Χρέη, πληθωρισμός και ΑΙ, τι φοβάται το ΔΝΤ

Κάλεσμα ΔΝΤ για προγράμματα λιτότητας, με παγκόσμιο χρέος στο 100% του ΑΕΠ. Η κρίση στα ομόλογα, ο πληθωρισμός, και η φούσκα AI απαιτούν αποφάσεις

Η Γενική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα © EPA/SHAWN THEW

Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τρεις ισχυρές και αλληλένδετες πιέσεις: την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, το υψηλό ενεργειακό κόστος και τα επίπεδα-ρεκόρ του δημόσιου χρέους, που περιορίζουν τα περιθώρια άσκησης πολιτικής.

Οι ετήσιες και εαρινές σύνοδοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας συγκεντρώνουν κάθε χρόνο κεντρικούς τραπεζίτες, υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης, στελέχη του ιδιωτικού τομέα, εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών και ακαδημαϊκούς, με αντικείμενο την κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας και ζητήματα διεθνούς ενδιαφέροντος, από τις προοπτικές ανάπτυξης έως τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη μείωση της φτώχειας.

Οι ετήσιες συναντήσεις του 2026 θα πραγματοποιηθούν με φυσική παρουσία από τις 12 έως τις 18 Οκτωβρίου στην Μπανγκόκ της Ταϊλάνδης. Ενόψει της συνόδου, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, έθεσε το πλαίσιο των συζητήσεων, εστιάζοντας σε τρεις μεγάλες δυνάμεις που μετασχηματίζουν την παγκόσμια οικονομία: την ταχεία άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης, τις επίμονα υψηλές τιμές ενέργειας και τα επίπεδα-ρεκόρ του δημόσιου χρέους.

ΔΝΤ: Η παγκόσμια οικονομία σε ένα νέο περιβάλλον πιέσεων

Στην ομιλία της με τίτλο «Πλοηγώντας στα αντίθετα ρεύματα μιας μεταβαλλόμενης παγκόσμιας οικονομίας», η Γκεοργκίεβα ζήτησε αποφασιστική δράση από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ισχυρότερη ανάπτυξη και ενισχυμένη διεθνή συνεργασία.

Οι υπουργοί Οικονομικών και οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών των 191 χωρών-μελών του ΔΝΤ καλούνται να αξιολογήσουν την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας σε μια περίοδο υψηλής αβεβαιότητας και ταχύτατων αλλαγών.

Η επιλογή της Ταϊλάνδης έχει ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού έχει ενισχύσει σημαντικά το βάρος της στην παγκόσμια οικονομία. Από την τελευταία φορά που η Ταϊλάνδη φιλοξένησε τις ετήσιες συναντήσεις, το 1991, το μερίδιο της περιοχής στο παγκόσμιο ΑΕΠ αυξήθηκε από 25% σε 43%.

Η Γκεοργκίεβα υπογραμμίζει ότι η Ασία και ο κόσμος έχουν αντιμετωπίσει αλλεπάλληλα σοκ με αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα. Το ζητούμενο πλέον είναι εάν αυτή η ανθεκτικότητα θα διατηρηθεί και εάν οι χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της τρέχουσας δεκαετίας μπορούν να βελτιωθούν.

Η διπλή πίεση από AI και ενέργεια

Σύμφωνα με την επικεφαλής του ΔΝΤ, η παγκόσμια οικονομία δέχεται πιέσεις από δύο αντίθετες κατευθύνσεις: ένα αρνητικό σοκ στην προσφορά ενέργειας και ένα θετικό σοκ στη ζήτηση, που προέρχεται από την τεχνητή νοημοσύνη. Οι επιπτώσεις τους, ωστόσο, δεν κατανέμονται ομοιόμορφα μεταξύ των οικονομιών.

Οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ δείχνουν ότι η παγκόσμια ανάπτυξη συνεχίστηκε με σταθερό ρυθμό από την άνοιξη, πίσω όμως από τους μέσους όρους κρύβονται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Τα μεγαλύτερα πλήγματα στην ανάπτυξη καταγράφονται στις οικονομίες που πλήττονται από πολέμους, μεταξύ άλλων από τον πόλεμο στην Ουκρανία, που βρίσκεται πλέον στον πέμπτο χρόνο, και τη σύγκρουση στον Κόλπο, η οποία διανύει τον όγδοο μήνα της.

Πιο περιορισμένες επιπτώσεις καταγράφονται σε άλλες ευάλωτες οικονομίες, ιδίως σε χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας και διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια άσκησης πολιτικής για την απορρόφηση των κραδασμών.

Στον αντίποδα, η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα που θα καθορίσει τη σχετική θέση των οικονομιών. Οι παγκόσμιες επενδύσεις στην AI, ως ποσοστό του ΑΕΠ, αναμένεται να φτάσουν και πιθανότατα να ξεπεράσουν τα ποσά που απαιτήθηκαν για τη δημιουργία των σιδηροδρόμων, του δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας ή των τηλεπικοινωνιακών δικτύων.

Το υλικό τεχνητής νοημοσύνης και τα συναφή τεχνολογικά προϊόντα αντιστοιχούν πλέον σε περισσότερο από το ένα δέκατο του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών. Η επενδυτική έκρηξη αφορά ολόκληρη την αλυσίδα αξίας: οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ινδία λειτουργούν ως καθαροί εισαγωγείς υλικού AI, δημιουργώντας τις υποδομές για να εξελιχθούν σε βασικούς παρόχους τεχνητής νοημοσύνης.

Παράλληλα, πέντε από τις επτά άλλες οικονομίες που βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα είναι ασιατικές και προμηθεύουν την αγορά με προϊόντα που εκτείνονται από προηγμένους μικροεπεξεργαστές και chips μνήμης έως μηχανήματα κατασκευής ημιαγωγών και ρομποτική.

Η δυναμική αυτή, όμως, δεν διαχέεται ομοιόμορφα. Ενώ ενισχύει τις οικονομίες που βρίσκονται στον πυρήνα της AI, παρακάμπτει σε μεγάλο βαθμό πολλές άλλες χώρες, αυξάνοντας τον κίνδυνο διεύρυνσης των παγκόσμιων οικονομικών ανισοτήτων.

Παράλληλα, η AI αυξάνει τη ζήτηση για ενέργεια. Αυτό ενισχύει τις πιέσεις στις τιμές ενέργειας, στα λιπάσματα, στα τρόφιμα και σε βασικές βιομηχανικές εισροές, την ώρα που η επισιτιστική ασφάλεια απειλείται ακόμη περισσότερο από το φετινό ισχυρό φαινόμενο Ελ Νίνιο. Το αποτέλεσμα είναι υψηλότερος πληθωρισμός και χαμηλότερη ανάπτυξη.

ΔΝΤ: Ο πληθωρισμός πιέζει τις αγορές

Μέχρι σήμερα, το ενεργειακό σοκ έχει παραμείνει μεγάλο αλλά ελεγχόμενο, χάρη στην ενεργειακή αποδοτικότητα, τη διαφοροποίηση των καυσίμων, την απελευθέρωση αποθεμάτων, την ευελιξία των εφοδιαστικών αλυσίδων και την προσαρμογή της προσφοράς και της ζήτησης.

Ωστόσο, παρά τη διστακτική ανάκαμψη των ροών από τον Κόλπο, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν περίπου στα 100 δολάρια το βαρέλι, αντανακλώντας τους κινδύνους, το υψηλό κόστος μεταφοράς και άλλους παράγοντες.

Σε αυτό προστίθεται ένα crack spread περίπου 100 δολαρίων το βαρέλι, λόγω της παγκόσμιας έλλειψης δυναμικότητας διύλισης. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές λιανικής του ντίζελ και άλλων διυλισμένων προϊόντων βρίσκονται σε επίπεδα-ρεκόρ.

Την ίδια στιγμή, η προσφορά φυσικού αερίου από τον Κόλπο παραμένει σοβαρά περιορισμένη, καθώς οι δυνατότητες μεταφοράς LNG είναι μειωμένες όσο η ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ παραμένει υπό απειλή. Οι επιπτώσεις είναι άνισες, με την Ασία και την Ευρώπη να πλήττονται ιδιαίτερα.

Η έλευση της ψυχρής περιόδου στο βόρειο ημισφαίριο μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω τις πιέσεις, καθώς οι χώρες θα επιχειρούν να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους ενώ η ζήτηση αυξάνεται. Ακόμη και αν ο πόλεμος στον Κόλπο τερματιστεί σύντομα, το υψηλό ενεργειακό κόστος ενδέχεται να παραμείνει για κάποιο διάστημα. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent προεξοφλούν ήδη υψηλές τιμές πετρελαίου έως το 2027.

Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας μεταφράζονται σε υψηλότερο πληθωρισμό, επιτόκια και αποδόσεις κρατικών ομολόγων. Οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας, αφού αυξήθηκαν σημαντικά φέτος, βρίσκονται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, το 2009 και το 1996 αντίστοιχα, και συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά.

Το παγκόσμιο χρέος πλησιάζει το 100% του ΑΕΠ

Το τρίτο μεγάλο μέτωπο αφορά τα υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα, τα επίπεδα-ρεκόρ του δημόσιου χρέους και το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησής του.

Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος βρίσκεται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αναμένεται σύντομα να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες εμφανίζουν τα υψηλότερα βάρη χρέους. Τα ποσοστά χρέους προς ΑΕΠ είναι γενικά χαμηλότερα στις αναδυόμενες και ακόμη χαμηλότερα στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, οι οποίες όμως διαθέτουν και μικρότερα έσοδα για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους.

Για πολλές αναδυόμενες οικονομίες, η επίδραση των υψηλότερων βασικών αποδόσεων στο κόστος χρηματοδότησης εξακολουθεί προς το παρόν να αντισταθμίζεται εν μέρει από τα περιορισμένα spreads κινδύνου. Πρόκειται για αποτέλεσμα της ενίσχυσης πολιτικών, θεσμών και πλαισίων τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και των σχετικά ευνοϊκών χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

Πιο δύσκολη είναι η κατάσταση για τις χώρες της Ευρωζώνης με υψηλό χρέος. Τα spreads έναντι των γερμανικών ομολόγων αυξάνονται, όχι μόνο για τη Γαλλία και την Ιταλία, αλλά σε μικρότερο βαθμό και για την Ιρλανδία, την Πορτογαλία και άλλες χώρες που είχαν καταφέρει να περιορίσουν χρέος και ελλείμματα μετά την κρίση της Ευρωζώνης.

Η τεχνητή νοημοσύνη περιπλέκει περαιτέρω την εικόνα. Από τη μία πλευρά, η αυξανόμενη έκδοση ιδιωτικών ομολόγων ανταγωνίζεται για τις διαθέσιμες αποταμιεύσεις. Από την άλλη, μέρος της ανόδου των βασικών αποδόσεων μπορεί να αντανακλά την προσδοκία για ταχύτερη ανάπτυξη στο μέλλον.

Η Γκεοργκίεβα προειδοποιεί, ωστόσο, ότι οι προσδοκίες για υψηλότερη ανάπτυξη δεν πρέπει να οδηγήσουν σε εφησυχασμό ως προς τη δημοσιονομική κατάσταση. Για περίπου 17 χρόνια, τα επιτόκια βρίσκονταν κάτω από τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ. Η σχέση επιτοκίου προς ανάπτυξη, γνωστή ως «r-g», είναι πλέον πολύ λιγότερο ευνοϊκή και αναμένεται να επιδεινωθεί περαιτέρω.

Με τα δημόσια χρέη να έχουν διογκωθεί από μια διαδοχή σοκ και τα περισσότερα πρωτογενή ελλείμματα να παραμένουν πάνω από τους μέσους όρους της περιόδου 2015-2019, ο δημοσιονομικός χώρος χρειάζεται επειγόντως αναπλήρωση.

Δημοσιονομική πολιτική σε κρίσιμο σταυροδρόμι, συνταγή ΔΝΤ για λιτότητα

Το ΔΝΤ ζητά μια άμεση και ολοκληρωμένη δέσμη πολιτικών παρεμβάσεων. Στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής, ο πληθωρισμός πάνω από τους στόχους παραμένει πρόβλημα σε πολλές χώρες, ενώ στις ΗΠΑ η κατάσταση αυτή διαρκεί περισσότερο από 5½ χρόνια.

Η Γκεοργκίεβα επισημαίνει ότι οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό παραμένουν αγκυροβολημένες, προειδοποιώντας όμως ότι αυτό δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Η επενδυτική έκρηξη για την ανάπτυξη της AI, τα ενεργειακά και επισιτιστικά σοκ, οι δασμοί, οι αμυντικές δαπάνες και το υψηλό δημόσιο χρέος μπορούν να ενισχύσουν τις πληθωριστικές πιέσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, θεωρεί κατάλληλη μια συνετή αλλά αυστηρότερη στάση νομισματικής πολιτικής σε πολλές οικονομίες. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η ΕΚΤ και η Τράπεζα της Ιαπωνίας έχουν ήδη αυξήσει τα επιτόκια και έχουν υιοθετήσει πιο αυστηρή ρητορική, με τις προσδοκίες για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων να έχουν αναπροσαρμοστεί.

Στο πεδίο της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, η συγκέντρωση οικονομικής και χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας γύρω από την AI δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους. Η Γκεοργκίεβα επικαλείται τον νόμο του Αμάρα, σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι τείνουν να υπερεκτιμούν μια νέα τεχνολογία βραχυπρόθεσμα και να την υποτιμούν μακροπρόθεσμα.

Η περίοδος μετάβασης από τη σημερινή επενδυτική έκρηξη στην ευρύτερη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της AI μπορεί να αποτελέσει το σημείο μέγιστου κινδύνου. Τα ισχυρά εταιρικά κέρδη στηρίζουν σήμερα τις τιμές των μετοχών και τον πλούτο. Εάν όμως τα κέρδη αποδειχθούν κατώτερα των προσδοκιών, η μόχλευση των hyperscalers και οι μεγάλες και αυξανόμενες παγκόσμιες τοποθετήσεις σε αμερικανικές μετοχές θα μπορούσαν να μετατρέψουν μια απογοήτευση σε ευρύτερο σοκ.

Η πρώτη γραμμή άμυνας, σύμφωνα με το ΔΝΤ, είναι η αποτελεσματική ρύθμιση και εποπτεία.

Στο δημοσιονομικό μέτωπο, οι υψηλές αποδόσεις αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, την ώρα που οι προϋπολογισμοί είναι ήδη πιεσμένοι και οι ανάγκες για δαπάνες, μεταξύ άλλων στην άμυνα, αυξάνονται. Οι υψηλότερες βραχυπρόθεσμες αποδόσεις μεταφέρονται άμεσα στο κόστος του βραχυπρόθεσμου δανεισμού.

Το ΔΝΤ θεωρεί ότι οι ανεπτυγμένες οικονομίες με υψηλό χρέος χρειάζονται αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια δημοσιονομικής εξυγίανσης, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από άμεσα μέτρα, ώστε να μειωθεί η πίεση στη νομισματική πολιτική.

Για τις αναδυόμενες οικονομίες, οι προκλήσεις περιλαμβάνουν υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, διευρυμένα spreads και πιο ασταθείς ροές κεφαλαίων. Οι χώρες αυτές καλούνται να διευρύνουν τον δημοσιονομικό τους χώρο και να ενισχύσουν τα συναλλαγματικά τους αποθέματα.

Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος βρίσκονται σε ακόμη δυσκολότερη θέση, αντιμετωπίζοντας περιορισμούς χρηματοδότησης, υψηλές αναλογίες τόκων προς έσοδα, μικρές φορολογικές βάσεις και μειούμενες ροές βοήθειας. Ως αποτέλεσμα, ενδέχεται να αναγκαστούν να περιορίσουν αναγκαίες αναπτυξιακές δαπάνες.

