Με άνεση στη ρητορική, αλλά χωρίς να ανοίγει τα χαρτιά του για τις βασικές πολιτικές της κυβέρνησής του, έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως πρωθυπουργός στη Βουλή των Κοινοτήτων ο Άντι Μπέρναμ.
Ο νέος πρωθυπουργός της Βρετανίας βρέθηκε αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις της αρχηγού των Συντηρητικών, Κέμι Μπάντενοχ, κατά την πρώτη του συνεδρίαση Prime Minister’s Questions (PMQs).
Ωστόσο, η πιο αιχμηρή παρέμβαση δεν ήρθε από την αντιπολίτευση, αλλά από τα ίδια τα έδρανα των Εργατικών.
Ο βουλευτής των Εργατικών και πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας της Βουλής, Ταν Ντέσι, προειδοποίησε τον Μπέρναμ ότι «οι καλές προθέσεις και ο ενθουσιασμός δεν αρκούν» όταν πρόκειται για την άμυνα.
Ο Ντέσι κάλεσε τον πρωθυπουργό να δεσμευτεί άμεσα ότι η Βρετανία θα αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 3% του ΑΕΠ έως το 2030, αντί να μεταθέτει την απόφαση για αργότερα.
Το «φρένο» στην άμυνα
Η παρέμβαση του Ντέσι προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και μέσα στους κόλπους των Εργατικών και φαίνεται πως έφερε τον πρωθυπουργό σε δύσκολη θέση.
Ο Μπέρναμ φάνηκε μάλιστα να κάνει ένα λάθος στην απάντησή του, υποστηρίζοντας ότι έχει ήδη δεσμευτεί για τον στόχο του 3%.
Στην πραγματικότητα, τα σημερινά κυβερνητικά σχέδια προβλέπουν αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 2,6% του ΑΕΠ τον επόμενο χρόνο και στο 2,7% έως το 2030.
Το περιστατικό ανέδειξε ένα από τα βασικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει ο νέος πρωθυπουργός: σύντομα θα πρέπει να μετατρέψει τη ρητορική και τη δημοτικότητά του σε συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις.
Και δεν θα είναι μόνο η αντιπολίτευση που θα τον πιέζει. Οι απαιτήσεις θα έρχονται και από το εσωτερικό του ίδιου του Εργατικού Κόμματος.
Πολλές υποσχέσεις, λίγες λεπτομέρειες
Από την επιστροφή του στη Βουλή αυτή την εβδομάδα ως πρωθυπουργός, ο Μπέρναμ έχει απαντήσει επί περίπου τέσσερις ώρες σε ερωτήσεις βουλευτών σχετικά με τη νέα κυβέρνηση και τις φιλόδοξες προτεραιότητές της.
Παρά τον μεγάλο χρόνο που έχει αφιερώσει στο Κοινοβούλιο, ωστόσο, έχει αποκαλύψει ελάχιστα συγκεκριμένα στοιχεία για την πολιτική που σκοπεύει να εφαρμόσει.
Μίλησε για μια διαφορετική προσέγγιση στη διακυβέρνηση και για ένα νέο 10ετές σχέδιο για τη χώρα, χωρίς όμως να παρουσιάσει μέχρι στιγμής ένα αναλυτικό σχέδιο εφαρμογής.
«Ας ξαναπιστέψει αυτή η χώρα στον εαυτό της· ας αποκτήσει ο κόσμος ξανά ελπίδα», δήλωσε χαρακτηριστικά στη Βουλή.
Το πρόβλημα είναι ότι οι αντίπαλοί του ζητούν πλέον να μάθουν πώς ακριβώς θα μετατραπούν αυτές οι διακηρύξεις σε πολιτική.
Πίεση από τις αγορές και τον προϋπολογισμό
Η πρώτη κοινοβουλευτική εμφάνιση του Μπέρναμ συνέπεσε με μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία για τη βρετανική οικονομία.
Οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν εν μέσω διεθνών ανησυχιών για το κόστος δανεισμού, τον πληθωρισμό και τις νέες εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Η άνοδος των αποδόσεων των βρετανικών ομολόγων, σε συνδυασμό με τον υψηλότερο πληθωρισμό, περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια της κυβέρνησης.
Σύμφωνα με εκτίμηση της Bloomberg Economics, οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να μειώσουν περίπου στο μισό το περιθώριο των 23,6 δισ. λιρών που διαθέτει σήμερα η κυβέρνηση για να κινηθεί στον προϋπολογισμό.
Ο Μπέρναμ, ωστόσο, απέφυγε να παρουσιάσει συγκεκριμένες προτάσεις για τις δαπάνες ή τη φορολογία.
Αντί να απαντήσει στις πιέσεις της αντιπολίτευσης, επέστρεψε στην κριτική προς τους Συντηρητικούς, υποστηρίζοντας ότι η προηγούμενη κυβέρνηση άφησε τη Βρετανία εκτεθειμένη στη διεθνή οικονομική αστάθεια.
«Δεν θα καταρτίσω τον προϋπολογισμό εδώ»
Η αρχηγός των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοχ επιχείρησε να πιέσει τον πρωθυπουργό να αποκλείσει αυξήσεις φόρων ή νέα αύξηση του κρατικού δανεισμού.
Ο Μπέρναμ αρνήθηκε να δώσει σαφή απάντηση.
«Δεν πρόκειται να καταρτίσω τον προϋπολογισμό εδώ», ήταν ουσιαστικά η απάντησή του, παραπέμποντας τις αποφάσεις στο επερχόμενο δημοσιονομικό σχέδιο.
Ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι, ο οποίος καθόταν δίπλα του στη Βουλή, αναμένεται να παρουσιάσει τον ετήσιο προϋπολογισμό στις 28 Οκτωβρίου.
Το μεγάλο ερώτημα: Τι ακριβώς θέλει να αλλάξει;
Οι Συντηρητικοί υποστηρίζουν ότι η πρώτη κοινοβουλευτική παρουσία του Μπέρναμ απέδειξε πως η κυβέρνηση διαθέτει περισσότερο πολιτικό στυλ παρά συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Παραμένει, για παράδειγμα, ασαφές εάν ο πρωθυπουργός σκοπεύει πραγματικά να προχωρήσει στην εθνικοποίηση της βιομηχανίας ύδρευσης και τι ακριβώς σημαίνει στην πράξη η δέσμευσή του για μεγαλύτερο «δημόσιο έλεγχο».
Ερωτήματα υπάρχουν επίσης για το κατά πόσο το οικονομικό του πρόγραμμα θα είναι φιλικό προς τις επιχειρήσεις και θα ενισχύσει την ανάπτυξη.
Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές παρακολουθούν στενά τα σχέδια της νέας κυβέρνησης και την ικανότητά της να συνδυάσει αυξημένες δημόσιες δαπάνες με δημοσιονομική αξιοπιστία.
Ο Μπέρναμ θέλει να δείξει ότι ακούει
Παρά τις επικρίσεις, ένα στοιχείο έγινε σαφές από την πρώτη του εβδομάδα στη Βουλή: ο Μπέρναμ θέλει να διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχό του και να εμφανιστεί ως ένας πιο ανοιχτός και προσβάσιμος πρωθυπουργός.
Μία ημέρα νωρίτερα, ο Μπέρναμ είχε δεχθεί περισσότερες από 100 ερωτήσεις από βουλευτές σε μια μαραθώνια κοινοβουλευτική συνεδρίαση.
Ο ίδιος αστειεύτηκε λέγοντας ότι κατάφερε να καταρρίψει ρεκόρ, κάνοντας τη μεγαλύτερη ομιλία στη σύγχρονη κοινοβουλευτική ιστορία.
Όμως η μακρά παρουσία στη Βουλή και οι αυθόρμητες δεσμεύσεις δεν φαίνεται να αρκούν για να καθησυχάσουν τους Εργατικούς βουλευτές.
Το στοίχημα του Μπέρναμ είναι πλέον ξεκάθαρο: η αρχική δημοτικότητα και η πολιτική του άνεση πρέπει να μετατραπούν σε αποτελέσματα πριν η «ελπίδα» που υπόσχεται η νέα κυβέρνηση αρχίσει να ξεθωριάζει.
