Σε υπόθεση με προεκτάσεις κυβερνοασφάλειας και εθνικής ασφάλειας έχει εμπλακεί ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ, ο οποίος αντάλλαξε μηνύματα με άτομο που παρουσιαζόταν ως η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου και στενή συνεργάτιδα του Ντόναλντ Τραμπ, Σούζι Γουάιλς.
Σύμφωνα με το Politico, που επικαλείται τέσσερις αξιωματούχους με γνώση της υπόθεσης, ο Μπέρναμ θεωρούσε αρχικά ότι επικοινωνούσε πράγματι με τη Γουάιλς. Στην πορεία, όμως, άρχισε να διαπιστώνει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και να αμφιβάλλει για τη γνησιότητα της επικοινωνίας.
Η Ντάουνινγκ Στριτ απέφυγε να σχολιάσει λεπτομερώς την υπόθεση, αναφέροντας ότι «δεν σχολιάζει ζητήματα εθνικής ασφάλειας». Πρόσωπο που είχε ενημερωθεί για τις επικοινωνίες δήλωσε στο Politico ότι ανταλλάχθηκαν «λίγα μηνύματα» μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Μπέρναμ, υποστηρίζοντας πάντως ότι δεν είχαν «καμία σημασία».
Η υπόθεση προκάλεσε τέτοια ανησυχία στη βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον, ώστε το περιστατικό τέθηκε υπόψη του Λευκού Οίκου, σύμφωνα με δύο από τους αξιωματούχους που μίλησαν στο Politico υπό καθεστώς ανωνυμίας.
Οι φόβοι για παραβίαση του τηλεφώνου της Γουάιλς
Στο εσωτερικό της βρετανικής κυβέρνησης υπήρξαν αρχικά φόβοι ότι το κινητό τηλέφωνο της Σούζι Γουάιλς μπορεί να είχε παραβιαστεί εκ νέου.
Η ανησυχία συνδέεται με προηγούμενο περιστατικό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Την περασμένη χρονιά, ο Λευκός Οίκος και το FBI είχαν ξεκινήσει έρευνα όταν γερουσιαστές, κυβερνήτες και στελέχη αμερικανικών επιχειρήσεων δέχθηκαν μηνύματα και τηλεφωνικές κλήσεις από άτομο που ισχυριζόταν ότι ήταν η προσωπάρχης του Ντόναλντ Τραμπ.
Η Wall Street Journal είχε τότε αναφέρει ότι η ίδια η Γουάιλς είχε ενημερώσει συνεργάτες της πως οι επαφές που ήταν αποθηκευμένες στο κινητό της είχαν παραβιαστεί. Ο Λευκός Οίκος αρνήθηκε να σχολιάσει τη νέα υπόθεση.
Παραμένει άγνωστο τι ακριβώς συζητήθηκε στην ανταλλαγή μηνυμάτων με τον Μπέρναμ, καθώς και πότε ακριβώς πραγματοποιήθηκε η επικοινωνία. Το περιστατικό, σύμφωνα με το Politico, είχε παραμείνει μέχρι σήμερα αυστηρά εμπιστευτικό.
Ο Άντι Μπέρναμ ανέλαβε την πρωθυπουργία στις 20 Ιουλίου, ενώ ήδη από τις 18 Ιουνίου, όταν επικράτησε στην αναπληρωματική εκλογή στο Makerfield, θεωρούνταν ότι βρισκόταν σε τροχιά διαδοχής του Κιρ Στάρμερ.