Η AI ως ευκαιρία ανάπτυξης και νέων κινδύνων

Το μήνυμα της Γκεοργκίεβα προς τους υπεύθυνους οικονομικής πολιτικής είναι ότι η αναγκαία δράση δεν μπορεί πλέον να αναβάλλεται. Η δημοσιονομική προσαρμογή θα είναι δύσκολη, καθώς οι κοινωνίες έχουν συνηθίσει την κρατική στήριξη μετά τη διαδοχή των αλλεπάλληλων κρίσεων.

Για να επιτύχει, η δημοσιονομική εξυγίανση θα πρέπει να εξηγεί την αναγκαιότητά της, να περιορίζει όσο γίνεται τις επιπτώσεις στη μελλοντική ανάπτυξη και να προστατεύει τους πιο ευάλωτους. Παράλληλα, απαιτούνται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Η ανάπτυξη από μόνη της δεν μπορεί να λύσει το δημοσιονομικό πρόβλημα, μπορεί όμως να συμβάλει σημαντικά. Μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν τις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, κάνουν τις αγορές εργασίας πιο ευέλικτες, διευκολύνουν την είσοδο και την έξοδο επιχειρήσεων, βελτιώνουν την πρόσβαση σε μακροπρόθεσμο κεφάλαιο και ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια μπορούν να στηρίξουν την προσπάθεια.

Παράλληλα, η Γκεοργκίεβα ζητά περιορισμό της γραφειοκρατίας, κατάργηση παρωχημένων κανόνων και απελευθέρωση της επιχειρηματικότητας. Πρόκειται, όπως επισημαίνει, για τις ίδιες προϋποθέσεις που μπορούν να επιτρέψουν στις οικονομίες να αξιοποιήσουν καλύτερα την τεχνητή νοημοσύνη.

Τα οφέλη της AI δεν προέρχονται μόνο από τη βραχυπρόθεσμη αύξηση της ζήτησης που προκαλεί η δημιουργία των σχετικών υποδομών, αλλά κυρίως από τη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω της υιοθέτησής της.

Έρευνα του ΔΝΤ εκτιμά ότι, εφόσον αξιοποιηθεί σωστά, η AI θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσθέτει έως και 0,5 ποσοστιαία μονάδα στην παγκόσμια ανάπτυξη κάθε χρόνο. Η μετάβαση από ανάπτυξη 3% σε 3,5%, σύμφωνα με τη Γκεοργκίεβα, θα μπορούσε μέσα σε μία δεκαετία να προσθέσει στην παγκόσμια οικονομία μια οικονομία μεγέθους ASEAN.

Η προετοιμασία για την AI είναι, επομένως, κρίσιμη και περιλαμβάνει ψηφιακές υποδομές, προσαρμογή της αγοράς εργασίας και κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο. Παράλληλα, πρέπει να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι από μαζικές ανατροπές στην αγορά εργασίας, σοβαρές απειλές για την κυβερνοασφάλεια και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθώς και ο κίνδυνος τα προηγμένα μοντέλα να ξεφύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο.

Σύμφωνα με τη Γκεοργκίεβα, η αξιοποίηση της AI απαιτεί η μετάβαση να αφορά όλες τις χώρες. Η πρόσβαση στην τεχνολογία και η διεθνής συνεργασία καθίστανται έτσι κρίσιμες. Σε μια αλληλένδετη παγκόσμια οικονομία, η συνεργασία δεν αποτελεί μόνο ζήτημα αλληλεγγύης αλλά και ίδιον συμφέρον των χωρών.

Σε ένα περιβάλλον όπου το χρέος, η ενέργεια, ο πληθωρισμός και η τεχνολογική μετάβαση αλληλεπιδρούν, η επικεφαλλης του ΔΝΤ καλεί τις οικονομίες να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα εργαλεία, να προχωρήσουν στις «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις» και να ενισχύσουν τη συνεργασία, ώστε η παγκόσμια οικονομία να αντιμετωπίσει μια περίοδο βαθιών αλλαγών.