Ουκρανία: Στη Ρωσία απομένουν δύο χρόνια πολέμου, εκτιμά ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών του Κιέβου

Η ρωσική πολεμική μηχανή αντέχει ακόμη, όμως οι απώλειες, η οικονομική πίεση και η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού περιορίζουν τον ορίζοντα της Μόσχας

Πόλεμος στην Ουκρανία © EPA/OLEG MOVCHANIUK

Ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να συνεχιστεί για τουλάχιστον δύο εκόμα χρόνια, όμως η Ρωσία αντιμετωπίζει ολοένα μεγαλύτερες δυσκολίες να διατηρήσει τον σημερινό ρυθμό των επιχειρήσεών της, σύμφωνα με τον επικεφαλής της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, αντιστράτηγο Όλεχ Ιβάσενκο.

Σε συνέντευξή του, την οποία επικαλούνται οι Times, ο Ιβάσενκο υποστηρίζει ότι η Ρωσία ενδέχεται να διαθέτει τους απαραίτητους πόρους για να συνεχίσει τον πόλεμο και το 2027 και το 2028.

Η εκτίμηση αυτή δεν σημαίνει ότι η Μόσχα θα σταματήσει τότε, αλλά ότι η δυνατότητά της να διεξάγει πόλεμο με τη σημερινή ένταση θα περιοριστεί σημαντικά.

Οι απώλειες ξεπερνούν τις δυνατότητες αναπλήρωσης

Σύμφωνα με τον Ιβάσενκο, η Ρωσία αντιμετωπίζει ένα ολοένα δυσκολότερο πρόβλημα στο ανθρώπινο δυναμικό. Η ουκρανική υπηρεσία πληροφοριών υπολογίζει τις ρωσικές απώλειες σε περίπου 1.200 έως 1.400 νεκρούς και βαριά τραυματίες την ημέρα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ο αριθμός φτάνει τους 1.500.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα κρίσιμο χάσμα ανάμεσα στις ανάγκες του μετώπου και στη δυνατότητα της Ρωσίας να στρατολογεί νέους άνδρες.

Η Μόσχα έχει μέχρι σήμερα αποφύγει μια νέα γενική επιστράτευση, στηριζόμενη κυρίως σε υψηλά οικονομικά κίνητρα για την προσέλκυση συμβασιούχων. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ιβάσενκο, το μοντέλο αυτό έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό εξαντλήσει τις δυνατότητές του, ενώ αρκετές περιφερειακές κυβερνήσεις δυσκολεύονται να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τα μπόνους κατάταξης.

Η Ρωσία στρέφεται έτσι όλο και περισσότερο σε ξένους μαχητές. Ο Ιβάσενκο υποστηρίζει ότι χρησιμοποιούνται πολίτες από περισσότερες από 40 χώρες, κυρίως από την Κεντρική Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική.

Η ρωσική οικονομία αντέχει, αλλά πιέζεται

Παρά τις δυσκολίες, η Ρωσία απέχει από το σημείο οικονομικής κατάρρευσης. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της εκτίμησης του Ιβάσενκο: η ρωσική οικονομία είναι σαφώς πιο αδύναμη από ό,τι πριν από την εισβολή, αλλά εξακολουθεί να μπορεί να χρηματοδοτεί τον πόλεμο.

Το πρόβλημα βρίσκεται πλέον στη συσσώρευση πιέσεων: έλλειψη εργατικού δυναμικού, αυξανόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα, προβλήματα στον τραπεζικό τομέα και υψηλό κόστος δανεισμού.

Η ρωσική κεντρική τράπεζα διατήρησε την Παρασκευή το βασικό επιτόκιο στο 14%, καθώς προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον πληθωρισμό και στην επιβράδυνση της οικονομίας. Το Κρεμλίνο, πάντως, υποστηρίζει ότι το αυξανόμενο δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει διαχειρίσιμο.

Τα πλήγματα στην ενέργεια αλλάζουν τα δεδομένα

Ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να περιορίσει τη διάρκεια του πολέμου είναι η ουκρανική εκστρατεία εναντίον της ρωσικής ενεργειακής υποδομής.

Τα ουκρανικά drones έχουν πλήξει επανειλημμένα διυλιστήρια, αποθήκες καυσίμων και άλλες ενεργειακές εγκαταστάσεις βαθιά μέσα στη Ρωσία. Μόνο την τελευταία περίοδο οι επιθέσεις έχουν προκαλέσει προβλήματα στην παραγωγή και στη διανομή καυσίμων.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας μείωσε την Παρασκευή την πρόβλεψή του για τη ρωσική παραγωγή αργού το 2026 στα 8,7 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, ενώ η παραγωγή του Αυγούστου είχε υποχωρήσει στα 8,36 εκατομμύρια βαρέλια, περίπου 940.000 βαρέλια κάτω από τα επίπεδα του Ιανουαρίου.

Το Κίεβο θέλει να αυξήσει το κόστος του πολέμου

Η ουκρανική στρατηγική δεν βασίζεται μόνο στην άμυνα στο μέτωπο. Το Κίεβο επιχειρεί να μεταφέρει τον πόλεμο βαθύτερα στη Ρωσία, πλήττοντας εγκαταστάσεις που στηρίζουν την πολεμική οικονομία.

Ο Ιβάσενκο έχει δηλώσει ότι η Ουκρανία είναι πλέον σε θέση να πραγματοποιεί πλήγματα σε απόσταση άνω των 2.000 χιλιομέτρων μέσα στη ρωσική επικράτεια, αναγκάζοντας τη Μόσχα να μετακινεί συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, να αλλάζει τις γραμμές ανεφοδιασμού και να δαπανά περισσότερους πόρους για την προστασία των υποδομών της.

Παράλληλα, η Ουκρανία πιέζει τους δυτικούς συμμάχους να ενισχύσουν τις κυρώσεις, ειδικά σε ηλεκτρονικά εξαρτήματα, εργαλειομηχανές και εξειδικευμένα χημικά που φτάνουν στη Ρωσία μέσω τρίτων χωρών.

Δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος τελειώνει το 2028

Η εκτίμηση του Ιβάσενκο δεν αποτελεί πρόβλεψη ότι η Ρωσία θα ηττηθεί ή ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σε δύο χρόνια. Είναι περισσότερο μια εκτίμηση για το πόσο μπορεί να διατηρηθεί η σημερινή πολεμική προσπάθεια χωρίς σημαντικές αλλαγές.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αβεβαιότητα. Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια αποθέματα ανθρώπινου δυναμικού, βιομηχανική βάση, ενεργειακά έσοδα και τη δυνατότητα να προσαρμόζει την οικονομία της στις ανάγκες του πολέμου.

Την ίδια στιγμή, οι μάχες παραμένουν σφοδρές στο Ντονέτσκ, όπου οι ρωσικές δυνάμεις πιέζουν προς το Σλοβιάνσκ και το Κραματόρσκ, ενώ οι ειρηνευτικές προσπάθειες παραμένουν εύθραυστες.

Το παράδοξο είναι ότι ενώ οι δύο πλευρές μιλούν για διπλωματία, συνεχίζουν να επενδύουν σε μια στρατιωτική αναμέτρηση που γίνεται ολοένα πιο δαπανηρή.

Για την Ουκρανία, το ζητούμενο είναι να αυξήσει το κόστος για τη Μόσχα μέχρι το σημείο όπου η συνέχιση του πολέμου θα γίνει πολιτικά και οικονομικά λιγότερο ελκυστική. Για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, αντίθετα, το στοίχημα είναι να αντέξει περισσότερο από την Ουκρανία και τους συμμάχους της.

Και αυτό σημαίνει ότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Ρωσία μπορεί να πολεμά μέχρι το 2028, αλλά αν μπορεί να διατηρήσει μέχρι τότε μια πολεμική μηχανή που θα εξακολουθεί να παράγει αποτελέσματα.