«Η απάντηση της Ελλάδας σε μια ενδεχόμενη ευρωπαϊκή χαλάρωση πρέπει να είναι περισσότερη επενδυτική ασφάλεια: συγκεκριμένη ζήτηση, σταθεροί κανόνες και στοχευμένη στήριξη». Με αυτή τη θέση, ο Γιώργος Χατζημαρκάκης, Διευθύνων Σύμβουλος της Hydrogen Europe, περιγράφει στο energygame.gr τι θα πρέπει να κάνει η χώρα εάν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρήσει τελικά από τους δεσμευτικούς εθνικούς στόχους για το ανανεώσιμο υδρογόνο σε ένα πιο χαλαρό σύστημα ενδεικτικών στόχων μετά το 2030. Ως πρώτη προτεραιότητα θέτει ένα αξιόπιστο εθνικό πρόγραμμα δημιουργίας ζήτησης, με συγκεκριμένα ορόσημα και εξασφαλισμένους πόρους, που θα ξεκινά από πραγματικούς καταναλωτές, τη βιομηχανία, τα διυλιστήρια και τα ανανεώσιμα καύσιμα για τη ναυτιλία, και θα συνοδεύεται από εργαλεία που γεφυρώνουν τη διαφορά κόστους με τις συμβατικές λύσεις.
Η παρέμβασή του έρχεται ενώ στις Βρυξέλλες εξετάζεται το μετα-2030 πλαίσιο της RED και η πιθανότητα χαλάρωσης των δεσμευτικών υποχρεώσεων έχει ήδη προκαλέσει έντονη αντίδραση στη βιομηχανία. Ο ίδιος προειδοποιεί ότι λιγότερο προβλέψιμη ευρωπαϊκή ζήτηση μπορεί να δυσκολέψει τα ελληνικά έργα στην εξασφάλιση αγοραστών και κεφαλαίων και να στρέψει επενδύσεις προς χώρες με μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια. Την ίδια στιγμή, προτείνει ως πιθανό ευρωπαϊκό «δίχτυ ασφαλείας», εφόσον οι binding targets υποχωρήσουν, ένα σύστημα διπλών δημοπρασιών κατά το πρότυπο H2Global, με μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς και πολυετή δημόσια χρηματοδοτική κάλυψη. Όπως το συνοψίζει ο ίδιος, «εάν η Ευρώπη μειώσει τη δεσμευτικότητα των στόχων, θα πρέπει να αυξήσει αντίστοιχα τη δεσμευτικότητα των συμβάσεων και της χρηματοδότησης».
«Οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν ενδεικτικές φιλοδοξίες. Χρηματοδοτούν προβλέψιμες ταμειακές ροές, συμβατικά κατοχυρωμένες ποσότητες και εφαρμόσιμες υποχρεώσεις», τονίζει, συνοψίζοντας γιατί θεωρεί κρίσιμη τη διατήρηση ενός δεσμευτικού σήματος ζήτησης και μετά το 2030. Η αντίδραση του κλάδου είναι ήδη έντονη και απόλυτα συμβατή με τα όσα αναφέρει ο κ. Χατζημαρκάκης. Συνολικά 170 εταιρείες από ολόκληρη την ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας του υδρογόνου έχουν ζητήσει από την Κομισιόν να διατηρήσει τους δεσμευτικούς στόχους RFNBO και μετά το 2030, προειδοποιώντας ότι μια υπαναχώρηση θα ισοδυναμούσε με αλλαγή των κανόνων ενώ έχουν ήδη δεσμευθεί κεφάλαια και ληφθεί επενδυτικές αποφάσεις.
Πόσο μεγάλη επενδυτική αβεβαιότητα δημιουργεί ήδη η συζήτηση για ενδεχόμενη εγκατάλειψη των δεσμευτικών εθνικών στόχων; Μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις μακροχρόνιες συμφωνίες αγοράς, τη χρηματοδότηση και τις τελικές επενδυτικές αποφάσεις;
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι μιλάμε για πληροφορίες σχετικά με ένα πλαίσιο που βρίσκεται ακόμη υπό επεξεργασία και όχι για οριστική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ωστόσο, ακόμη και η πιθανότητα αποδυνάμωσης ή κατάργησης των δεσμευτικών στόχων επηρεάζει ήδη αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα.
Οι επενδύσεις στο ανανεώσιμο υδρογόνο έχουν μακροχρόνιο ορίζοντα απόσβεσης. Για να προχωρήσει ένα έργο, ο παραγωγός χρειάζεται αξιόπιστους αγοραστές και μακροχρόνιες συμβάσεις απορρόφησης, ενώ ο αγοραστής χρειάζεται σαφή εικόνα των υποχρεώσεων και των κινήτρων που θα ισχύουν για τα επόμενα χρόνια. Εάν θεωρεί ότι το κανονιστικό πλαίσιο μπορεί να αλλάξει μετά το 2030 ή το 2035, είναι πιθανό να αναβάλει την υπογραφή μιας σύμβασης, να ζητήσει μικρότερη διάρκειά της ή ευρύτερες ρήτρες εξόδου.
Αυτό επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα χρηματοδότησης. Οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν ενδεικτικές φιλοδοξίες. Χρηματοδοτούν προβλέψιμες ταμειακές ροές, συμβατικά κατοχυρωμένες ποσότητες και εφαρμόσιμες υποχρεώσεις. Χωρίς επαρκώς εξασφαλισμένα μελλοντικά έσοδα, αυξάνεται το κόστος κεφαλαίου και η τελική επενδυτική απόφαση καθυστερεί ή δεν λαμβάνεται καθόλου. Η αβεβαιότητα για τη ζήτηση του αύριο αυξάνει, επομένως, το κόστος της επένδυσης σήμερα.
Δεν μπορούμε ακόμη να ποσοτικοποιήσουμε την επίπτωση που προκαλεί μόνο η δημόσια συζήτηση. Η κατεύθυνση, όμως, είναι σαφής. Το γεγονός ότι 170 εταιρείες απευθύνουν κοινή έκκληση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνει το μέγεθος της ανησυχίας σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας.
Υπάρχει κίνδυνος να καθυστερήσουν ή να επανεξεταστούν έργα ανανεώσιμου υδρογόνου που σχεδιάζονται με βάση την αναμενόμενη μελλοντική ζήτηση; Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα: η απουσία δεσμευμένης ζήτησης, το υψηλό κόστος παραγωγής ή η συνεχής μεταβολή του ρυθμιστικού πλαισίου;
Ναι, ο κίνδυνος είναι πραγματικός, ιδιαίτερα για έργα τα οποία δεν έχουν ακόμη εξασφαλίσει δεσμευτικές συμβάσεις πώλησης ή δεν έχουν φτάσει σε τελική επενδυτική απόφαση. Οι επενδυτές μπορούν να επανεξετάσουν το μέγεθος, το χρονοδιάγραμμα ή ακόμη και τη γεωγραφική τοποθεσία ενός έργου. Παράλληλα, η αβεβαιότητα μπορεί να επιβραδύνει νέες παραγγελίες προς τους Ευρωπαίους κατασκευαστές ηλεκτρολυτών και άλλου εξοπλισμού καθαρής τεχνολογίας.
Δεν πρόκειται για θεωρητικό κίνδυνο. Περισσότερα από 15 δισ. ευρώ έχουν ήδη δεσμευθεί σε εφαρμογές υδρογόνου τελικής χρήσης στην Ευρώπη. Οι σχετικές επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 35% μέσα σε έναν χρόνο και πάνω από 4 GW δυναμικότητας ηλεκτρόλυσης βρίσκονται υπό κατασκευή. Η εφαρμογή των στόχων της RED III έως το 2030 αντιπροσωπεύει επενδυτική ευκαιρία ύψους 50 έως 60 δισ. ευρώ και δυνητική εξοικονόμηση περίπου 30 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως. Αυτή η δυναμική δεν πρέπει να ανακοπεί από μια αιφνίδια αλλαγή πολιτικής.
Το υψηλό κόστος παραγωγής, η ανεπαρκής δεσμευμένη ζήτηση και η ρυθμιστική αστάθεια δεν είναι τρία ανεξάρτητα προβλήματα. Δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο. Το υψηλό κόστος δυσκολεύει τον αγοραστή να δεσμευτεί. Η αβεβαιότητα για τους κανόνες τον οδηγεί σε αναμονή. Και χωρίς συμβάσεις αγοράς δεν πραγματοποιούνται οι επενδύσεις που θα δημιουργούσαν μεγαλύτερη κλίμακα και θα μείωναν το κόστος.
Αν πρέπει να ξεχωρίσω το πιο άμεσο εμπόδιο για τη χρηματοδότηση, αυτό είναι η απουσία αξιόπιστης και μακροχρόνιας ζήτησης σε τιμή που καθιστά το έργο βιώσιμο. Οι δεσμευτικοί στόχοι δημιουργούν αυτή τη ζήτηση, χωρίς όμως να αρκούν από μόνοι τους. Χρειάζονται επίσης ανταγωνιστικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, χαμηλότερα τέλη δικτύου, απλούστερη πιστοποίηση και αδειοδότηση, οικονομικά κίνητρα για τους αγοραστές και οι απαραίτητες υποδομές.
Η απλούστευση είναι απαραίτητη όταν μειώνει το κόστος και επιταχύνει την υλοποίηση. Η κατάργηση των στόχων, όμως, δεν αποτελεί απλούστευση. Αποτελεί αποδυνάμωση του επενδυτικού σήματος και τιμωρεί τις επιχειρήσεις που επένδυσαν πρώτες στηριζόμενες στο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Τι θα σήμαινε μια τέτοια αλλαγή για μια χώρα όπως η Ελλάδα;
Για την Ελλάδα, ένα ισχυρό και σταθερό ευρωπαϊκό πλαίσιο αποτελεί μεγάλη αναπτυξιακή ευκαιρία. Η χώρα μπορεί να συνδέσει το σημαντικό δυναμικό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με πραγματικές παραγωγικές χρήσεις, να παράγει ανανεώσιμο υδρογόνο και παράγωγα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και να αξιοποιήσει τις συνέργειες με τη βιομηχανία, τα διυλιστήρια, τα λιμάνια και τα ναυτιλιακά καύσιμα.
Οι ηλεκτρολύτες μπορούν επίσης να απορροφούν πλεονάζουσα ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, να περιορίζουν τις περικοπές παραγωγής και να προσφέρουν ευελιξία στο ηλεκτρικό σύστημα. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια χώρα που επιδιώκει ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Εάν, όμως, η ευρωπαϊκή ζήτηση γίνει λιγότερο προβλέψιμη, τα ελληνικά έργα θα δυσκολευτούν να εξασφαλίσουν αγοραστές και κεφάλαια. Θα αυξηθεί επίσης ο κίνδυνος οι επενδύσεις να συγκεντρωθούν στα κράτη μέλη που διαθέτουν μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια και μπορούν να προσφέρουν ισχυρότερη εθνική στήριξη. Αυτό θα δημιουργούσε έναν ευρωπαϊκό ανταγωνισμό επιδοτήσεων εις βάρος χωρών με μεγάλο παραγωγικό δυναμικό, όπως η Ελλάδα.
Γι’ αυτό η Ελλάδα έχει σαφές συμφέρον από τη διατήρηση ενός ισχυρού κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου, με δεσμευτική ζήτηση, ισότιμη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, διασυνοριακές υποδομές και μια πραγματικά ενιαία ευρωπαϊκή αγορά υδρογόνου. Το μήνυμα προς την αγορά πρέπει να είναι ξεκάθαρο: η Ευρώπη διατηρεί την πορεία που χάραξε, προστατεύει όσους επένδυσαν πρώτοι και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι επενδύσεις στο ανανεώσιμο υδρογόνο να καταστούν βιώσιμες.
Εάν η Ευρώπη τελικά περάσει από δεσμευτικούς εθνικούς στόχους σε ένα πιο χαλαρό σύστημα ενδεικτικών στόχων, τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να παραμείνει σε τροχιά ανάπτυξης του κλάδου; Ποια εργαλεία, κίνητρα ή εθνικές παρεμβάσεις θεωρείτε απαραίτητες ώστε να συνεχίσουν να προχωρούν οι επενδύσεις και να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών projects;
Εάν η Ευρώπη κινηθεί προς ένα πιο χαλαρό σύστημα ενδεικτικών στόχων, η Ελλάδα θα πρέπει να ενισχύσει την προβλεψιμότητα του δικού της πλαισίου. Το κρίσιμο είναι να γνωρίζει ο επενδυτής ότι θα υπάρχει αγορά για το υδρογόνο που θα παράγει και ο αγοραστής ότι μπορεί να το προμηθεύεται με βιώσιμους οικονομικούς όρους.
Κατά την άποψή μου, πρώτη προτεραιότητα είναι ένα αξιόπιστο εθνικό πρόγραμμα δημιουργίας ζήτησης, με συγκεκριμένα ορόσημα, εξασφαλισμένους πόρους και συνέχεια στον χρόνο. Χρειάζεται να ξεκινήσουμε από εφαρμογές με πραγματικούς καταναλωτές: την αντικατάσταση του συμβατικού υδρογόνου στη βιομηχανία και στα διυλιστήρια, αλλά και την παραγωγή ανανεώσιμων καυσίμων για τη ναυτιλία. Τα έργα που συνδέουν εξαρχής παραγωγή και κατανάλωση έχουν ισχυρότερες προϋποθέσεις χρηματοδότησης.
Δεύτερον, χρειάζονται εργαλεία που θα γεφυρώνουν τη διαφορά κόστους με τις συμβατικές λύσεις. Ανταγωνιστικοί διαγωνισμοί στήριξης, συμβάσεις επί διαφοράς και στοχευμένες εγγυήσεις για μακροχρόνιες συμφωνίες αγοράς μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο και να διευκολύνουν τις τελικές επενδυτικές αποφάσεις. Μια επιδότηση για την κατασκευή της μονάδας έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα εάν δεν συνοδεύεται από βιώσιμες συνθήκες λειτουργίας.
Διαβάστε περισσότερα στο Energygame.gr
