Νέα διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία, με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και το Κίεβο να προετοιμάζονται για τριμερείς συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι τον Νοέμβριο (μεταξύ 6 και 10 του μήνα).
Ωστόσο, όπως αναφέρει σε ανάλυσή του το Politico, πέντε κρίσιμοι παράγοντες θα καθορίσουν εάν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία: οι εδαφικές διεκδικήσεις, οι εγγυήσεις ασφαλείας, ο ρόλος της Ευρώπης, οι προτεραιότητες του Ντόναλντ Τραμπ και οι πραγματικές προθέσεις του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Καθώς η Ουκρανία προετοιμάζεται για ακόμη έναν δύσκολο χειμώνα πολέμου, οι διπλωματικές προσπάθειες για την επίτευξη εκεχειρίας αποκτούν νέα δυναμική. Υπό την πίεση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, Κίεβο και Μόσχα ετοιμάζονται για νέο γύρο διαπραγματεύσεων με τη συμμετοχή Αμερικανών αξιωματούχων.
Τα εδάφη και οι εγγυήσεις ασφαλείας
Το πρώτο μεγάλο ζήτημα αφορά το περιεχόμενο μιας πιθανής συμφωνίας. Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιθυμεί οι συνομιλίες να ξεκινήσουν από μέτρα αποκλιμάκωσης, όπως η ανταλλαγή αιχμαλώτων και η κατάπαυση του πυρός στις ενεργειακές υποδομές και στη Μαύρη Θάλασσα.
Το δυσκολότερο ζήτημα παραμένει το εδαφικό. Ο Ζελένσκι επιμένει ότι οποιαδήποτε συζήτηση για αλλαγές συνόρων πρέπει να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά σε επίπεδο ηγετών. Το Κίεβο έχει εμφανιστεί διατεθειμένο να εξετάσει τη δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης εκατέρωθεν της γραμμής του μετώπου στο Ντονμπάς.
Παράλληλα, η Ουκρανία ζητεί ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ώστε να αποτραπεί νέα ρωσική επίθεση. Από την πλευρά της, η Μόσχα αναμένεται να θέσει δικές της απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων περιορισμών στην παρουσία του ΝΑΤΟ στην περιοχή.
Η Ευρώπη διεκδικεί θέση στο τραπέζι
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θεωρούν απαραίτητη τη συμμετοχή τους στις τελικές διαπραγματεύσεις, καθώς έχουν αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης της Ουκρανίας μετά τη διακοπή της αμερικανικής βοήθειας το 2025.
Η λεγόμενη «Συμμαχία των Προθύμων», στην οποία συμμετέχουν περισσότερες από 30 χώρες υπό την ηγεσία της Γαλλίας, της Βρετανίας και της Γερμανίας, έχει ήδη επεξεργαστεί σχέδια για την παροχή εγγυήσεων ασφαλείας. Ενδεχόμενη ανάπτυξη ειρηνευτικών δυνάμεων στην Ουκρανία θα στηριζόταν κυρίως σε ευρωπαϊκά στρατεύματα.
Επιπλέον, η ανοικοδόμηση της χώρας θα απαιτήσει σημαντική ευρωπαϊκή συμμετοχή. Όπως υπογραμμίζει ο Ζελένσκι, ένα νέο «Σχέδιο Μάρσαλ» για την Ουκρανία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την Ευρώπη.
Ποιος θα εκπροσωπήσει την Ευρώπη;
Παρά την κοινή επιδίωξη συμμετοχής στις συνομιλίες, οι Ευρωπαίοι δεν έχουν συμφωνήσει ποιος θα τους εκπροσωπήσει. Η πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία του Φινλανδού προέδρου Αλεξάντερ Στουμπ και του Νορβηγού πρωθυπουργού Γιόνας Γκαρ Στέρε με τον Πούτιν προκάλεσε δυσαρέσκεια σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Σύμφωνα με το Politico, χώρες όπως η Δανία, η Ιταλία, η Σουηδία και η Λιθουανία αντιμετώπισαν αρνητικά τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία.
Το πρόβλημα περιπλέκεται από το γεγονός ότι σημαντικοί παράγοντες, όπως η Βρετανία και η Νορβηγία, βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Χωρίς ενιαία εκπροσώπηση, η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί στο περιθώριο των αποφάσεων.
Ο απρόβλεπτος παράγοντας Τραμπ
Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει η στάση του Ντόναλντ Τραμπ και κυρίως το κατά πόσο θα διατηρήσει την προσοχή του στην Ουκρανία. Η σύγκρουση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν είχε ήδη προκαλέσει πολύμηνη στασιμότητα στις διαπραγματεύσεις.
Ο Αμερικανός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ πραγματοποίησε επαφές με τον Ζελένσκι και Ευρωπαίους ηγέτες στο Όσλο στις 20 Οκτωβρίου, ενώ την επόμενη ημέρα συναντήθηκε με τον Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη. Ωστόσο, προγραμματισμένη συνάντηση στις Βρυξέλλες αναβλήθηκε από την αμερικανική πλευρά, πιθανότατα λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Ο Ζελένσκι εξέφρασε την ελπίδα ότι μια νέα κλιμάκωση στο Ιράν δεν θα εκτροχιάσει τις συνομιλίες.
Ο Πούτιν μπορεί να περιμένει
Το μεγαλύτερο ερωτηματικό αφορά τις πραγματικές προθέσεις του Κρεμλίνου. Παρά τις ενδείξεις ότι ο Πούτιν εμφανίζεται πρόθυμος να συμμετάσχει στις συνομιλίες, Ευρωπαίοι διπλωμάτες εκφράζουν σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο επιδιώκει άμεσα τον τερματισμό του πολέμου.
Σύμφωνα με το Politico, η εκτίμηση αρκετών Ευρωπαίων αξιωματούχων είναι ότι η Μόσχα επιχειρεί να κερδίσει χρόνο, προσβλέποντας στην εξάντληση της Ουκρανίας από τις επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Παράλληλα, το Κρεμλίνο ενδέχεται να υπολογίζει στην κόπωση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και στις πολιτικές αλλαγές που θα μπορούσαν να προκύψουν το 2027, ιδιαίτερα στη Γαλλία.
Για τον λόγο αυτό, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι η διπλωματία πρέπει να συνοδεύεται από συνεχιζόμενη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη προς το Κίεβο, καθώς και από αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Η χρηματοδότηση της ουκρανικής πολεμικής προσπάθειας αναμένεται να βρεθεί και στην ατζέντα της ευρωπαϊκής συνόδου της 26ης Νοεμβρίου στις Βρυξέλλες.
