Η μεταβίβαση των δικαιωμάτων λειτουργίας των Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο από την οικογένεια Μαρινόπουλου στον κουβεϊτιανό όμιλο Alshaya αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά πορεία συρρίκνωσης του επιχειρηματικού αποτυπώματος, του ομίλου που για δεκαετίες υπήρξε μία από τις ισχυρότερες δυνάμεις του ελληνικού λιανεμπορίου. Με την κίνηση αυτή, η οικογένεια χάνει έναν ακόμη ιστορικό βραχίονα δραστηριότητας, καθώς η διοίκηση των Starbucks περνά πλέον εξ ολοκλήρου στα χέρια του νέου ιδιοκτήτη και διαχειριστή του σήματος της αμερικανικής αλυσίδας καφέ.
Η παρουσία των Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο ξεκίνησε το 2002, σε μια περίοδο κατά την οποία το όνομα Μαρινόπουλος αποτελούσε συνώνυμο της επιχειρηματικής ισχύος. Το πρώτο κατάστημα στην πλατεία Κοραή, στο κέντρο της Αθήνας, σηματοδότησε την είσοδο ενός παγκόσμιου brand στην εγχώρια αγορά καφέ, με την υπογραφή του Πάνου Μαρινόπουλου, του γνωστού «Πανάρα», ο οποίος έφυγε από τη ζωή τον Νοέμβριο του 2025. Το δίκτυο έφτασε κάποια στιγμή τα περίπου 70 σημεία πανελλαδικά, ενώ σήμερα αριθμεί 30 καταστήματα στην Ελλάδα και 18 στην Κύπρο, με περίπου 500 εργαζόμενους συνολικά. Ωστόσο, πίσω από τη διατήρηση του brand στην αγορά, η οικονομική εικόνα της επιχείρησης είχε επιβαρυνθεί σημαντικά. Είναι ενδεικτικό ότι στο τέλος του 2024 οι συσσωρευμένες ζημιές είχαν φτάσει τα 75 εκατ. ευρώ, στοιχείο που καταδεικνύει ότι η αλλαγή σκυτάλης δεν πρόκειται για αιφνίδια εξέλιξη.
Η υπόθεση Starbucks, όμως, είναι μόνο ένα κομμάτι του ευρύτερου παζλ. Ήδη από τα προηγούμενα χρόνια, η οικογένεια Μαρινόπουλου είχε αρχίσει να χάνει σταδιακά τον έλεγχο ή την επιρροή της σε δραστηριότητες που κάποτε θεωρούνταν εμβληματικές. Μία από αυτές ήταν η Marks & Spencer στην Ελλάδα. Η συνεργασία με τη βρετανική αλυσίδα ξεκίνησε το 1990, όταν ο ελληνικός όμιλος είχε αναλάβει τα αποκλειστικά δικαιώματα λειτουργίας όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για άλλες αγορές της περιοχής, όπως η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Σερβία, η Κροατία, η Σλοβενία, αλλά και η Ελβετία. Ωστόσο, το 2017 η βρετανική Marks & Spencer Plc ανέλαβε ουσιαστικά το τιμόνι της ελληνικής θυγατρικής. Η σημερινή εικόνα της ελληνικής εταιρείας, με τζίρο 71,65 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη 2,05 εκατ. ευρώ στη χρήση 2024-2025, απέχει αισθητά από τη ζημιογόνο περίοδο της εποχής Μαρινόπουλου.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική της αποδυνάμωσης του ομίλου υπήρξε η περίπτωση της Famar, της φαρμακοβιομηχανίας της οικογένειας. Η πρώτη προσπάθεια πώλησής της έγινε ήδη από το 2015, όταν η οικογένεια αναζήτησε επενδυτή με στόχο είτε την πλήρη πώληση είτε τη μερική αποεπένδυση. Ο σχεδιασμός ήταν τα κεφάλαια που θα αντλούνταν να στηρίξουν την αλυσίδα σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος, η οποία τότε έδειχνε να βυθίζεται σε όλο και μεγαλύτερη κρίση. Παρά το ενδιαφέρον τριών διεθνών παικτών και παρά το γεγονός ότι το enterprise value της Famar ξεπερνούσε τα 450 εκατ. ευρώ, η συμφωνία δεν προχώρησε, καθώς η οικογένεια έκρινε το τίμημα χαμηλό. Αυτή η απόφαση, εκ των υστέρων, αποδείχθηκε κομβική.
Το 2017, η κατάσταση είχε πλέον γίνει μη αναστρέψιμη και η Famar πέρασε στα χέρια των τραπεζών. Ακολούθησαν αναδιαρθρώσεις, νέα χρηματοδότηση, είσοδος της Pillarstone και της KKR, και στη συνέχεια μια ακολουθία από deals που κατέληξαν, τον Ιούλιο του 2024, στο πέρασμα του πλειοψηφικού πακέτου στη MidEuropa. Έτσι, ένα ακόμη αξιόλογο επιχειρηματικό περιουσιακό στοιχείο της οικογένειας απομακρύνθηκε οριστικά από τον έλεγχό της, αφού προηγουμένως χρησιμοποιήθηκε ως τελευταίο πιθανό σωσίβιο για τη διάσωση του βασικού κορμού του ομίλου.
Ο βασικός αυτός κορμός δεν ήταν άλλος από την αλυσίδα σούπερ μάρκετ Μαρινόπουλος. Από το πρώτο κατάστημα Self Service Μαρινόπουλος που άνοιξε το 1961 στο Κολωνάκι, η οικογένεια έχτισε έναν κολοσσό που καθόρισε τη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού οργανωμένου λιανεμπορίου. Η κατάρρευση, ωστόσο, ήταν εκκωφαντική. Από τα μέσα του 2015 είχαν αρχίσει να γίνονται ορατά σοβαρά προβλήματα στις πληρωμές προμηθευτών, με αποτέλεσμα να διαταραχθεί ο ανεφοδιασμός των καταστημάτων. Μέχρι τα τέλη Αυγούστου εκείνης της χρονιάς οι ελλείψεις προϊόντων ήταν πλέον εκτεταμένες, ενώ οι επιταγές παρέμεναν ακάλυπτες. Τον Ιούνιο του 2016 οι αξιώσεις των πιστωτών είχαν φτάσει σχεδόν τα 1,49 δισ. ευρώ. Η υπαγωγή στο άρθρο 99 και η προσωρινή δικαστική προστασία ήταν η ύστατη προσπάθεια αποφυγής της άτακτης πτώχευσης. Τελικά, η σωτηρία ήρθε μέσω της εξαγοράς από τον όμιλο Σκλαβενίτη, ο οποίος απορρόφησε το δίκτυο και έκλεισε οριστικά ένα από τα πιο πολυτάραχα επιχειρηματικά κεφάλαια της ελληνικής αγοράς.
Στο μεταξύ, είχαν προηγηθεί και άλλες υποχωρήσεις. Το 2012 η οικογένεια αποχώρησε από τη λιανική καλλυντικών, παραχωρώντας το 50% που κατείχε στη Sephora, στη μητρική εταιρεία του ομίλου LVMH. Δύο χρόνια νωρίτερα, το 2010, είχε μπει τέλος και στην παρουσία της Fnac στην Ελλάδα, όπου ο όμιλος Μαρινόπουλου συμμετείχε με ποσοστό 49%. Η αποχώρηση της γαλλικής αλυσίδας από την ελληνική αγορά ήρθε υπό το βάρος των σωρευμένων ζημιών, με τη μητρική να αναστέλλει ουσιαστικά τη δραστηριότητα πριν καν συμπληρωθούν πέντε χρόνια παρουσίας.
Σήμερα, το μόνο ενεργό αποτύπωμα που απομένει είναι η Κάκτος Σύμβουλοι Επιχειρήσεων, μέσω της οποίας διαχειρίζεται το franchise της Gap στην Ελλάδα έως το 2028. Αλλά και εκεί η εικόνα παραμένει εύθραυστη. Από το 2022 η εταιρεία βρίσκεται σε καθεστώς εξυγίανσης, με διαγραφή περίπου του 95% των υποχρεώσεών της. Παρά τη μερική ανάσα που έδωσε αυτή η ρύθμιση, τα οικονομικά στοιχεία του 2024 δείχνουν ότι η προσπάθεια επανεκκίνησης συνεχίζεται υπό πίεση: πωλήσεις 11,48 εκατ. ευρώ και καθαρές ζημιές 1,045 εκατ. ευρώ.
Αναδημοσίευση από Απογευματινή