Πέθανε η σπουδαία τραγουδίστρια Μαίρη Λίντα

Σε ηλικία 91 ετών έφυγε από τη ζωή η σπουδαία ερμηνεύτρια Μαίρη Λίντα, μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού τραγουδιού

Πέθανε η σπουδαία τραγουδίστρια Μαίρη Λίντα © Eurokinissi

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 91 ετών η σπουδαία ερμηνεύτρια Μαίρη Λίντα, μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού τραγουδιού.

Τα τελευταία χρόνια διέμενε στο Γηροκομείο Αθηνών, ενώ την είδηση του θανάτου της γνωστοποίησε ο Σπύρος Σίγουρος μέσα από ανάρτησή του στο Instagram.

Στο αποχαιρετιστήριο μήνυμά του αναφέρθηκε στη μεγάλη προσφορά της Μαίρης Λίντα στο ελληνικό τραγούδι, επισημαίνοντας ότι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλές νεότερες τραγουδίστριες. Τη χαρακτήρισε μια γυναίκα αξιοπρεπή και πάντα χαμογελαστή, υπογραμμίζοντας ότι θα μείνει ανεξίτηλα συνδεδεμένη στη μνήμη του κοινού με τον Μανώλη Χιώτη και με τραγούδια που σημάδεψαν ολόκληρη εποχή.

 

View this post on Instagram

 

A post shared by Ssigouros (@spiros_sigouros)

Ποια ήταν η Μαίρη Λίντα

Γεννημένη στις 9 Νοεμβρίου 1935 στον Πύργο Ηλείας, με το όνομα Μαρία Δημητροπούλου, ήταν το δέκατο έβδομο και μικρότερο παιδί της οικογένειας Δημητροπούλου, που μεγάλωσε σε μια δύσκολη αλλά ζωντανή εποχή. Ο Κολωνός της δεκαετίας του ’40, με τις αυλές, τα ραδιόφωνα και τις φωνές των γειτόνων, ήταν το πρώτο της σχολείο. Η φτώχεια δεν εμπόδιζε τη μουσική – αντίθετα, την έκανε αναγκαία. Από μικρή σπούδαζε χορό στη σχολή Μοριάνωφ, ενώ παράλληλα δεν έχανε την ευκαιρία να τραγουδάει σε οικογενειακές γιορτές και σχολικές εκδηλώσεις, χωρίς να φαντάζεται ότι η ζωή της θα άλλαζε τόσο νωρίς.

Σε ηλικία μόλις επτά ετών, η Μαίρη Λίντα ανέβηκε για πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου «Αλκαζάρ», παίρνοντας μέρος σε διαγωνισμό ταλέντων που διοργάνωνε ο Ορέστης Λάσκος. Η εμφάνισή της εκείνο το βράδυ αποδείχθηκε καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία της. Εντυπωσιασμένος από τη φωνή και τη σκηνική παρουσία της μικρής Μαρίας Δημητροπούλου, ο Λάσκος την παρότρυνε να ακολουθήσει επαγγελματικά το τραγούδι και της έδωσε το καλλιτεχνικό όνομα με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστή.

«Μου είπε ότι το “Δημητροπούλου” ήταν βαρύ για τη σκηνή και με βάφτισε Μαίρη Λίντα», θυμόταν χρόνια αργότερα η ίδια. Από την επόμενη κιόλας ημέρα άρχισε να εμφανίζεται σε κέντρα της Αθήνας. Παρότι ήταν ακόμη παιδί, έλεγε πως δεν ένιωθε φόβο, σαν να γνώριζε ήδη ότι η μουσική ήταν το πεπρωμένο της.

Η Αθήνα εκείνης της εποχής προσπαθούσε να σταθεί ξανά στα πόδια της, κουβαλώντας ακόμη τις πληγές του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Την ίδια στιγμή, όμως, υπήρχε έντονη η ανάγκη για διασκέδαση και επιστροφή στη ζωή. Τα λαϊκά πάλκα, τα βαριετέ και τα αναψυκτήρια γνώριζαν άνθηση, ενώ τα τραγούδια μιλούσαν για τον έρωτα, τη φτώχεια, την απώλεια και τις δυσκολίες της καθημερινότητας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσε καλλιτεχνικά η Μαίρη Λίντα. Οι πρώτες της εμφανίσεις στα κέντρα «Μισούρι», «Κυψελάκι» και «Πεύκα» την έφεραν δίπλα σε μερικούς από τους σημαντικότερους μουσικούς της εποχής. Η καθαρή φωνή της, χωρίς υπερβολές και τεχνάσματα, σε συνδυασμό με τη φυσική σκηνική της παρουσία, την έκαναν γρήγορα γνωστή ως το «μικρό κορίτσι με τη μεγάλη φωνή».

Η πρώτη της ηχογράφηση ήταν το «Πικρό ποτήρι» του Κώστα Καπλάνη, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Το τραγούδι άνοιξε τον δρόμο για μια μακρά πορεία στο λαϊκό τραγούδι. Η φωνή της είχε προσωπικότητα και αναγνωριζόταν αμέσως. Δεν στηριζόταν στην επίδειξη, αλλά στη δύναμη και στην αμεσότητα της ερμηνείας της.

Μαίρη Λίντα: Σταθμός η γνωριμία της με τον Μανώλη Χιώτη

Η γνωριμία της με τον Μανώλη Χιώτη υπήρξε σταθμός στη ζωή και στην καριέρα της. Εκείνος ήταν ήδη ένας καινοτόμος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, με διάθεση να πειραματιστεί με νέες συγχορδίες, ρυθμούς και δυτικές επιρροές. Εκείνη ήταν ακόμη μια πολύ νεαρή ερμηνεύτρια, η φωνή της οποίας μπορούσε να ακολουθήσει τις απαιτητικές μουσικές του διαδρομές.

Μαζί δημιούργησαν ένα από τα πιο εμβληματικά καλλιτεχνικά δίδυμα του ελληνικού τραγουδιού. Ο ήχος τους συνδύαζε το λαϊκό στοιχείο με πιο εκλεπτυσμένες και μοντέρνες επιρροές, χωρίς να χάνει την αυθεντικότητά του. Σύμφωνα με την ίδια, ο Χιώτης τής είχε πει όταν ήταν ακόμη μικρή: «Όταν μεγαλώσεις και με φτάσεις στον ώμο, τότε θα σε παντρευτώ».

Το 1958 οι δυο τους παντρεύτηκαν, με κουμπάρα τη Ρένα Βλαχοπούλου. Για τον Χιώτη ήταν ο δεύτερος γάμος, ενώ για τη Λίντα ο πρώτος. Έγιναν αχώριστοι τόσο στη σκηνή όσο και στη ζωή, διαμορφώνοντας μαζί μια ολόκληρη εποχή για τη λαϊκή μουσική.

Η Μαίρη Λίντα δεν περιοριζόταν στην παρουσία μιας τραγουδίστριας πίσω από το μικρόφωνο. Στα ζωντανά προγράμματα χόρευε συχνά μάμπο, μεταφέροντας στο κοινό το ταμπεραμέντο και την ενέργειά της. Ο Χιώτης έφερνε στο μπουζούκι στοιχεία από τη δυτική μουσική και εκείνη συμπλήρωνε τον ήχο με τη φωνή, την κίνηση και τη θεατρικότητά της.

Η φράση «Χιώτης, μάμπο!», την οποία φώναζε με ενθουσιασμό στο τέλος των τραγουδιών, έμεινε ιστορική και αποτύπωσε τη χημεία που είχαν επί σκηνής. Η ίδια υπήρξε μία από τις πρώτες γυναίκες ερμηνεύτριες που στάθηκαν ισότιμα δίπλα σε έναν τόσο ισχυρό άνδρα μουσικό, χωρίς να περιοριστούν στη σκιά του.

«Δεν είχαμε ρόλους. Ήμασταν δύο άνθρωποι που αγαπούσαν τη μουσική», είχε πει για τη συνεργασία τους.

Η βράβευση με τον Μίκη Θεοδωράκη  – Η περιοδεία στις ΗΠΑ και η Μαρία Κάλλας

Το καλοκαίρι του 1961, το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας διοργάνωσε στο κέντρο «Αθηναία» το Γ΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού, με τη συμμετοχή σημαντικών συνθετών και ερμηνευτών.

Το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στον Μίκη Θεοδωράκη για το τραγούδι «Απαγωγή», το οποίο ερμήνευσε η Μαίρη Λίντα. Η διάκριση αυτή επιβεβαίωσε ότι η φωνή της μπορούσε να κινηθεί με την ίδια άνεση πέρα από τα στενά όρια του λαϊκού τραγουδιού.

Το 1964, το δίδυμο Χιώτη – Λίντα ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική μουσική άρχιζε να αποκτά ευρύτερο κοινό στο εξωτερικό. Οι εμφανίσεις τους σε ελληνικά κέντρα της Νέας Υόρκης, του Σικάγο και της Βοστώνης σημείωσαν μεγάλη επιτυχία.

Μία από τις κορυφαίες στιγμές της περιοδείας τους ήταν η εμφάνιση στον Λευκό Οίκο, μπροστά στον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον. Η ίδια η Μαίρη Λίντα θυμόταν επίσης με ιδιαίτερη συγκίνηση τη συνάντησή της με τη Μαρία Κάλλας.

«Η Μαρία Κάλλας ήρθε να μας δει. Μου ζητούσε τραγούδια και με φώναζε “αηδονάκι”», είχε αφηγηθεί.

Η παρουσία στον ελληνικό κινηματογράφο

Η Μαίρη Λίντα άφησε έντονο αποτύπωμα και στον κινηματογράφο. Μαζί με τον Μανώλη Χιώτη εμφανίστηκαν σε περισσότερες από είκοσι ελληνικές ταινίες, ερμηνεύοντας περίπου σαράντα τραγούδια.

Παραγωγές όπως οι «Λαός και Κολωνάκι», «Ο Ατσίδας», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» και «Η Βίλλα των Οργίων» διατήρησαν τις ερμηνείες τους ζωντανές για τις επόμενες γενιές. Οι μουσικές σκηνές στις οποίες εμφανιζόταν αποτελούσαν μικρές γιορτές της λαϊκής κουλτούρας, με το χαμόγελο, την κίνηση και τη σκηνική της αμεσότητα να μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη την ατμόσφαιρα των νυχτερινών κέντρων.

Ο χωρισμός και η απώλεια του Χιώτη

Η Μαίρη Λίντα και ο Μανώλης Χιώτης χώρισαν το 1966, όμως η επαγγελματική τους συνεργασία συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατο του Χιώτη το 1970. Η απώλειά του τη συγκλόνισε βαθιά, χωρίς ωστόσο να ανακόψει τη μουσική της διαδρομή.

Η Μαίρη Λίντα μιλούσε πάντοτε με αγάπη και μετανιωμένη διάθεση για τον πρώην σύζυγό της.

«Ο Χιώτης είναι ο άνθρωπος της ζωής μου. Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι χώρισα με τον Χιώτη. Δυστυχώς, δεν μπορώ να γυρίσω τα χρόνια πίσω. Ακόμα και σήμερα πονάω», είχε εξομολογηθεί.

Αργότερα παντρεύτηκε ακόμη δύο φορές και απέκτησε από τον δεύτερο γάμο της τη μοναχοκόρη της.

Οι μεγάλες συνεργασίες

Κατά τη δεκαετία του 1970 συνεργάστηκε με σημαντικούς δημιουργούς και ερμηνευτές, μεταξύ των οποίων ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Σπανός, ο Απόστολος Καλδάρας και ο Αντώνης Καλογιάννης.

Η φωνή της, ευέλικτη και εκφραστική, μπορούσε να υπηρετήσει τόσο το καθαρό λαϊκό τραγούδι όσο και πιο ελαφρές ή λυρικές συνθέσεις. Για πολλούς δημιουργούς υπήρξε η ιδανική γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικές μουσικές εποχές και σχολές.

