Δύο και πλέον χρόνια μετά την είσοδο του fund SMERemediumCap του Νίκου Καραμούζη στην ΕΨΑ, αποκτώντας αρχικά το ποσοστό της ιδρυτικής οικογένειας Τσαούτου και αργότερα εκείνο της οικογένειας Σεπετά της Ηπειρωτικής Βιομηχανίας Εμφιαλώσεων (Βίκος), το εγχείρημα της ανάτασης της ιστορικής βιομηχανίας αναψυκτικών παραμένει ανοιχτό. Παρά τις διαδοχικές κεφαλαιακές ενισχύσεις που αγγίζουν συνολικά τα 13 εκατομμύρια ευρώ, τις διαδοχικές αλλαγές στελεχών και το αφήγημα περί επανεκκίνησης, στην αγορά κάνουν λόγο για μια εταιρεία που δεν έχει ακόμη βρει σταθερό βηματισμό, ούτε σε επίπεδο εμπορικής στρατηγικής ούτε σε επίπεδο λειτουργικής πορείας.
Υπενθυμίζουμε ότι τον Ιούνιο του 2025 αποχώρησε ο έως τότε διευθύνων σύμβουλος, Τάκης Πέρκιζας, ο οποίος ήταν το νέο πρόσωπο της διοίκησης στην επόμενη μέρα της ιδιοκτησίας του fund από το 2023 και ύστερα, καθώς θεωρήθηκε εν μέρει υπεύθυνος για την πορεία της εταιρείας. Για να αντικατασταθεί από τον Βαγγέλη Καλαμπόκα, έναν άνθρωπο με πρότερη θητεία σε θέσεις ευθύνης στην πολυεθνική αλκοολούχων Diageo αλλά και στην εταιρεία West που διατηρεί δραστηριότητα στους τομείς μάρκετινγκ και πωλήσεων.
Το βασικό συμπέρασμα που μεταφέρουν πηγές της αγοράς στο Powergame.gr, είναι ότι η ΕΨΑ φέρεται να αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως χρηματοοικονομικό asset και λιγότερο ως brand με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ισχυρή ταυτότητα και συναισθηματικό αποτύπωμα στην αγορά. Ταυτόχρονα, εν αντιθέσει με άλλες συμμετοχές του fund όπως για παράδειγμα η εταιρεία Arosis, με έδρα την Καστοριά όπου διατηρήθηκε στη διοίκηση ο πρώην βασικός μέτοχος, Τρύφων Φωτιάδης, αλλά και στην περίπτωση της Organic 3S που ειδικεύεται στις μπάρες δημητριακών και συναφών προϊόντων, όπου επίσης διευθύνων σύμβουλος παραμένει ο εκ των ιδρυτών της Ανδρέας Σιούτης, στην ΕΨΑ δεν συνέβη κάτι αντίστοιχο. Κατά τις ίδιες πηγές, αυτή ακριβώς η προσέγγιση φέρεται να κόστισε ακριβά καθώς φέρεται να είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια τεχνογνωσίας που διατηρούσε το προϋπάρχον σχήμα, ενώ αποδυναμώθηκαν κρίσιμες σχέσεις με την αγορά και δεν διατηρήθηκε η «ψυχή» ενός brand που επί δεκαετίες στηριζόταν όχι μόνο στο προϊόν, αλλά και στους ανθρώπους που το υπηρέτησαν.
Παραμένουν οι υψηλές ζημίες
Χαρακτηριστικό της πορείας που είχε η εταιρεία από τη στιγμή που το fund απέκτησε την πλειοψηφία με περίπου 80% των μετοχών, είναι ότι η ΕΨΑ ενώ το 2023 υπό την προηγούμενη ιδιοκτησία των οικογενειών Τσαούτου, Σεπετά, Μοσχαχλαϊδή, είχε τζίρο 13,79 εκατομμύρια ευρώ το 2023 και 10,7 εκατομμύρια το 2022 με ζημίες 1,3 και 1,67 εκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα, τα δεδομένα υπό το νέο σχήμα επιδεινώθηκαν. Έτσι, το 2024 οι ζημιές εκτοξεύθηκαν στα 4,44 εκατομμύρια ευρώ με τζίρο 12,87 εκατομμύρια ευρώ και το 2025 υπολογίζεται ότι οι ζημίες κινήθηκαν εκ νέου σε υψηλά επίπεδα προσεγγίζοντας τα επίπεδα των 3 εκατομμυρίων ευρώ, με τζίρο σχεδόν αντίστοιχο με το 2024. Πρακτικά λοιπόν, μία εταιρεία που καλούνταν να κινηθεί σε κατεύθυνση ανάκαμψης και ανάπτυξης με το νέο ιδιοκτησιακό σχήμα, κάνοντας το turnaround, όχι μόνο αυτό δεν συνέβη, αλλά η χρηματοοικονομική – και όχι μόνο – εικόνα της εκ του αποτελέσματος επιβαρύνθηκε.
Αποδυνάμωση της εταιρείας στο χονδρεμπόριο
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η νέα διοικητική φάση της ΕΨΑ σημαδεύτηκε από σειρά επιχειρησιακών παραλείψεων. Μεταξύ αυτών διαρκείς αλλαγές προσώπων και στρατηγικών στην εμπορική πολιτική, ασταθείς σχέσεις με το χονδρεμπόριο – δύναμη πυρός της εταιρείας τα προηγούμενα χρόνια – και αποφάσεις που αποδυνάμωσαν το επιστρεφόμενο μπουκάλι, έναν από τους παραδοσιακούς πυλώνες της παρουσίας της εταιρείας στον κλάδο εστίασης – ξενοδοχείων (HoReCa). Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις συχνές αλλαγές πολιτικής προς τους συνεργάτες, που, όπως λέγεται, απομάκρυναν διανομείς και χονδρεμπόρους από ένα brand που παλαιότερα διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς με την αγορά.
Η υποβάθμιση των εξαγωγών
Προβληματισμός υφίσταται και για τις εξαγωγές. Παρά το γεγονός ότι στο προηγούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώςθεωρούνταν μοχλός ανάπτυξης με συμμετοχή περίπου 20% στο τζίρο, άνθρωποι της αγοράς υποστηρίζουν ότι στην πράξη υποβαθμίστηκαν για σημαντικό διάστημα, με αποτέλεσμα να χαθούν ρυθμός και θέσεις σε αγορές που είχαν χτιστεί τα προηγούμενα χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι απώλειες σε χώρες του Κόλπου και γενικότερα αδυναμία να διατηρηθεί η προϋπάρχουσα δυναμική εκτός συνόρων, σε μια περίοδο όπου η διεθνής παρουσία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως βαλβίδα απορρόφησης των πιέσεων της εγχώριας αγοράς.
Ζητήματα θεωρείται ότι υφίστανται και στην ιεράρχηση των επενδύσεων. Από την αγορά θεωρείται έγιναν παρεμβάσεις σε παραγωγή και αποθήκευση, χωρίς όμως να έχει προηγηθεί η αναγκαία προσαρμογή στο πραγματικό οικονομικό μέγεθος της εταιρείας. Για παράδειγμα, η εταιρεία προχώρησε στη δημιουργία νέων αποθηκών στη ΒΙΠΕ Βόλου, μεταφέροντας τις αποθήκες της από τις εγκαταστάσεις της Αγριάς. Εν τέλει όμως θεωρείται ότι ήταν κάτι που επιβάρυνε την εταιρεία καθότι το κόστος μεταφοράς ήταν μεγαλύτερο και τα μεγέθη της εταιρείας σε επίπεδο τζίρου σε σχέση με την ανάπτυξη που αναμενόταν ότι αυτή θα είχε όταν έγινε η εξαγορά από το fund του Νίκου Καραμούζη. Το αποτέλεσμα, κατά τις ίδιες πηγές, ήταν να αυξηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις το λειτουργικό βάρος αντί να περιοριστεί.
Την ίδια ώρα, το νέο σχήμα, λάνσαρε και νέο προϊόν, την ΕΨΑ Pink Grapefruit & Lemon Zero, χωρίς ζάχαρη, η οποία έως τώρα τουλάχιστον δεν έχει καταγράψει τον αναμενόμενο βηματισμό στην αγορά.
Η ουσία είναι πως η ΕΨΑ παραμένει ένα brand με ισχυρό αποτύπωμα, αλλά η μετάβαση στη νέα εποχή αποδεικνύεται δυσχερέστερη απ’ όσο αρχικά είχε παρουσιαστεί. Και αυτό που σήμερα συζητείται πιο έντονα στην αγορά δεν είναι πλέον το ύψος των επενδύσεων ή οι προθέσεις των μετόχων, αλλά αν η εταιρεία μπορεί ακόμη να ξαναβρεί το νήμα που τη συνέδεε με το προϊόν, τους ανθρώπους της και το δίκτυό της.
Καταλήγοντας, αναφέρουμε ότι το fund SMERemediumCap μπήκε στην ΕΨΑ το 2023 μέσω της Αγριά Εμπορική, ενώ το 2024 η νέα διοίκηση μιλούσε για πλάνο ενίσχυσης της διανομής, 30 νέες συνεργασίες και επενδύσεις άνω των 5 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων επενδύσεων οι περισσότερες υλοποιήθηκαν με επιμέρους κινήσεις βελτίωσης της παραγωγής στο εργοστάσιο, δημιουργία της νέας αποθήκης στη ΒΙΠΕ Βόλου, προσθήκη νέου βιολογικού καθαρισμού. Αλλά και διαδοχικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που όπως προείπαμε αγγίζουν τα 13 εκατομμύρια ευρώ, με σκοπό να στηρίξουν τη ρευστότητα της επιχείρησης.