Σε νέα φάση κλιμάκωσης περνά η εμπορική σύγκρουση μεταξύ Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς η Οτάβα ενεργοποίησε πρόσθετους δασμούς από 15% έως και 50% σε εκατοντάδες αμερικανικά προϊόντα, απαντώντας στα μέτρα που είχε επιβάλει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ στα καναδικά προϊόντα στα τέλη Αυγούστου.
Τα καναδικά αντίμετρα τέθηκαν σε ισχύ στις 12:01 τα ξημερώματα της Τρίτης, ώρα Νέας Υόρκης, και καλύπτουν αμερικανικές εισαγωγές αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, ή 27,6 δισ. καναδικών δολαρίων. Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ υποστηρίζει ότι η απάντηση είναι αντίστοιχης αξίας με τους αμερικανικούς δασμούς που τέθηκαν σε ισχύ στις 22 Αυγούστου.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η Οτάβα αύξησε στο 50%, από 25%, τον δασμό σε σειρά προϊόντων χάλυβα από τις ΗΠΑ, ενώ νέες επιβαρύνσεις επιβάλλονται σε ευρύ φάσμα καταναλωτικών αγαθών, μεταξύ των οποίων μοτοσικλέτες, καλλυντικά, τυριά, ηλεκτρικά προϊόντα και χαρτοπολτός.
Τα μέτρα αναμένεται να επηρεάσουν ιδιαίτερα Αμερικανούς εξαγωγείς σε πολιτείες όπως το Μίσιγκαν και το Οχάιο, οι οποίες έχουν ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με τον Καναδά και παράλληλα βρίσκονται στο επίκεντρο κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Η στρατηγική Κάρνεϊ απέναντι στον Τραμπ
Ο Μαρκ Κάρνεϊ επιχειρεί μέσω των αντιποίνων να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση του Καναδά απέναντι στον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της χώρας. Η λογική της Οτάβας είναι ότι το οικονομικό κόστος του εμπορικού πολέμου πρέπει να γίνει αισθητό και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να αυξηθούν οι πιέσεις για επιστροφή στο τραπέζι των συνομιλιών.
Όπως δήλωσε στο Bloomberg ο Μπράιαν Κλάου, πρώην ανώτερος Καναδός σύμβουλος για θέματα εμπορίου και σχέσεων με τις ΗΠΑ επί κυβέρνησης Τζάστιν Τριντό, οι δασμοί αποσκοπούν στο να καταστήσουν το κόστος της αντιπαράθεσης αρκετά αισθητό για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, ώστε η Ουάσιγκτον να αποκτήσει κίνητρο για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.
Οι εντάσεις, ωστόσο, παραμένουν υψηλές. Ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε τη Δευτέρα να απαγορεύσει τις πωλήσεις αεροσκαφών της καναδικής Bombardier στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατηγορώντας την εταιρεία ότι εξαρτάται από τους Αμερικανούς αγοραστές.
Η Bombardier διαθέτει περισσότερους από 2.800 προμηθευτές στις ΗΠΑ. Ενδεικτικά, το αεροσκάφος Global 7500 χρησιμοποιεί πτέρυγες που κατασκευάζονται στο Τέξας, ηλεκτρονικά συστήματα από την Αϊόβα και κινητήρες από την Ιντιάνα.
Πώς κατέρρευσαν οι διαπραγματεύσεις Καναδά – ΗΠΑ
Η νέα αντιπαράθεση έρχεται μετά την αιφνίδια κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Οτάβας. Για εβδομάδες οι δύο πλευρές επιχειρούσαν να καταλήξουν σε συμφωνία αποκλιμάκωσης και, σύμφωνα με το Bloomberg, είχαν φτάσει κοντά σε συμφωνία επί των βασικών όρων.
Στις 18 Αυγούστου ο Τραμπ είχε μάλιστα ανακοινώσει ότι υπήρχε προκαταρκτική συμφωνία και είχε δοθεί χρονικό περιθώριο τριών ημερών για να οριστικοποιηθούν οι λεπτομέρειες. Οι συνομιλίες, όμως, κατέρρευσαν, με τις δύο κυβερνήσεις να αλληλοκατηγορούνται έκτοτε για το ναυάγιο.
Στις 22 Αυγούστου τέθηκαν σε ισχύ αμερικανικοί δασμοί 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων. Τρεις ημέρες αργότερα, η καναδική κυβέρνηση ανακοίνωσε τις λεπτομέρειες των δικών της αντιμέτρων, τα οποία καλύπτουν περίπου ίσης αξίας αμερικανικές εισαγωγές.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να απαντήσει εκ νέου. Ο Αμερικανός εμπορικός αντιπρόσωπος Τζέιμισον Γκριρ έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο τόσο νέων δασμών όσο και πλήρους απαγόρευσης ορισμένων καναδικών εισαγωγών, χωρίς ωστόσο να έχει προσδιοριστεί χρονοδιάγραμμα.
Το οικονομικό κόστος για τον Καναδά
Η σκληρή στάση του Κάρνεϊ φαίνεται μέχρι στιγμής να έχει την υποστήριξη σημαντικού μέρους της καναδικής κοινής γνώμης. Δημοσκόπηση της Nanos Research για το Bloomberg News έδειξε ότι σχεδόν τρεις στους τέσσερις ερωτηθέντες αξιολόγησαν ως «καλή» ή «πολύ καλή» τη διαχείριση της εμπορικής αντιπαράθεσης από τον Καναδό πρωθυπουργό.
Το οικονομικό κόστος, ωστόσο, δεν είναι αμελητέο. Η καναδική οικονομία έχει παρουσιάσει ανομοιόμορφη εικόνα, ενώ οι απολύσεις είναι αυξημένες στους κλάδους που εξαρτώνται περισσότερο από τη ζήτηση των ΗΠΑ για καναδικές εξαγωγές.
Σε έκθεσή τους, οι Τόνι Στίλο και Μάικλ Ντάβενπορτ της Oxford Economics εκτιμούν ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα των αμερικανικών δασμών, των καναδικών αντιποίνων και των σχετικών ομοσπονδιακών προγραμμάτων στήριξης θα μπορούσε να μειώσει την οικονομική παραγωγή του Καναδά κατά περίπου 0,3% σε σχέση με το βασικό τους σενάριο.
Και η εκτίμηση αυτή αφορά μόνο τα μέτρα που έχουν ήδη ανακοινωθεί, χωρίς να συνυπολογίζει μια ενδεχόμενη νέα κλιμάκωση.
Παρά την ένταση, ο Κάρνεϊ δηλώνει ότι εξακολουθεί να επιδιώκει μια «ανθεκτική» συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι η Οτάβα είναι έτοιμη να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις όταν είναι έτοιμη και η αμερικανική πλευρά. Ξεκαθαρίζει, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται να δεχθεί συμφωνία που θα υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα των καναδικών βιομηχανιών αυτοκινήτου, χάλυβα και αλουμινίου.
