Η Ουάσιγκτον εντείνει την πίεση προς τους Ευρωπαίους συμμάχους, καθώς οι Βρυξέλλες προωθούν πολιτικές που δίνουν προτεραιότητα στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.
Οι Αμερικανοί έχουν προειδοποιήσει Ευρωπαίους νομοθέτες ακόμη και για πιθανά αντίποινα, εφόσον διευρυνθούν οι περιορισμοί στις αμερικανικές εταιρείες, τονίζει το πρόσφατο ρεπορτάζ της γαλλικής Les Echos.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το ευρωπαϊκό αμυντικό ταμείο SAFE, ύψους 150 δισ. ευρώ. Οι υφιστάμενοι κανόνες προβλέπουν ότι το 65% του εξοπλισμού που χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα πρέπει να προέρχεται από την Ευρώπη, ενώ οι εταιρείες που επωφελούνται δεν πρέπει να ελέγχονται από τρίτες χώρες.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες αυξάνονται. Ο Τραμπ πιέζει τους συμμάχους του ΝΑΤΟ να επενδύσουν περισσότερα στην άμυνα, όμως η αμερικανική βιομηχανία επιδιώκει παράλληλα να διατηρήσει σημαντικό μέρος αυτών των παραγγελιών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο μεγαλύτερος προμηθευτής όπλων της Ευρώπης, με μερίδιο 49%, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI).
Το «Buy European» αλλάζει τους κανόνες
Η ευρωπαϊκή στροφή προς εγχώρια προϊόντα αρχίζει ήδη να επηρεάζει τις αμυντικές προμήθειες. Η Δανία, για παράδειγμα, επιλέγει γαλλικής κατασκευής αντιαεροπορικό σύστημα SAMP/T NG της MBDA και της Thales αντί του αμερικανικού Patriot.
Παράλληλα, η επιλογή από τη Δανία του σουηδικού GlobalEye της Saab για την αντικατάσταση των αμερικανικών αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης Awacs, καθώς και η αυξανόμενη χρήση στρατιωτικών μεταγωγικών αεροσκαφών της Airbus από ευρωπαϊκές χώρες, δείχνουν ότι οι κυβερνήσεις επανεξετάζουν τις προμήθειές τους.
Η Πορτογαλία έχει απομακρυνθεί από την επιλογή των F-35, ενώ η Ελβετία έχει περιορίσει την παραγγελία της στον ίδιο τύπο. Η Ισπανία, από την πλευρά της, δεν έχει προχωρήσει ακόμα σε αγορά του αμερικανικού μαχητικού 5ης γενιάς και δίνει έμφαση στα ευρωπαϊκά προγράμματα, τα οποία όμως προς το παρόν δεν προσφέρουν τέτοιου είδους stealth μαχητικό.
Η Κάμιλ Γκραν, πρώην γενική γραμματέας του ΝΑΤΟ και νυν επικεφαλής της ASD, της ευρωπαϊκής ένωσης αμυντικών βιομηχανιών, σημειώνει ότι όσο η αμερικανική πολιτική γίνεται λιγότερο προβλέψιμη λόγω Τραμπ, τόσο ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες αναθεωρούν τις επιλογές τους.
Το παράδοξο, όπως επισημαίνεται από ευρωπαϊκής πλευράς, είναι ότι η Ουάσιγκτον ζητά από τους συμμάχους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να περιορίσει την προτίμηση σε ευρωπαϊκά προϊόντα.
Οι αμερικανικές εταιρείες προσαρμόζονται
Μπροστά στη νέα πραγματικότητα, οι αμερικανικοί αμυντικοί όμιλοι αναζητούν τρόπους να διατηρήσουν την πρόσβασή τους στην ευρωπαϊκή αγορά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Honeywell, η οποία ανακοίνωσε νέο αμυντικό ηλεκτρονικό σύστημα χωρίς περιορισμούς ITAR, δηλαδή χωρίς να υπόκειται στο αμερικανικό καθεστώς ελέγχου εξαγωγών αμυντικών τεχνολογιών.
Το προϊόν είναι το iTALIN 550 της Honeywell Aerospace, ένα σύστημα αδρανειακής πλοήγησης (INS) για ελαφρά στρατιωτικά οχήματα. Κατασκευάζεται στην Ευρώπη, αξιοποιώντας και την εξαγορά της ιταλικής Civitanavi από την εταιρεία το 2024.
Η Honeywell υποστηρίζει ότι η εξέλιξη συνδέεται κυρίως με την αυξανόμενη ζήτηση για προϊόντα που δεν υπόκεινται στους αμερικανικούς εξαγωγικούς περιορισμούς. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι το νέο πολιτικό περιβάλλον έχει λειτουργήσει ως επιταχυντής αυτής της τάσης.
Η εταιρεία διαθέτει περίπου 5.000 εργαζομένους στην Ευρώπη, εκ των οποίων περίπου 1.000 στην Τσεχία, όπου βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις της εκτός Ηνωμένων Πολιτειών.
Γιατί η ευρωπαϊκή παραγωγή δεν αρκεί
Η απλή παραγωγή ή συναρμολόγηση ενός αμερικανικού συστήματος στην Ευρώπη δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυτό απαλλάσσεται από τους αμερικανικούς κανόνες.
Νομικοί και ειδικοί στον τομέα των εξαγωγικών ελέγχων προειδοποιούν ότι πρέπει να εξετάζεται ολόκληρη η αλυσίδα εφοδιασμού. Εξαρτήματα ή τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται σε ένα ευρωπαϊκά παραγόμενο σύστημα μπορεί να εξακολουθούν να υπόκεινται στην ITAR ή στους ευρύτερους κανόνες EAR.
Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο στις προηγμένες τεχνολογίες, καθώς η ανάπτυξή τους συχνά βασίζεται σε τεχνολογίες διπλής χρήσης, όπως λογισμικό σχεδιασμού και άλλες εφαρμογές που εμπίπτουν στο αμερικανικό καθεστώς εξαγωγικών ελέγχων.
Αλληλεξάρτηση στις δύο πλευρές του Ατλαντικού
Παρά την αντιπαράθεση, η αμυντική σχέση Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει βαθιά αλληλεξαρτώμενη.
Η Lockheed Martin, για παράδειγμα, που κατασκευάζει μεταξύ άλλων τα F-35 και πάρα πολλά άλλα σύγχρονα όπλα, επικαλείται τη μακρά συνεργασία της με ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες, από τη Rheinmetall στη Γερμανία και την Aerostar στη Ρουμανία έως την Insta στη Φινλανδία.
Ο αμερικανικός όμιλος διαθέτει επίσης στην ευρωπαϊκή αγορά το μαχητικό F-16, το σύστημα HIMARS και το μεταγωγικό C-130J Hercules.
Την ίδια στιγμή, όμως, η Ευρώπη επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του SIPRI, η Γαλλία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο προμηθευτή όπλων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, με μερίδιο 14%, πίσω από το Ηνωμένο Βασίλειο με 18%.
Εννέα από τους 17 μεγαλύτερους προμηθευτές της αμερικανικής αγοράς είναι ευρωπαϊκές χώρες και αντιπροσωπεύουν συνολικά το 87% των εισαγωγών.
Η νέα πραγματικότητα δημιουργεί έτσι ένα σύνθετο δίλημμα: η Ευρώπη αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες και επιδιώκει να ενισχύσει τη δική της βιομηχανική βάση, ενώ οι αμερικανικοί όμιλοι θέλουν να διατηρήσουν την πρόσβαση σε μια αγορά που αναμένεται να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία τα επόμενα χρόνια.
