Η πιθανότητα να βγει πολιτικά αποδυναμωμένος ο Ντόναλντ Τραμπ από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ δημιουργεί νέα δεδομένα για τη στρατηγική της Μόσχας στον πόλεμο της Ουκρανίας. Όπως γράφει το Bloomberg, το Κρεμλίνο εξετάζει τρόπους να αξιοποιήσει τις ενδεχόμενες αλλαγές στους πολιτικούς συσχετισμούς της Ουάσιγκτον, επιδιώκοντας την περαιτέρω χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων και την ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς προηγουμένως να χρειαστεί να τερματίσει τη στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, ο Βλαντίμιρ Πούτιν φαίνεται να επενδύει σε μια στρατηγική παράτασης του πολέμου, την ώρα που οι διπλωματικές επαφές συνεχίζονται και η Ρωσία αναζητά οικονομικά οφέλη από την προσέγγιση με την αμερικανική κυβέρνηση. Η πρόσφατη συμφωνία για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ, η οποία συνάφθηκε ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, θεωρείται από τη Μόσχα πιθανό προηγούμενο για ευρύτερες εμπορικές διευθετήσεις.
Πρόσωπο που βρίσκεται κοντά στο Κρεμλίνο ανέφερε στο Bloomberg ότι η ρωσική πλευρά θα επιδιώξει να πείσει τον Τραμπ πως οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν οικονομικά ακόμη και χωρίς προηγούμενη ειρηνευτική συμφωνία για την Ουκρανία.
Το ρωσικό ντίζελ και το σχέδιο για χαλάρωση των κυρώσεων
Η ενεργειακή συνεργασία αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία που επιχειρεί να αξιοποιήσει η Μόσχα στις σχέσεις της με την κυβέρνηση Τραμπ.
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ προέκυψε σε μια περίοδο αυξημένων τιμών καυσίμων στις ΗΠΑ, με τον Αμερικανό πρόεδρο να επιδιώκει την αποκλιμάκωσή τους πριν από την εκλογική αναμέτρηση.
Στις 10 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε σε εξαίρεση από τις κυρώσεις για συγκεκριμένες ποσότητες ρωσικού καυσίμου, επιτρέποντας την τροφοδοσία της αγοράς. Η κίνηση προκάλεσε αντιδράσεις από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τμήμα των Ρεπουμπλικανών, ενώ αναλυτές αμφισβήτησαν κατά πόσο οι ποσότητες θα αρκούσαν για ουσιαστική μείωση των τιμών. Για το Κρεμλίνο, ωστόσο, το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο η ίδια η συμφωνία, αλλά το προηγούμενο που δημιουργεί.
Όπως ανέφερε ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, η συμφωνία για το ντίζελ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για ανάλογες κινήσεις σε άλλους τομείς, όπως τα λιπάσματα, το φυσικό αέριο, τα δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία και οι κυρώσεις σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις.
Η ουκρανική πλευρά ανησυχεί ότι η σταδιακή αποκατάσταση οικονομικών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας θα μπορούσε να περιορίσει την πίεση που ασκείται στη Μόσχα για τον τερματισμό του πολέμου.
Οι επιχειρηματικές συμφωνίες που συζητούν Γουίτκοφ και Κούσνερ
Στο επίκεντρο της αμερικανικής διπλωματίας βρίσκονται οι απεσταλμένοι του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, οι οποίοι έχουν πραγματοποιήσει σειρά επαφών με τη ρωσική και την ουκρανική ηγεσία. Η Ουάσιγκτον έχει επιχειρήσει να δημιουργήσει οικονομικά κίνητρα για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας, παρουσιάζοντας στη Μόσχα τις δυνατότητες μελλοντικών επιχειρηματικών συνεργασιών.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, το οποίο επικαλείται το Bloomberg, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ προώθησαν τον Σεπτέμβριο σχέδιο επανέναρξης των εξαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω αμερικανικού μεσάζοντα. Η συγκεκριμένη πρόταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν νέο μηχανισμό εμπορίας ρωσικής ενέργειας, με αμερικανική συμμετοχή, παρά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να περιορίσει την ενεργειακή εξάρτησή της από τη Ρωσία. Για τη Μόσχα, τέτοιες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέσο αποκατάστασης πρόσβασης σε αγορές και κεφάλαια που έχουν περιοριστεί λόγω των δυτικών κυρώσεων.
Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις εκτιμήσεις της ρωσικής ηγεσίας, το Κρεμλίνο δεν θεωρεί πλέον ιδιαίτερα πιθανό ότι ο Τραμπ μπορεί να εξαναγκάσει την Ουκρανία να αποδεχθεί μια συμφωνία με τους όρους της Μόσχας.
Η εκτίμηση αυτή ενισχύει την επιλογή του Πούτιν να παρατείνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και να αυξήσει την πίεση προς το Κίεβο και τους Ευρωπαίους συμμάχους του.
Οι ενδιάμεσες εκλογές και η στρατηγική αναμονής του Πούτιν
Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών αναμένεται να επηρεάσει την πολιτική ισχύ του Αμερικανού προέδρου, ιδιαίτερα εάν οι Δημοκρατικοί καταφέρουν να περιορίσουν την κοινοβουλευτική κυριαρχία των Ρεπουμπλικανών.
Ένας πολιτικά αποδυναμωμένος Τραμπ δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα υιοθετήσει πιο ευνοϊκή στάση απέναντι στην Ουκρανία και την Ευρώπη. Θα μπορούσε, ωστόσο, να διαθέτει μικρότερα περιθώρια άσκησης πίεσης στον Ζελένσκι προκειμένου να αποδεχθεί μια συμφωνία που δεν εξυπηρετεί τις ουκρανικές θέσεις.
Σύμφωνα με τον Ουκρανό πρόεδρο, η Ρωσία καθυστέρησε σκόπιμα τις διαπραγματεύσεις μέχρι τις αμερικανικές εκλογές, επιδιώκοντας να διαπιστώσει το νέο πολιτικό περιβάλλον και να αποφύγει την επιβολή πρόσθετων κυρώσεων.
Ο Ζελένσκι υποστήριξε στις 27 Οκτωβρίου ότι η Μόσχα παρέτεινε τις συνομιλίες χωρίς ουσιαστική πρόοδο στην αποκλιμάκωση, προκειμένου να αξιολογήσει με ποιους και υπό ποιες συνθήκες θα διαπραγματευτεί στη συνέχεια. Η στρατηγική αυτή συνδέεται, σύμφωνα με το Bloomberg, με την απόφαση του Κρεμλίνου να συνεχίσει την πίεση στο πεδίο των μαχών, ιδιαίτερα καθώς πλησιάζει ο χειμώνας.
Οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές και τα 200 δισ. για τον πόλεμο
Η Ρωσία εξακολουθεί να επενδύει τεράστια ποσά στη συνέχιση του πολέμου, παρά τις αυξανόμενες πιέσεις στην οικονομία της. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το Bloomberg, μετά τη συνάντηση Πούτιν και Τραμπ στην Αλάσκα, τον Αύγουστο του 2025, η Μόσχα αύξησε τις στρατιωτικές δαπάνες του 2026 κατά σχεδόν 60 δισ. δολάρια, ανεβάζοντας τον συνολικό προϋπολογισμό κοντά στα 200 δισ. δολάρια.
Αντίστοιχο ύψος δαπανών προβλέπεται και για το 2027, γεγονός που δείχνει ότι η ρωσική ηγεσία προετοιμάζεται για ενδεχόμενη συνέχιση της σύγκρουσης σε βάθος χρόνου. Την ίδια στιγμή, η ρωσική οικονομία αντιμετωπίζει επιβράδυνση της ανάπτυξης, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη πλήττουν διυλιστήρια, αποθήκες ηλεκτρονικού εμπορίου και κέντρα δεδομένων.
Οι απώλειες του ρωσικού στρατού παραμένουν επίσης υψηλές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται το Bloomberg, τον Οκτώβριο περισσότεροι από 54.000 Ρώσοι στρατιωτικοί σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν, αριθμός που ξεπέρασε τις μηνιαίες στρατολογήσεις. Παρά το τεράστιο κόστος, το Κρεμλίνο εκτιμά ότι η συνέχιση των επιθέσεων, ιδιαίτερα εναντίον των ουκρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση.
Το ραντεβού στο Άμπου Ντάμπι και το ενδεχόμενο συνάντησης Τραμπ – Πούτιν
Η πρώτη μεγάλη διπλωματική δοκιμασία μετά τις αμερικανικές εκλογές είναι προγραμματισμένη για τις 10 και 11 Νοεμβρίου στο Άμπου Ντάμπι, όπου θα συναντηθούν αντιπροσωπείες των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Ουκρανίας.
Η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων επιβεβαιώθηκε στις 3 Νοεμβρίου από το Κρεμλίνο, με τον Βλαντίμιρ Μεντίνσκι να αναλαμβάνει την ηγεσία της ρωσικής αντιπροσωπείας. Στο επίκεντρο θα βρεθούν οι μεταπολεμικές εγγυήσεις ασφαλείας, η αποκλιμάκωση, τα ανθρωπιστικά ζητήματα και οι προοπτικές επίτευξης ειρηνευτικής συμφωνίας.
Παράλληλα, Αμερικανοί διαπραγματευτές θα συναντηθούν με εκπροσώπους της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Βρετανίας, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, εξετάζοντας μεταξύ άλλων τη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης της Ουκρανίας. Στο διπλωματικό παρασκήνιο εξετάζεται επίσης το ενδεχόμενο νέας συνάντησης Τραμπ και Πούτιν στην Κίνα, στο περιθώριο της συνόδου APEC. Μια τέτοια συνάντηση θα προσέφερε στον Ρώσο πρόεδρο τη δυνατότητα απευθείας επαφής με τον Τραμπ, χωρίς τη συμμετοχή του Κιέβου και των Ευρωπαίων συμμάχων του.
Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις εκτιμήσεις της Μόσχας, οι προσδοκίες για ουσιαστική διπλωματική πρόοδο παραμένουν περιορισμένες.
Οι Patriot, το κενό των 2 δισ. και ο κίνδυνος από το Ιράν
Για την Ουκρανία, το σημαντικότερο άμεσο πρόβλημα είναι η εξασφάλιση επαρκούς αντιαεροπορικής προστασίας ενόψει του χειμώνα. Ο Ζελένσκι έχει ζητήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες πρόσθετους πυραύλους Patriot για την αντιμετώπιση των ρωσικών επιθέσεων, ιδιαίτερα εκείνων που στοχεύουν τις ενεργειακές υποδομές.
Παρότι η Ουάσιγκτον ενέκρινε πρόσφατα πώληση συστημάτων και πυραύλων Patriot ύψους 2,1 δισ. δολαρίων, η ουκρανική ηγεσία εκφράζει ανησυχίες για τους χρόνους παράδοσης, οι οποίοι ενδέχεται να εκτείνονται σε αρκετά χρόνια. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με το Bloomberg, παραμένει χρηματοδοτικό κενό περίπου 2 δισ. δολαρίων στο πρόγραμμα Prioritized Ukraine Requirements List, μέσω του οποίου οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ χρηματοδοτούν την προμήθεια αμερικανικών όπλων προς την Ουκρανία.
Ένας πρόσθετος παράγοντας αβεβαιότητας είναι η σύγκρουση με το Ιράν. Εάν ο Τραμπ αποφασίσει να επαναλάβει τις αμερικανικές επιθέσεις εναντίον της Τεχεράνης, υπάρχει κίνδυνος η Ουάσιγκτον να στρέψει το ενδιαφέρον και τους στρατιωτικούς της πόρους μακριά από το ουκρανικό μέτωπο.
Η Έμιλι Φέρις, αναλύτρια του βρετανικού ινστιτούτου RUSI, εκτιμά ότι η μετατόπιση της αμερικανικής προσοχής προς το Ιράν θα μπορούσε να επηρεάσει τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, καθώς οπλικά συστήματα θα μπορούσαν να κατευθυνθούν προς τη Μέση Ανατολή ή να χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση της ισραηλινής αεράμυνας.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Μόσχα φαίνεται να επιδιώκει να κινηθεί σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις: να συνεχίσει τη στρατιωτική πίεση στην Ουκρανία και ταυτόχρονα να αναζητήσει οικονομικές και διπλωματικές παραχωρήσεις από την κυβέρνηση Τραμπ. Το εάν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τους νέους πολιτικούς συσχετισμούς στις ΗΠΑ, αλλά και από τη στάση της Ευρώπης, την αντοχή της ουκρανικής άμυνας και τη δυνατότητα της ρωσικής οικονομίας να χρηματοδοτεί έναν παρατεταμένο πόλεμο.