Ο Γιάννης Σπανός φέρεται να είχε περιγράψει τη Μαίρη Λίντα ως μια ερμηνεύτρια που «τραγουδά με το σώμα και την ψυχή, όχι μόνο με τη φωνή».

Η δολοφονία της μητέρας της

Πίσω από τη λάμψη και τις επιτυχίες υπήρξαν και εξαιρετικά δύσκολες προσωπικές στιγμές. Το 1970, η Μαίρη Λίντα βίωσε την άγρια δολοφονία της μητέρας της, Βασιλικής Δημητροπούλου, η οποία εντοπίστηκε νεκρή στο σπίτι της στο Μπουρνάζι.

Αρχικά, οι αρχές θεώρησαν ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε δυστύχημα. Δέκα ημέρες αργότερα, ωστόσο, τα στοιχεία της έρευνας οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για δολοφονία.

Το σώμα της γυναίκας είχε βρεθεί απανθρακωμένο, ενώ στον χώρο εντοπίστηκαν ένα ξυπνητήρι με κηλίδες αίματος, ένα άδειο μπουκάλι οινοπνεύματος και αμυχές στο πρόσωπό της. Από την έρευνα προέκυψε ότι η μητέρα της τραγουδίστριας είχε πέσει θύμα διαρρηκτών.

Η απώλεια αυτή σημάδεψε βαθιά τη Μαίρη Λίντα και, όπως είχε αφήσει να εννοηθεί, δεν κατάφερε ποτέ να την ξεπεράσει πλήρως.

Η σχέση με τον Τάκη Σαγιώρ και οι τελευταίες της εμφανίσεις

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, περίπου το 1976, γνώρισε τον χορευτή και χορογράφο Τάκη Σαγιώρ. Οι δυο τους υπήρξαν ζευγάρι για περίπου έξι με επτά χρόνια.

Η σχέση τους ήταν σοβαρή και έφτασε πολύ κοντά στον γάμο. Τελικά, όμως, χώρισαν περίπου μία εβδομάδα πριν από την προγραμματισμένη τελετή.

Σημειώνεται ότι στις τελευταίες μεγάλες εμφανίσεις της συνεργάστηκε με ερμηνεύτριες διαφορετικών γενεών. Τη σεζόν 1995–1996 εμφανίστηκε μαζί με τη Χαρούλα Αλεξίου στη «Νεφέλη», το 2002–2003 με τη Γλυκερία στο «Χάραμα» και το 2011–2012 με την Άννα Βίσση στο «Rex».

Οι κοινές αυτές εμφανίσεις είχαν ιδιαίτερο συμβολισμό. Δύο διαφορετικές γενιές τραγουδιστριών συναντιούνταν στην ίδια σκηνή, μετατρέποντας κάθε συνεργασία σε μια άτυπη παράδοση σκυτάλης, με σεβασμό στην ιστορία και στην προσφορά της Μαίρης Λίντα.

Μια δισκογραφία που σημάδεψε εποχές

Η δισκογραφική παρακαταθήκη της Μαίρης Λίντα είναι τεράστια και αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο την εξέλιξη του μεταπολεμικού ελληνικού τραγουδιού.

Από τους δίσκους 45 στροφών μέχρι τις μεταγενέστερες συλλογές, ηχογράφησε δεκάδες τραγούδια που αγαπήθηκαν από διαφορετικές γενιές. Συλλογές όπως οι «Αξέχαστες Επιτυχίες», «Άκου τ’ αηδόνια», «Τραγούδια από τις 45 Στροφές» και «43 Μεγάλες Επιτυχίες» διατήρησαν ζωντανή τη φωνή της και την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής.

Η Μαίρη Λίντα υπήρξε κάτι περισσότερο από μία μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια. Ήταν μια ερμηνεύτρια που συνέδεσε τη μεταπολεμική Ελλάδα με τη νεότερη μουσική πραγματικότητα, ένωσε το λαϊκό τραγούδι με πιο σύγχρονους ήχους και άφησε πίσω της μια φωνή άμεσα αναγνωρίσιμη, γεμάτη αλήθεια, πάθος και προσωπικότητα.