τις επιχειρήσεις. Η έλλειψη εργαζομένων, η επιβράδυνση της ανάπτυξης, οι ελλείψεις ενέργειας, και η αύξηση του κόστους απειλούν πλέον τη βιωσιμότητα πολλών κλάδων, σε συνθηκες επίμονου πληθωρισμού και αυξημένων δαπανών για τον πόλεμο.
Υπό αυτό το πρίσμα η Τράπεζα της Ρωσίας βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις από τον Πούτιν για περαιτέρω μείωση των επιτοκίων, προκαλώντας συγκρούσεις της διοικήτριας της κεντρικής τράπεζας, Ελβίρα Ναμπιούλινα.
Τα διλήμματα και οι προκλήσεις για Ουκρανία και Ρωσία διογκώνονται και στις δύο πλευρές που συγκρούονται, όσο ο πόλεμος συνεχίζεται και λαμβάνει νέες διαστάσεις.
Ουκρανία: Επιβράδυνση της ανάπτυξης και αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις
Η ουκρανική οικονομία συνεχίζει να παρουσιάζει ανθεκτικότητα απέναντι στις επιπτώσεις του πολέμου, ωστόσο η αναπτυξιακή της δυναμική εξασθενεί, καθώς οι συνεχιζόμενες ρωσικές επιθέσεις πλήττουν κρίσιμες υποδομές και παραγωγικές δραστηριότητες. Μετά την αύξηση του ΑΕΠ κατά 3,2% το 2024, η οικονομική ανάπτυξη περιορίστηκε στο 1,8% το 2025, ενώ η Εθνική Τράπεζα της Ουκρανίας διατηρεί αντίστοιχη πρόβλεψη και για το τρέχον έτος. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εμφανίζεται ακόμη πιο επιφυλακτικό, εκτιμώντας ότι η ανάπτυξη θα κινηθεί μεταξύ 1% και 1,6%.
Το πρώτο τρίμηνο του έτους το ΑΕΠ υποχώρησε κατά 0,6% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω των επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές. Η αυξημένη παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού, οι δημόσιες δαπάνες και η ιδιωτική κατανάλωση στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, χωρίς όμως να αντισταθμίζουν πλήρως τις απώλειες από τις καταστροφές, τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ιδιωτικός τομέας.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος του κόστους καυσίμων, ηλεκτρικής ενέργειας και εργασίας επιβαρύνει περαιτέρω τις επιχειρήσεις. Παρότι ο πληθωρισμός επιβραδύνθηκε στο 7,2% τον Ιούνιο, η κεντρική τράπεζα προβλέπει ότι θα προσεγγίσει το 10% έως το τέλος του έτους.
Ουκρανία: Ενέργεια και Μαύρη Θάλασσα στο επίκεντρο των κινδύνων
Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι δείκτες ανάπτυξης πρέπει να αξιολογούνται με προσοχή, καθώς σημαντικό μέρος της οικονομικής δραστηριότητας συνδέεται με τις εργασίες αποκατάστασης των ζημιών που προκαλεί ο πόλεμος. Η ανακατασκευή εργοστασίων, μετασχηματιστών και αποθηκών αυξάνει το ΑΕΠ, αλλά απορροφά κεφάλαια που διαφορετικά θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε νέες παραγωγικές επενδύσεις.
Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Βολοντίμιρ Λάντα, που μίλησε στη Les Echos δύο παράγοντες θα καθορίσουν την πορεία της οικονομίας τους επόμενους μήνες: η ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος κατά τον χειμώνα και η δυνατότητα διατήρησης των εξαγωγών μέσω της Μαύρης Θάλασσας.
Οι εντεινόμενες ρωσικές επιθέσεις στα λιμάνια της Οδησσού έχουν ήδη περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα εξαγωγής αγροτικών προϊόντων. Μέχρι τα μέσα Ιουλίου, η μηνιαία δυναμικότητα εξαγωγών σιτηρών μειώθηκε από περίπου 6 εκατ. τόνους σε 4 εκατ. τόνους, ενώ τέσσερις από τους δεκατρείς βασικούς τερματικούς σταθμούς ανέστειλαν προσωρινά τις δραστηριότητές τους. Παράλληλα, ναυτιλιακές εταιρείες και εμπορικοί οίκοι επανεξετάζουν τη δραστηριότητά τους λόγω των αυξημένων κινδύνων για τα πληρώματα και της ανόδου του ασφαλιστικού κόστους.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς περισσότερο από το 90% των ουκρανικών εξαγωγών σιτηρών και φυτικών ελαίων πραγματοποιείται μέσω των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας, ενώ οι εναλλακτικές χερσαίες διαδρομές είναι ακριβότερες και δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν τον ίδιο όγκο φορτίων.

Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, γενική διευθύντρια του ΔΝΤ © EPA/JIM LO SCALZO
Ουκρανία: Η διεθνής στήριξη στηρίζει τη σταθερότητα της οικονομίας
Παρά τις πιέσεις, η διεθνής χρηματοδότηση εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας σταθερότητας. Χωρίς την εξωτερική βοήθεια, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της Ουκρανίας θα ανερχόταν στα 46,9 δισ. δολάρια το 2025, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 22% του ΑΕΠ, κυρίως λόγω των αυξημένων εισαγωγών στρατιωτικού εξοπλισμού και ενεργειακών προϊόντων.
Τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της Εθνικής Τράπεζας διαμορφώθηκαν την 1η Ιουλίου στα 51,3 δισ. δολάρια, επίπεδο που καλύπτει περισσότερους από πέντε μήνες εισαγωγών. Η ενίσχυσή τους οφείλεται στις εκταμιεύσεις των διεθνών εταίρων, παρά τις σημαντικές παρεμβάσεις της κεντρικής τράπεζας στην αγορά συναλλάγματος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, έχοντας εγκρίνει νέο πακέτο στήριξης ύψους 90 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2027. Από αυτό, περίπου 30 δισ. ευρώ προορίζονται για δημοσιονομική ενίσχυση και 60 δισ. ευρώ για αμυντικές προμήθειες. Παράλληλα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκταμίευσε επιπλέον 690 εκατ. δολάρια τον Ιούλιο, ανεβάζοντας τη συνολική χρηματοδότηση του προγράμματός του στα 2,2 δισ. ευρώ.
Μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις το επόμενο στοίχημα
Η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, υπογράμμισε ότι η συνετή οικονομική πολιτική σε συνδυασμό με τη σημαντική διεθνή βοήθεια επέτρεψαν στην Ουκρανία να διατηρήσει τη μακροοικονομική και χρηματοπιστωτική της σταθερότητα, παρά τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
Ταυτόχρονα, επισήμανε ότι η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και η διατήρηση της διεθνούς στήριξης παραμένουν απαραίτητες προϋποθέσεις για την οικονομική ανθεκτικότητα της χώρας. Για το Κίεβο, η πρόκληση πλέον δεν περιορίζεται στην κάλυψη των άμεσων αναγκών του πολέμου, αλλά επεκτείνεται στη διατήρηση επαρκούς παραγωγικής και εξαγωγικής βάσης, ώστε η οικονομία να μπορέσει σταδιακά να μειώσει την εξάρτησή της από την εξωτερική χρηματοδότηση.

Ο υπουργός Ενέργειας της Ουκρανίας, Ντένις Σμίχαλ © EPA/MARTIN DIVISEK
Ουκρανία: Επισπεύδονται επισκευές για ενεργειακά στρατηγικά αποθέματα
Η Ουκρανία επιταχύνει τις εργασίες ενίσχυσης του ενεργειακού της δικτύου ενόψει του χειμώνα, καθώς εκτιμά ότι η Ρωσία ενδέχεται να εξαπολύσει νέο κύμα επιθέσεων στις κρίσιμες υποδομές της χώρας. Μετά τις εκτεταμένες καταστροφές που προκάλεσαν οι περσινοί βομβαρδισμοί σε εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής και θέρμανσης, το Κίεβο προετοιμάζεται πλέον και για ενδεχόμενα πλήγματα σε δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης.
Ο υπουργός Ενέργειας της Ουκρανίας, Ντένις Σμίχαλ, προειδοποίησε ότι η Μόσχα διευρύνει τους στόχους της, επιδιώκοντας να πλήξει υποδομές ζωτικής σημασίας για την καθημερινότητα του πληθυσμού.
Βασικός άξονας της προετοιμασίας αποτελεί η δημιουργία μεγάλων αποθεμάτων ανταλλακτικών και εξοπλισμού. Από τις αρχές του έτους έχουν παραδοθεί περισσότερα από 5.700 τόνοι υλικών στα κέντρα έκτακτης ανάγκης, ενώ στόχος της κυβέρνησης είναι η δημιουργία αποθεμάτων που θα καλύπτουν έως και τριπλάσιες ανάγκες για κάθε κρίσιμο εξάρτημα.
Για να επιταχυνθούν οι επισκευές, η Ουκρανία προμηθεύεται συμβατό εξοπλισμό από ευρωπαϊκές χώρες, αξιοποιώντας μηχανήματα που έχουν αποσυρθεί από τη λειτουργία αλλά εξακολουθούν να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο ουκρανικό δίκτυο. Ήδη έχουν παραδοθεί περισσότεροι από 3.300 τόνοι εξοπλισμού από τη Γερμανία και τη Λιθουανία, ενώ αναμένονται και νέες αποστολές από τη Λετονία.
Ουκρανία: Στροφή στην αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας
Οι παρεμβάσεις χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από το Ταμείο Στήριξης της Ενεργειακής Υποδομής της Ουκρανίας, έναν διεθνή μηχανισμό που δημιουργήθηκε για την αποκατάσταση των ζημιών από τις ρωσικές επιθέσεις.
Μέχρι σήμερα, μέσω του Ταμείου έχουν παραδοθεί εξοπλισμοί αξίας περίπου 447 εκατ. ευρώ, μεταξύ των οποίων αεριοστρόβιλοι, ατμοστρόβιλοι και μετασχηματιστές, ενώ έχουν συναφθεί εκατοντάδες νέες συμβάσεις προμηθειών συνολικής αξίας 250 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, το Κίεβο επιδιώκει να μειώσει την εξάρτηση της χώρας από μεγάλους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, οι οποίοι αποτελούν εύκολους στόχους για πυραυλικές επιθέσεις. Η στρατηγική βασίζεται στην ανάπτυξη αποκεντρωμένων μονάδων παραγωγής, μικρών μονάδων συμπαραγωγής, αρθρωτών λεβήτων, τοπικών δικτύων και γεννητριών που μπορούν να διατηρούν σε λειτουργία κρίσιμες υπηρεσίες ακόμη και κατά τη διάρκεια εκτεταμένων διακοπών ηλεκτροδότησης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα «Ray of Hope», μέσω του οποίου νοσοκομεία εξοπλίζονται με φωτοβολταϊκά συστήματα και συσσωρευτές. Μέχρι το τέλος του 2025, 51 νοσοκομεία παρήγαν ήδη μέρος της απαιτούμενης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ακόμη 79 μονάδες βρίσκονταν στη διαδικασία εγκατάστασης αντίστοιχων συστημάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι εγκαταστάσεις εξασφάλισαν αυτονομία έως και επτά ωρών κατά τη διάρκεια διακοπών ρεύματος.
Η αεράμυνα παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση
Παράλληλα με τις επισκευές, αυξάνονται οι επενδύσεις για τη φυσική προστασία ενεργειακών εγκαταστάσεων. Το 2025 οι διεθνείς δωρητές έχουν δεσμεύσει περίπου 32 εκατ. ευρώ για έργα θωράκισης, ποσό υπερδεκαπλάσιο σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Ωστόσο, οι φορείς του ενεργειακού κλάδου επισημαίνουν ότι ούτε οι οχυρώσεις ούτε τα αποθέματα εξοπλισμού μπορούν να υποκαταστήσουν την αποτελεσματική αεράμυνα. Όπως τονίζει η DTEK, ο μεγαλύτερος ιδιωτικός ενεργειακός όμιλος της χώρας, οι κατεστραμμένες εγκαταστάσεις μπορούν να επισκευαστούν ή να αντικατασταθούν, όμως μια νέα μαζική πυραυλική επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει εκ νέου εκτεταμένες ζημιές.
Για τον λόγο αυτό, η προστασία του εναέριου χώρου θεωρείται προϋπόθεση ώστε οι επενδύσεις αποκατάστασης να αποδώσουν και η χώρα να διατηρήσει την ενεργειακή της επάρκεια κατά τη χειμερινή περίοδο.

Φυσικό αέριο © EPA/ROMAN PILIPEY
Χρηματοδοτικό κενό ενόψει του χειμώνα
Παρά τη διεθνή στήριξη, η χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα. Από την ίδρυση του Ταμείου έχουν συγκεντρωθεί περισσότερα από 2,1 δισ. ευρώ, ωστόσο οι εκκρεμείς ανάγκες ξεπερνούν ήδη τα 507 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, η κρατική εταιρεία φυσικού αερίου Naftogaz αναζητά επιπλέον 400 εκατ. ευρώ για την ενίσχυση των εισαγωγών φυσικού αερίου πριν από τον χειμώνα, ενώ οι εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας ζητούν ακόμη 600 εκατ. ευρώ για τη σταθεροποίηση της αγοράς εξισορρόπησης ηλεκτρισμού.
Οι ανάγκες αυτές αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο της επόμενης συνεδρίασης της ομάδας συντονισμού G7+ για την ενέργεια, η οποία έχει προγραμματιστεί για τον Σεπτέμβριο, καθώς η Ουκρανία επιδιώκει να διασφαλίσει ότι το ενεργειακό της σύστημα θα αντέξει ακόμη έναν δύσκολο χειμώνα υπό τη συνεχιζόμενη πίεση του πολέμου.
Ρωσία: Οι αυξήσεις μισθών ξεπερνούν την παραγωγικότητα
Η ρωσική πολεμική οικονομία συνεχίζει να στηρίζει την απασχόληση και τους μισθούς, όμως η δυναμική αυτή εξελίσσεται σε σοβαρή πρόκληση για τις επιχειρήσεις. Η έλλειψη εργαζομένων, η επιβράδυνση της ανάπτυξης και η αύξηση του κόστους απειλούν πλέον τη βιωσιμότητα πολλών κλάδων.
Καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία εισέρχεται στο πέμπτο έτος, η ρωσική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα πρόκληση: οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ακολουθήσουν τη μισθολογική κούρσα που τροφοδοτεί η πολεμική μηχανή του Κρεμλίνου. Η έντονη έλλειψη εργατικού δυναμικού έχει οδηγήσει σε αυξήσεις αποδοχών που υπερβαίνουν αισθητά την άνοδο της παραγωγικότητας, επιβαρύνοντας το κόστος λειτουργίας των εταιρειών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Bloomberg Economics, από την έναρξη του πολέμου το 2022 οι μισθοί αυξάνονται κατά περίπου πέντε ποσοστιαίες μονάδες ταχύτερα από την παραγωγικότητα. Η απόκλιση αυτή προσεγγίζει τα επίπεδα της πετρελαϊκής άνθησης της δεκαετίας του 2000 και είναι πολλαπλάσια σε σχέση με τη μέση διαφορά της περιόδου 2009-2021.
Τα προηγούμενα χρόνια, η ισχυρή άνοδος των εσόδων επέτρεπε στις επιχειρήσεις να απορροφούν το αυξημένο μισθολογικό κόστος. Ωστόσο, καθώς η πολεμική ώθηση της οικονομίας εξασθενεί, πολλές εταιρείες περνούν πλέον σε φάση περιορισμού δαπανών και αναδιάρθρωσης, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την προσέλκυση και διατήρηση προσωπικού.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν στο Κρεμλίνο, στη συνάντηση για τα οικονομικά θέματα © EPA / VYACHESLAV PROKOFYEV/SPUTNIK
Ρωσία: Η πολεμική οικονομία απορροφά εργαζόμενους και κεφάλαια
Οι οικονομολόγοι παρομοιάζουν τη σημερινή κατάσταση με μια ιδιότυπη μορφή της λεγόμενης «ολλανδικής ασθένειας». Αντί τα υψηλά έσοδα από το πετρέλαιο να συγκεντρώνουν εργαζόμενους και επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα, όπως συνέβη στο παρελθόν, οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες κατευθύνουν πλέον ανθρώπινο δυναμικό και κεφάλαια προς την αμυντική βιομηχανία, αποδυναμώνοντας την ανταγωνιστικότητα των πολιτικών επιχειρήσεων.
Το πρόβλημα εντείνεται από τη σχεδόν πλήρη απασχόληση, καθώς η ανεργία διαμορφώνεται σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, λίγο πάνω από το 2%. Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες στρατολογήσεις αφαιρούν κάθε μήνα δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους από την αγορά εργασίας. Η Μόσχα έχει θέσει ως στόχο την υπογραφή 409.000 νέων συμβολαίων με στρατιώτες μέσα στο έτος, γεγονός που αντιστοιχεί σε περίπου 34.000 άτομα τον μήνα.
Παράλληλα, η απασχόληση στην αμυντική βιομηχανία έχει αυξηθεί κατά περίπου 510.000 εργαζομένους από τα τέλη του 2021, φθάνοντας τα 2,8 εκατομμύρια άτομα, σύμφωνα με την Oxford Economics.
Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν το κράτος
Η πίεση είναι ιδιαίτερα αισθητή σε κλάδους όπως οι κατασκευές, όπου οι ελλείψεις προσωπικού υπολογίζονται σε περίπου 200.000 εργαζόμενους. Σύμφωνα με τη ρωσική κυβέρνηση, περισσότερες από οκτώ στις δέκα μικρές επιχειρήσεις του κλάδου αδυνατούν να βελτιώσουν την παραγωγικότητά τους, γεγονός που επιδεινώνει τις ελλείψεις.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στην αγορά εργασίας. Η κρατική εταιρεία Ρωσικοί Σιδηρόδρομοι προσφέρει πλέον σε ειδικευμένους συγκολλητές υψηλότερες αποδοχές από εκείνες που λαμβάνουν ορισμένα διοικητικά στελέχη σταθμών, ενώ μετακυλίει το αυξημένο κόστος στους πελάτες της μέσω υψηλότερων τιμολογίων μεταφοράς.
Την ίδια στιγμή, το Κρεμλίνο αναγκάζεται να αυξάνει συνεχώς τις αποδοχές και τα μπόνους κατάταξης για να προσελκύσει εθελοντές στον στρατό, αποφεύγοντας μια νέα γενικευμένη επιστράτευση. Ωστόσο, κάθε νέα αύξηση στις στρατιωτικές απολαβές ωθεί και τις πολιτικές επιχειρήσεις να αναπροσαρμόσουν τους μισθούς, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο αυξανόμενου κόστους.
Η ανισορροπία απειλεί τη μακροοικονομική σταθερότητα
Οι μέσες μηνιαίες αποδοχές στη Ρωσία αυξήθηκαν από 57.244 ρούβλια το 2021 σε 101.784 ρούβλια το 2025. Με βάση την αγοραστική δύναμη, οι αμοιβές στη χώρα ξεπερνούν πλέον εκείνες κρατών όπως η Ελλάδα, η Σλοβακία και η Ουγγαρία, χωρίς όμως να συνοδεύονται από αντίστοιχη βελτίωση της παραγωγικότητας.
Η εξέλιξη αυτή δυσχεραίνει το έργο της κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας, καθώς τα νοικοκυριά διαθέτουν ολοένα περισσότερα εισοδήματα προς κατανάλωση, ενώ η προσφορά αγαθών και υπηρεσιών δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό. Ως αποτέλεσμα, οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές, παρά τη διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η μισθολογική έκρηξη, η οποία συνέβαλε στη διατήρηση της οικονομικής ανθεκτικότητας της Ρωσίας τα πρώτα χρόνια του πολέμου, εξελίσσεται πλέον σε έναν από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες για τη συνέχιση της πολεμικής οικονομίας, καθώς αυξάνει το κόστος για τις επιχειρήσεις και υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της χώρας.

Η διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, Ελβίρα Ναμπιουλίνα© EPA/RUSSIAN CENTRAL BANK
Ρωσία: Οι πιέσεις για χαμηλότερα επιτόκια αυξάνονται
Σ αυτο το πλαίσιο της πολεμικής οικονομίς η Τράπεζα της Ρωσίας βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες πολιτικές και οικονομικές πιέσεις για περαιτέρω μείωση των επιτοκίων, την ώρα που η επιβράδυνση της ανάπτυξης, ο επίμονος πληθωρισμός και οι αυξημένες δαπάνες του πολέμου επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ανεξαρτησίας της νομισματικής πολιτικής.
Για περισσότερο από μία δεκαετία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν απέφευγε να παρεμβαίνει δημόσια στη νομισματική πολιτική, στηρίζοντας την ανεξαρτησία της διοικήτριας της Τράπεζας της Ρωσίας, Ελβίρα Ναμπιούλινα. Ωστόσο, τους τελευταίους μήνες η στάση αυτή φαίνεται να αλλάζει, καθώς ο Ρώσος πρόεδρος έχει αφήσει να εννοηθεί επανειλημμένα ότι τα επιτόκια θα πρέπει να μειωθούν προκειμένου να στηριχθεί η οικονομική δραστηριότητα.
Η κεντρική τράπεζα προχώρησε τον Ιούλιο σε μείωση του βασικού επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης, στο 14%, χωρίς όμως να συνοδεύσει την απόφαση με σαφείς κατευθύνσεις για τις επόμενες κινήσεις, πρακτική που αποτελούσε μέχρι σήμερα βασικό στοιχείο της στρατηγικής της.

Η κεντρική τράπεζα ισορροπεί μεταξύ ανάπτυξης και πληθωρισμού
Η μεταβολή αυτή αποτυπώνει τις πιέσεις που δέχεται η νομισματική πολιτική από την πολεμική οικονομία. Η ανάπτυξη επιβραδύνεται, ενώ οι κρατικές δαπάνες για τη χρηματοδότηση του πολέμου παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές. Παράλληλα, κορυφαίοι τραπεζίτες και εκπρόσωποι των επιχειρήσεων υποστηρίζουν ότι το υψηλό κόστος δανεισμού περιορίζει τις επενδύσεις και αυξάνει τον κίνδυνο χρεοκοπιών.
Αν και ο στόχος για πληθωρισμό 4% παραμένει επίσημα αμετάβλητος, κυβερνητικοί κύκλοι αναφέρουν ότι εξετάζεται μεγαλύτερη ευελιξία στην επίτευξή του, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο για τη στήριξη της οικονομίας. Η ίδια η κεντρική τράπεζα εκτιμά πλέον ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί μεταξύ 6% και 7% έως το τέλος του έτους, ενώ αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις για την ανάπτυξη το 2026.
Στο εσωτερικό της Τράπεζας της Ρωσίας υπήρξαν έντονες διαφωνίες για τη μείωση των επιτοκίων, καθώς αρκετά στελέχη εκτιμούσαν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές και η καταναλωτική ζήτηση δεν έχει υποχωρήσει όσο αναμενόταν.
Οι αναλυτές θεωρούν ότι η επόμενη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα αποτελέσει καθοριστική δοκιμασία τόσο για την αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής όσο και για τον βαθμό ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας απέναντι στις αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις. Το βασικό δίλημμα παραμένει εάν η Ρωσία μπορεί να στηρίξει την ανάπτυξη με φθηνότερο χρήμα χωρίς να αναζωπυρώσει ακόμη περισσότερο τον πληθωρισμό και τις μακροοικονομικές ανισορροπίες που προκαλεί η παρατεταμένη πολεμική οικονομία.
