Απώλειες ρεύματος: Νέα φόρμουλα εξετάζει ο ΔΕΔΔΗΕ – Το καλοκαίρι η εισήγηση

Ο ΔΕΔΔΗΕ σχεδιάζει να φέρει τις αρχικές εκκαθαρίσεις πιο κοντά στα πραγματικά δεδομένα, περιορίζοντας τις «εκπλήξεις» για τους παρόχους

Ηλεκτρικό ρεύμα @ Pixabay

Τις μεγάλες αναδρομικές χρεώσεις που εμφανίζονται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ακόμη και δύο ή τρία χρόνια μετά την περίοδο κατανάλωσης επιχειρεί να περιορίσει ο ΔΕΔΔΗΕ, προετοιμάζοντας αλλαγές στη μεθοδολογία υπολογισμού των απωλειών του Δικτύου. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Διαχειριστής σχεδιάζει να υποβάλει μέσα στο καλοκαίρι σχετική εισήγηση στη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, με στόχο οι πρώτες εκκαθαρίσεις να προσεγγίζουν περισσότερο την εικόνα που αποτυπώνεται τελικά από τις πραγματικές μετρήσεις.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ύψος των συντελεστών απωλειών. Εντοπίζεται κυρίως στη μεγάλη απόσταση που μπορεί να χωρίζει τις αρχικές εκτιμήσεις από το αποτέλεσμα της οριστικής εκκαθάρισης. Όταν, αρκετά χρόνια αργότερα, οι εκτιμήσεις αντικαθίστανται από τα πραγματικά δεδομένα κατανάλωσης, οι απώλειες του Δικτύου ενδέχεται να αποδειχθούν υψηλότερες από εκείνες που είχαν αρχικά υπολογιστεί. Η διαφορά καταλογίζεται τότε αναδρομικά στους προμηθευτές, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν ένα κόστος που δεν ήταν γνωστό όταν διαμόρφωναν τα τιμολόγιά τους.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πρώτου εξαμήνου του 2022, όταν η οριστική εκκαθάριση ανέδειξε σημαντική απόκλιση ανάμεσα στις εγκεκριμένες και στις πραγματικές απώλειες. Το πρόσθετο κόστος που μεταφέρθηκε στην αγορά ανήλθε σε 164 εκατ. ευρώ, αποκαλύπτοντας το μέγεθος του οικονομικού κινδύνου που δημιουργεί η χρονική υστέρηση των εκκαθαρίσεων.

Πώς δημιουργείται η αναδρομική επιβάρυνση

Η εκκαθάριση της αγοράς εξελίσσεται σε διαδοχικά στάδια, από την αρχική και την ενδιάμεση έως την οριστική εκκαθάριση. Στα πρώτα στάδια δεν είναι ακόμη διαθέσιμο το σύνολο των πραγματικών μετρήσεων. Για τον λόγο αυτόν χρησιμοποιούνται εκτιμήσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την κατανάλωση, τα μερίδια εκπροσώπησης των προμηθευτών και το επίπεδο των απωλειών.

Η εικόνα οριστικοποιείται όταν συγκεντρωθούν και πιστοποιηθούν οι πραγματικές ενδείξεις των μετρητών. Η διαδικασία αυτή μπορεί να ολοκληρωθεί δύο ή ακόμη και τρία χρόνια αργότερα. Εάν τότε διαπιστωθεί ότι οι πραγματικές απώλειες ήταν υψηλότερες από εκείνες που είχαν προϋπολογιστεί, προκύπτει πρόσθετη ποσότητα ενέργειας που πρέπει να κατανεμηθεί στους προμηθευτές.

Η ποσότητα αυτή αποτελεί την Ενέργεια Κανονικοποίησης. Ο όρος δεν είναι συνώνυμος της οριστικής εκκαθάρισης, αλλά περιγράφει τη διαφορά ανάμεσα στις απώλειες που είχαν υπολογιστεί μέσω των εγκεκριμένων συντελεστών και σε εκείνες που τελικά προκύπτουν από τα πραγματικά στοιχεία.

Η χρονική απόσταση δημιουργεί διπλή δυσκολία για τους προμηθευτές. Από τη μία πλευρά, επιβαρύνονται αναδρομικά με ποσά τα οποία δεν μπορούσαν να γνωρίζουν όταν τιμολογούσαν τους πελάτες τους. Από την άλλη, καλούνται να αποτυπώσουν λογιστικά ένα κόστος που αφορά χρήσεις προηγούμενων ετών, χωρίς να είναι εύκολο να το ενσωματώσουν εκ των υστέρων στα εμπορικά τους προϊόντα.

Τι μετρά ο συντελεστής απωλειών

Ο συντελεστής απωλειών χρησιμοποιείται για να αποτυπωθεί η διαφορά ανάμεσα στην ενέργεια που εισέρχεται στο Δίκτυο και στην ποσότητα που καταγράφεται τελικά στους μετρητές των καταναλωτών. Για να παραδοθεί μία συγκεκριμένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας σε έναν πελάτη, πρέπει να εγχυθεί στο Δίκτυο μεγαλύτερη ποσότητα, καθώς ένα μέρος της ενέργειας χάνεται μέχρι να φτάσει στο σημείο κατανάλωσης.

Με τον ισχύοντα πολλαπλασιαστικό συντελεστή για τη Χαμηλή Τάση, κατανάλωση 100 κιλοβατωρών ανάγεται, για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, σε 116,19 κιλοβατώρες στο όριο μεταξύ Συστήματος και Δικτύου. Η διαφορά δεν εμφανίζεται ως αυτοτελής χρέωση στον λογαριασμό του καταναλωτή, αποτελεί όμως στοιχείο του κόστους προμήθειας που λαμβάνουν υπ’ όψιν οι εταιρείες κατά τη διαμόρφωση των τιμολογίων τους.

Η ακρίβεια του συντελεστή έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία. Εάν ο συντελεστής βρίσκεται χαμηλότερα από το πραγματικό επίπεδο των απωλειών, οι αρχικές καταβολές των προμηθευτών δεν επαρκούν και η διαφορά εμφανίζεται αργότερα στην οριστική εκκαθάριση. Εάν, αντίθετα, οι πρώτοι υπολογισμοί βρίσκονται πιο κοντά στην πραγματική εικόνα, περιορίζεται ο κίνδυνος μεγάλων αναδρομικών χρεώσεων.

Πιο πρόσφατα δεδομένα στις πρώτες εκκαθαρίσεις

Ο βασικός άξονας των αλλαγών που εξετάζει ο ΔΕΔΔΗΕ είναι η μεγαλύτερη ευθυγράμμιση της μεθοδολογίας που εφαρμόζεται στα πρώτα στάδια με εκείνη της οριστικής εκκαθάρισης. Στόχος είναι να αξιοποιούνται νωρίτερα όσο το δυνατόν περισσότερα πραγματικά και επικαιροποιημένα στοιχεία, αντί οι υπολογισμοί να στηρίζονται κατά κύριο λόγο σε ιστορικές εκτιμήσεις.

Μία από τις παρεμβάσεις αφορά τη χρήση πιο πρόσφατων δεδομένων για τα μερίδια των προμηθευτών. Αντί να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά εκτιμήσεις που βασίζονται σε παλαιότερες περιόδους, εξετάζεται η αξιοποίηση της τρέχουσας εικόνας των χαρτοφυλακίων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται από τα πραγματικά στοιχεία των μετρητών που εκπροσωπεί κάθε εταιρεία.

Η δεύτερη αλλαγή αφορά την πιθανή διαφοροποίηση του συντελεστή μέσα στο ίδιο έτος. Αντί ενός ενιαίου μεγέθους, εξετάζεται ο υπολογισμός χωριστών συντελεστών για το πρώτο και το δεύτερο εξάμηνο, ώστε να αποτυπώνονται καλύτερα οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια του έτους. Η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν προεξοφλεί ότι οι απώλειες κινούνται πάντοτε προς την ίδια κατεύθυνση από το ένα εξάμηνο στο άλλο, αλλά επιχειρεί να αποφύγει την εφαρμογή μιας ενιαίας ετήσιας παραδοχής σε περιόδους με διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr