«Βράζει» η αγορά διαχείρισης απορριμμάτων, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί να κλείσει σταδιακά τα ανοιχτά μέτωπα στον σχεδιασμό των υποδομών, με την Αττική να βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων. Μετά από μια μακρά περίοδο στασιμότητας, οι διαδικασίες φαίνεται να αρχίζουν να ξεπαγώνουν, χωρίς ωστόσο να έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί όλες οι κρίσιμες αποφάσεις.
Στο Σχιστό, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι ο υφιστάμενος διαγωνισμός προκρίνεται να κινηθεί πρώτος και αυτοτελώς. Το επόμενο βήμα είναι η επικαιροποίηση του τεχνικού και χρηματοοικονομικού μοντέλου του έργου, ώστε να επανεκτιμηθούν τα κόστη και να διαπιστωθεί εάν παραμένει βιώσιμο με τους όρους που έχουν ήδη εγκριθεί. Εφόσον τα οικονομικά δεδομένα εξακολουθούν να κινούνται εντός του υφιστάμενου πλαισίου, η διαδικασία μπορεί να συνεχιστεί χωρίς νέα απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής. Αν, αντίθετα, προκύψει ανάγκη αλλαγής των βασικών οικονομικών παραμέτρων, τότε θα απαιτηθεί νέα έγκριση, στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται από το θεσμικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Πιο πίσω βρίσκεται το μέτωπο της Φυλής, όπου, σύμφωνα με την ίδια πηγή, εξετάζεται ένας ευρύτερος επανασχεδιασμός. Η κατεύθυνση που φαίνεται να διαμορφώνεται είναι το ένα έργο να συνεχίσει ως έχει και το άλλο να επανασχεδιαστεί, χωρίς όμως να υπάρχει ακόμη επίσημη κοινοποίηση των τελικών αποφάσεων. Στην περίπτωση της Φυλής, το ζητούμενο δεν περιορίζεται σε μια οικονομική αναθεώρηση, αλλά αφορά το ίδιο το τεχνικό αντικείμενο, τη λειτουργία των νέων υποδομών, τη χωροθέτηση και τις περιβαλλοντικές παραμέτρους.
Στο ίδιο πλαίσιο, πηγές αναφέρουν ότι είναι στο τραπέζι σενάρια και για το ΕΜΑΚ Φυλής, χωρίς όμως να υπάρχει κάποια επίσημη απόφαση ή συγκεκριμένο αίτημα που να αποσαφηνίζει την επόμενη ημέρα της εγκατάστασης. Η συνολική εικόνα, πάντως, είναι ότι μετά από μεγάλο διάστημα ακινησίας «κάτι αρχίζει να κινείται», με τις επίσημες αποφάσεις για την Αττική να αναμένονται το επόμενο διάστημα.
Η Αττική συγκεντρώνει το μεγαλύτερο βάρος της πίεσης. Η παραγωγή αποβλήτων παραμένει υψηλή, οι υφιστάμενες υποδομές λειτουργούν στα όριά τους και η καθυστέρηση ωρίμανσης νέων έργων εντείνει την ανησυχία για την επάρκεια του συστήματος. Στην Περιφέρεια παράγονται περίπου 2,2 εκατ. τόνοι απορριμμάτων τον χρόνο, ενώ το 2025 οδηγήθηκαν προς ταφή στη Φυλή περίπου 1,86 εκατ. τόνοι, έναντι 1,82 εκατ. τόνων το 2020. Με τις ποσότητες που καταλήγουν σε ταφή να παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και τις νέες υποδομές να καθυστερούν, η Αττική εξελίσσεται σε μια «βραδυφλεγή βόμβα» για τη διαχείριση των απορριμμάτων, καθώς τα χρονικά περιθώρια στενεύουν και η ανάγκη για νέες μονάδες επεξεργασίας γίνεται ολοένα πιο πιεστική.
Πάντως, το επενδυτικό ενδιαφέρον παραμένει ισχυρό. Ωστόσο, η ελληνική αγορά διαχείρισης απορριμμάτων βρίσκεται σε φάση έντονου μετασχηματισμού, καθώς μεγάλες επιχειρηματικές κινήσεις, εξαγορές και αναδιατάξεις χαρτοφυλακίων επανακαθορίζουν τις ισορροπίες και αλλάζουν τον χάρτη της αγοράς.
Υπενθυμίζεται πως κατά τη διάρκεια της διοίκησης του Γιώργου Πατούλη, ο ΕΔΣΝΑ, ο διαδημοτικός σύνδεσμος της Αττικής προχώρησε στην προκήρυξη διαγωνισμών ΣΔΙΤ για τις βασικές μονάδες διαχείρισης απορριμμάτων, οι οποίοι ωστόσο παραμένουν «παγωμένοι». Μετά από μία χαμένη δεκαετία επί των διοικήσεων Ρ. Δούρου και Γ. Πατούλη φαίνεται πως δρομολογείται τώρα η επανεκκίνηση των διαγωνισμών για την κατασκευή μονάδας επεξεργασίας απορριμμάτων στο Σχιστό μέσω ΣΔΙΤ, καθώς και για τη μονάδα στη Φυλή. Ο διαγωνισμός για τον Σχιστό βρίσκεται σε πιο προχωρημένο στάδιο, καθώς έχει ήδη χωροθετηθεί η μονάδα. Τους δύο διαγωνισμούς ΣΔΙΤ για «Κεντρικό Τομέα» και «Πειραιά», εκτιμώμενου ύψους κοντά στα 761 εκατ. ευρώ, διεκδίκησαν τότε οι κοινοπραξίες ΕΛΛΑΚΤΩΡ – ΗΛΕΚΤΩΡ, ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή – ΤΙΤΑΝ, Μυτιληναίος – Μεσόγειος, Motor Oil – ΑΒΑΞ – Θαλής και Intrakat – Watt. Τα κοινοπρακτικά σχήματα θα διαφοροποιηθούν, αφού στα χρόνια που μεσολάβησαν έχουν υπάρξει ανατροπές στον κλάδο της διαχείρισης απορριμμάτων.
Η αγορά διαχείρισης απορριμμάτων κινείται επίσης σε καθεστώς αναμονής, με δύο ακόμα εκκρεμότητες να κρατούν ανοιχτό τον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας: την επικαιροποίηση του Περιφερειακού Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) και τις οριστικές κυβερνητικές αποφάσεις για την ενεργειακή αξιοποίηση των απορριμμάτων. Πρόκειται για δύο μέτωπα που συνδέονται άμεσα τόσο με τη χωροθέτηση και την ωρίμανση νέων υποδομών όσο και με τη δυνατότητα χρηματοδότησης των έργων που θα κληθούν να αλλάξουν το σημερινό μοντέλο διαχείρισης.
Στο πεδίο των ΠΕΣΔΑ, οι καθυστερήσεις στην αναθεώρησή τους λειτουργούν ήδη ως βασικός ανασταλτικός παράγοντας για την εξέλιξη κρίσιμων επενδύσεων. Η απουσία επικαιροποιημένου σχεδιασμού «παγώνει» τόσο την αναβάθμιση υφιστάμενων μονάδων επεξεργασίας όσο και την ανάπτυξη νέων εγκαταστάσεων, μεταθέτοντας διαρκώς τα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης. Την ίδια στιγμή, το κενό αυτό αποκτά και σαφείς χρηματοδοτικές διαστάσεις: χωρίς εγκεκριμένα και σύγχρονα περιφερειακά σχέδια, η αποδέσμευση ευρωπαϊκών πόρων καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής, στερώντας από την αγορά πολύτιμη ρευστότητα και από τα έργα την αναγκαία επενδυτική ώθηση.
Η επικαιροποίηση των ΠΕΣΔΑ είναι κρίσιμη, καθώς συνδέεται άμεσα με το κόστος χρηματοδότησης και τις απαιτήσεις ανακύκλωσης που τίθενται για τις νέες εγκαταστάσεις. Όταν ολοκληρωθούν τα περιφερειακά σχέδια, θα πρέπει το ΥΠΕΝ να έρθει «καθίσει στο τραπέζι» με τους αναδόχους των έργων ΣΔΙΤ και να αναθεωρήσουν τις συμβάσεις, ώστε να λύσει την εξίσωση για τη χρηματοδότηση των έργων αναβάθμισης. Οι τελικές επιλογές θα αποτυπωθούν στο υπό αναθεώρηση ΠΕΣΔΑ Αττικής, το οποίο θα πρέπει να καθορίσει τις αναγκαίες υποδομές, τις δυναμικότητες, τα ρεύματα αποβλήτων που θα επεξεργάζεται κάθε μονάδα και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.
Ενεργειακή αξιοποίηση
Στάσιμα νερά επικρατούν γύρω και από την ενεργειακή αξιοποίηση των απορριμμάτων, ένα σχέδιο που η κυβέρνηση έχει τοποθετήσει εδώ και χρόνια στον πυρήνα της προσπάθειας περιορισμού της ταφής, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχει περάσει από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση. Η συζήτηση έχει ουσιαστικά ανοίξει από το 2019, όταν παρουσιάστηκε η πολιτική κατεύθυνση για την αξιοποίηση του υπολειμματικού κλάσματος των αποβλήτων, ωστόσο επτά χρόνια αργότερα εξακολουθούν να παραμένουν ανοιχτές βασικές παράμετροι του εγχειρήματος. Η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία τέθηκε σε διαβούλευση τον Αύγουστο του 2025 και προβλέπει δίκτυο έξι μονάδων σε τέσσερις διαχειριστικές ενότητες, δεν έχει ακόμη οδηγήσει στην οριστικοποίηση του μοντέλου. Μάλιστα, το ΥΠΕΝ έστελνε το μήνυμα ότι η ΣΜΠΕ βρισκόταν στην «τελική ευθεία», έχοντας ενσωματώσει σημαντικό μέρος των παρατηρήσεων της αγοράς, ωστόσο οι τελικές αποφάσεις εξακολουθούν να εκκρεμούν.
Η μονάδα που προβλέπει ο αρχικός σχεδιασμός για την Αττική, έχει εκτιμώμενη δυναμικότητα 356.000 τόνων τον χρόνο. Η περιφέρεια συγκεντρώνει την πλειοψηφία των παραγόμενων αποβλήτων της χώρας και η μονάδα αυτή αναλαμβάνει κομβικό ρόλο στη διαχείριση του λεκανοπεδίου. Η χωροθέτηση δεν έχει καθοριστεί ακόμα αν θα είναι σε κεντρική ή δυτική περιοχή της Αττικής, ωστόσο η ανάγκη για άμεση διαχείριση των υπολειμμάτων και παραγωγή SRF υψηλής ποιότητας καθιστά την υλοποίησή της απολύτως απαραίτητη.
Ωστόσο, η αρχιτεκτονική του σχεδίου βρίσκεται υπό επανεξέταση. Στο τραπέζι έχει μπει η πιθανότητα επαναδιαστασιολόγησης των μονάδων, καθώς όσο αυξάνονται οι στόχοι ανακύκλωσης τόσο μειώνονται οι ποσότητες των υπολειμματικών αποβλήτων που θα μπορούν να κατευθυνθούν προς ενεργειακή αξιοποίηση. Η αρχική πρόβλεψη της ΣΜΠΕ αφορά συνολική δυναμικότητα περίπου 1,18 εκατ. τόνων ετησίως, όμως οι επιφυλάξεις για το ενδεχόμενο υπερδιαστασιολόγησης παραμένουν ισχυρές, καθώς μεγαλύτερες μονάδες θα χρειάζονταν εγγυημένες ποσότητες αποβλήτων για να είναι οικονομικά βιώσιμες, δημιουργώντας τον κίνδυνο μακροχρόνιου «κλειδώματος» ποσοτήτων εις βάρος της ανακύκλωσης.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr
