Επενδύσεις που αγγίζουν τα 10 δισ. ευρώ θα απαιτηθούν έως το 2040 για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών ύδατος στην Ελλάδα, καθώς η λειψυδρία, οι μεγάλες απώλειες στα δίκτυα και οι αυστηρότερες ευρωπαϊκές απαιτήσεις αναδεικνύουν το νερό σε έναν από τους σημαντικότερους τομείς υποδομών της επόμενης δεκαπενταετίας. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας ανάλυσης της EY-Parthenon για τον ελληνικό κλάδο ύδρευσης και αποχέτευσης, η οποία αποτυπώνει μια αγορά που βρίσκεται μπροστά σε έναν εκτεταμένο κύκλο επενδύσεων και θεσμικών αλλαγών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι συνολικές ανάγκες σε έργα ύδρευσης και διαχείρισης νερού εκτιμώνται σε περισσότερα από 10 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025-2040. Παράλληλα, μόνο οι δύο μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου έχουν ήδη δρομολογήσει ή σχεδιάζουν επενδύσεις άνω των 3 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025-2034, με στόχο τη βελτίωση των δικτύων, την επέκταση υποδομών, τον εκσυγχρονισμό των λειτουργιών τους και την ενίσχυση της επιχειρησιακής τους απόδοσης.
Η ανάγκη για τόσο μεγάλες επενδύσεις συνδέεται άμεσα με τη σημερινή εικόνα του τομέα. Η ελληνική αγορά νερού εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερματισμό, καθώς λειτουργούν 129 Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, περισσότεροι από 450 Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων και μεγάλος αριθμός δήμων που παρέχουν υπηρεσίες ύδρευσης. Συνολικά, περισσότερα από 700 διαφορετικά σχήματα δραστηριοποιούνται στον κλάδο, γεγονός που επηρεάζει τόσο το λειτουργικό κόστος όσο και την ταχύτητα υλοποίησης επενδύσεων.
Η μάχη των διαρροών και η ανάγκη ανανέωσης των δικτύων
Ταυτόχρονα, η κατάσταση των δικτύων παραμένει προβληματική. Η EY-Parthenon εκτιμά ότι οι απώλειες νερού στα δίκτυα ανέρχονται κατά μέσο όρο στο 30%, ενώ σε ορισμένες περιοχές φθάνουν έως και το 50%. Οι απώλειες αυτές αποδίδονται στην παλαιότητα των υποδομών, στην ανεπαρκή συντήρηση και στην περιορισμένη αξιοποίηση σύγχρονων συστημάτων παρακολούθησης και διαχείρισης.
Για παράδειγμα, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΥΔΑΠ, το δίκτυο ύδρευσης της Αττικής ξεκίνησε να κατασκευάζεται το 1926 και έχει συνολικά μήκος 9.500 χλμ. Το δίκτυο πέραν των αγωγών περιλαμβάνει αντλιοστάσια και δεξαμενές πίεσης. Συγκεκριμένα, για την υδροδότηση των περιοχών που βρίσκονται σε μεγάλο υψόμετρο λειτουργούν 81 αντλιοστάσια, ενώ 55 δεξαμενές πόλης συνολικής χωρητικότητας 885.000 κυβικών μέτρων νερού βρίσκονται διάσπαρτες σε υψηλά υψομετρικά σημεία της πόλης (οι υψηλότερες παροχές βρίσκονται στα 600 μέτρα υψόμετρο). Η παροχή νερού καταγράφεται μέσω 2.180.000 υδρομετρητών.
Στο δίκτυο της Αθήνας εκτιμώνται σήμερα περίπου στο 15%, με τον στόχο να τίθεται στη μείωσή τους στο 10%, ένα επίπεδο που θεωρείται διεθνώς σχεδόν βέλτιστο. Η διοίκηση συνηθίζει, άλλωστε, να επισημαίνει πως το στοίχημα είναι μεγάλο, αφού η «αχίλλειος πτέρνα» κάθε εταιρείας ύδρευσης είναι το δίκτυό της.
Η επιδίωξη μηδενικών διαρροών δεν είναι ούτε τεχνικά εφικτή ούτε οικονομικά ορθολογική. Για την ΕΥΔΑΠ, υπάρχει ένα «οικονομικά βέλτιστο σημείο», πέρα από το οποίο το κόστος της περαιτέρω μείωσης αυξάνεται δυσανάλογα σε σχέση με το όφελος. Ενδεικτικά, για να περιοριστούν οι απώλειες από το 15% στο 10%, απαιτούνται επενδύσεις της τάξης των 250–300 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, μια προσπάθεια προσέγγισης του μηδενός θα προϋπέθετε εκτεταμένη αντικατάσταση του παλαιού δικτύου, με κόστος που θα μπορούσε να φτάσει έως και τα 2,5 δισ. ευρώ.
Εξίσου αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τη χρήση των υδατικών πόρων. Η επαναχρησιμοποίηση νερού παραμένει καθηλωμένη περίπου στο 2%, ενώ η άρδευση απορροφά το 85% της συνολικής κατανάλωσης νερού στη χώρα, έναντι περίπου 40% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα, περισσότερο από το 70% των αναγκών αυτών καλύπτεται από υπόγειους υδροφορείς, γεγονός που αυξάνει την πίεση στα διαθέσιμα αποθέματα.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr
