Η Ευρώπη δεν κερδίζει το δύσκολο στοίχημα της απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο

Αύξηση των εισαγωγών μέσω αγωγού κατά 7% και 11% μέσω LNG κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο 2026, σε σχέση με έναν χρόνο πριν

Αγωγός φυσικού αερίου © EPA/ROBERT GHEMENT

Ιδιαίτερα ανθεκτικό εμφανίζεται το ρωσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά, παρά την έναρξη της σταδιακής απαγόρευσης εισαγωγών που έχει αποφασίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Νεότερη έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, ACER, καταγράφει ότι στο διάστημα Ιανουαρίου-Μαΐου 2026 οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών αυξήθηκαν κατά 7% σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, ενώ οι εισαγωγές ρωσικού LNG ενισχύθηκαν κατά 11%.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η εικόνα μετά τις 18 Μαρτίου, όταν τέθηκε σε εφαρμογή ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός. Από τότε έως το τέλος Μαΐου, οι ρωσικές ροές μέσω αγωγών αυξήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση και το ρωσικό LNG κατά 17%, παρότι από τις 25 Απριλίου δεν επιτρέπονται πλέον εισαγωγές LNG βάσει βραχυχρόνιων συμβάσεων. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ότι η απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο έχει μεν εισέλθει στη νομοθετική της φάση, δεν έχει όμως ακόμη μεταφραστεί σε πλήρη αναδιάταξη των πραγματικών ροών προς την Ευρώπη.

Η εξήγηση βρίσκεται στο μεταβατικό καθεστώς που διατηρεί ενεργές τις προϋφιστάμενες συμβάσεις. Από τις 18 Μαρτίου απαγορεύονται οι εισαγωγές ρωσικού αερίου που στηρίζονται σε νέες συμβάσεις, ενώ οι παλαιότερες συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από τις 17 Ιουνίου 2025 μπορούν να συνεχιστούν προσωρινά, υπό καθεστώς προηγούμενης έγκρισης. Για τις βραχυχρόνιες συμβάσεις, η μεταβατική περίοδος έληξε στις 25 Απριλίου για το LNG και στις 17 Ιουνίου για τους αγωγούς. Για τις μακροχρόνιες συμβάσεις, η απαγόρευση θα ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου 2027 για το LNG και από τις 30 Σεπτεμβρίου 2027 για το αέριο μέσω αγωγών, με περιορισμένη δυνατότητα εξαίρεσης έως την 1η Νοεμβρίου 2027.

Μέχρι το τέλος Μαΐου, οι ρωσικές ποσότητες που εξακολουθούσαν να εισέρχονται στην ΕΕ στο πλαίσιο των εγκεκριμένων συμβάσεων αντιστοιχούσαν περίπου στο 12% της συνολικής ευρωπαϊκής ζήτησης φυσικού αερίου. Το ποσοστό είναι αισθητά χαμηλότερο από την περίοδο πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, όταν η Ρωσία κάλυπτε περίπου το 35%-45% της ευρωπαϊκής προμήθειας. Ωστόσο, αποδεικνύει ότι η ρωσική παρουσία δεν έχει εκλείψει, αλλά έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες συμβάσεις, διαδρομές και αγορές.

Το LNG παραμένει η μεγάλη εκκρεμότητα

Το ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο εξακολουθεί να έχει ουσιαστική παρουσία στο ευρωπαϊκό ενεργειακό μίγμα. Ο ACER εκτιμά ότι οι εισαγωγές ρωσικού LNG το 2026 μπορεί να φθάσουν περίπου τα 20 bcm, ποσότητα που αντιστοιχεί σε πάνω από το 15% των συνολικών εισαγωγών LNG της ΕΕ και περίπου στο 5%-6% της συνολικής ευρωπαϊκής κατανάλωσης φυσικού αερίου.

Η επίδραση αυτών των ποσοτήτων δεν περιορίζεται στις χώρες όπου φτάνουν τα φορτία. Στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου, ένα φορτίο LNG που εκφορτώνεται στη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ισπανία ή την Ολλανδία μπορεί να αποθηκευτεί, να επαναπωληθεί, να επαναεξαχθεί ή να αεριοποιηθεί και να διοχετευθεί μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων σε άλλες αγορές. Από τη στιγμή που το αέριο εισέρχεται στο δίκτυο και αναμιγνύεται με άλλες ποσότητες, δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί η φυσική προέλευσή του έως τον τελικό καταναλωτή.

Η αύξηση του ρωσικού LNG στους πρώτους μήνες του έτους δεν αποδίδεται από τον ACER σε έναν μόνο παράγοντα. Ο Οργανισμός κάνει λόγο για προεξόφληση των αυστηρότερων περιορισμών και για προσπάθεια αξιοποίησης των υφιστάμενων μακροχρόνιων συμβάσεων πριν από την πλήρη απαγόρευση. Παράλληλα, η κρίση στη Μέση Ανατολή και η διαταραχή στις θαλάσσιες διαδρομές μέσω του Στενού του Ορμούζ επηρέασαν συνολικά την αγορά LNG.

Από τον Απρίλιο, οι συνολικές εισαγωγές LNG της ΕΕ υποχώρησαν κατά 10% σε ετήσια βάση, καθώς οι εισαγωγές από το Κατάρ σχεδόν μηδενίστηκαν, καταγράφοντας πτώση 95%. Το κενό καλύφθηκε εν μέρει από αυξημένες ποσότητες άλλων προελεύσεων, μεταξύ των οποίων ρωσικό και αμερικανικό LNG. Ο ACER σημειώνει επίσης ότι η απαγόρευση μεταφόρτωσης ρωσικού LNG μέσω ευρωπαϊκών λιμένων, η οποία εφαρμόζεται από τα τέλη Μαρτίου του 2025, ενδέχεται να συνέβαλε στη διατήρηση περισσότερων ρωσικών φορτίων εντός της ευρωπαϊκής αγοράς. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατάλληλων πλοίων για απευθείας αποστολές προς την Ασία μείωσε την ευελιξία ανακατεύθυνσης των φορτίων εκτός Ευρώπης.

Οι ειδικές περιπτώσεις της Ουγγαρίας, της Σλοβακίας και της Ελλάδας

Παρά τη σημαντική μείωση της ρωσικής παρουσίας στην ευρωπαϊκή αγορά από το 2022 και μετά, η εξάρτηση παραμένει υψηλή σε ορισμένες χώρες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η Ουγγαρία και η Σλοβακία εκτιμάται ότι κάλυπταν περίπου το 70%-80% των αναγκών τους σε φυσικό αέριο από τη Ρωσία το 2024, ενώ για την Ελλάδα το ρωσικό αέριο αντιστοιχούσε περίπου στο 50%-55% των εισαγωγών της.

Και οι τρεις χώρες λαμβάνουν τις βασικές ρωσικές ποσότητες μέσω του TurkStream, του τελευταίου μεγάλου διαδρόμου εισόδου ρωσικού αερίου προς την Ευρώπη. Η κοινή αυτή εξάρτηση σημαίνει ότι τυχόν περιορισμοί ή διακοπή των ροών μέσω της συγκεκριμένης διαδρομής θα επηρέαζαν άμεσα τις αντίστοιχες αγορές.

Η Ελλάδα, ωστόσο, παρουσιάζει διαφορετικό προφίλ από την Ουγγαρία και τη Σλοβακία. Η ετήσια ζήτηση φυσικού αερίου εκτιμάται περίπου στα 6,5 bcm για το 2025 και η χώρα δεν διαθέτει εγχώρια παραγωγή. Το αέριο έχει, όμως, κομβικό ρόλο στην ηλεκτροπαραγωγή: οι μονάδες αερίου απορροφούν το 65%-70% της συνολικής εγχώριας ζήτησης φυσικού αερίου, ενώ η συμμετοχή του καυσίμου στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίζεται στο 35%-45%.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr