Η Deutsche Telekom εξετάζει ένα φιλόδοξο σχέδιο πλήρους ενοποίησης με τη θυγατρική της στις ΗΠΑ, T-Mobile, σε μια κίνηση που θα μπορούσε να οδηγήσει στη μεγαλύτερη δημόσια συμφωνία συγχωνεύσεων και εξαγορών που έχει καταγραφεί ποτέ παγκοσμίως, σύμφωνα με το Bloomberg.
Ο γερμανικός όμιλος κατέχει ήδη περίπου το 53% της T-Mobile και, σύμφωνα με πληροφορίες, μελετά τη δημιουργία μιας νέας εταιρείας holding, η οποία θα υποβάλει δημόσια πρόταση ανταλλαγής μετοχών τόσο προς τους μετόχους της Deutsche Telekom όσο και της T-Mobile.
Το σχήμα αυτό θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός ενιαίου εταιρικού ομίλου, ο οποίος θα ελέγχει πλήρως τις δραστηριότητες και των δύο εταιρειών, με κοινή μετοχική βάση από τους σημερινούς επενδυτές τους.
Το ενδεχόμενο αυτό συνοδεύεται από σχέδια διπλής εισαγωγής του νέου ομίλου, τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και σε μεγάλο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο, αν και οι λεπτομέρειες παραμένουν υπό διαμόρφωση. Οι συζητήσεις βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι θα προχωρήσουν, καθώς παρόμοια σενάρια έχουν εξεταστεί κατά καιρούς στο παρελθόν χωρίς να υλοποιηθούν.
Η λογική πίσω από την κίνηση είναι κυρίως χρηματοοικονομική. Η Deutsche Telekom διαπραγματεύεται με σημαντικό discount σε σχέση με την T-Mobile, παρά το γεγονός ότι η αμερικανική εταιρεία παράγει το μεγαλύτερο μέρος των κερδών του ομίλου.
Μια πλήρης ενοποίηση θα μπορούσε να εξαλείψει αυτή τη διαφορά αποτίμησης και να ενισχύσει το μέγεθος και τη διαπραγματευτική ισχύ του νέου σχήματος για μελλοντικές εξαγορές.
Προς το μεγαλύτερο πάροχο κινητής παγκοσμίως
Σε περίπτωση ολοκλήρωσης, ο ενιαίος όμιλος θα ξεπερνούσε σε χρηματιστηριακή αξία την China Mobile, η οποία αποτιμάται περίπου στα 235 δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας τον τον μεγαλύτερο πάροχο κινητής τηλεφωνίας παγκοσμίως.
Σήμερα, η T-Mobile αποτιμάται περίπου στα 217 δισ. δολάρια, έχοντας υποχωρήσει κατά περίπου 22% τον τελευταίο χρόνο, ενώ η Deutsche Telekom έχει καταγράψει πτώση 10% στη Φρανκφούρτη, με κεφαλαιοποίηση γύρω στα 141 δισ. ευρώ (166 δισ. δολάρια).
Ωστόσο, τα εμπόδια για μια τέτοια συμφωνία είναι σημαντικά και κυρίως πολιτικά. Η γερμανική κυβέρνηση, μαζί με την κρατική τράπεζα KfW, κατέχουν περίπου το 28% της Deutsche Telekom, γεγονός που τους δίνει καθοριστικό ρόλο σε οποιαδήποτε απόφαση. Μια πλήρης συγχώνευση θα μπορούσε να μειώσει την επιρροή τους στο νέο σχήμα, κάτι που ενδέχεται να προκαλέσει αντιδράσεις στο Βερολίνο.
Παράλληλα, θα απαιτηθεί και έγκριση από τις αμερικανικές αρχές, ενώ οι δύο πλευρές πιθανότατα θα χρειαστεί να δεσμευτούν για διατήρηση ισχυρής παρουσίας στη Γερμανία και για επενδύσεις στις ΗΠΑ. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι επενδυτές θα προτιμήσουν έναν ενιαίο πολυεθνικό κολοσσό έναντι δύο ξεχωριστών εταιρειών με σαφή γεωγραφικό προσανατολισμό.
Μοντέλα προηγούμενων διασυνοριακών συγχωνεύσεων
Το πιθανό εταιρικό σχήμα φαίνεται να ακολουθεί μοντέλα προηγούμενων διασυνοριακών συγχωνεύσεων, όπως αυτή της Praxair με τη Linde, όπου δημιουργήθηκε νέα holding σε «ουδέτερη» ευρωπαϊκή δικαιοδοσία — όπως η Ιρλανδία — προκειμένου να γεφυρωθούν νομικές και πολιτικές διαφορές.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Telekom Tim Hoettges έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η αυστηρή ευρωπαϊκή ρύθμιση περιορίζει την ανάπτυξη υποδομών και την αποτίμηση των εταιρειών, σε αντίθεση με τη δυναμική αγορά των ΗΠΑ. Δεν είναι τυχαίο ότι η αξία του ομίλου στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αμερικανική του δραστηριότητα.
Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επεξεργάζεται νέους κανόνες για συγχωνεύσεις που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη δημιουργία «ευρωπαϊκών πρωταθλητών» ικανών να ανταγωνιστούν αμερικανικούς και κινεζικούς κολοσσούς, ενώ ολοένα και περισσότερες ευρωπαϊκές εταιρείες στρέφονται προς τις ΗΠΑ αναζητώντας υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Στο επιχειρησιακό επίπεδο, η Deutsche Telekom έχει ήδη ενισχύσει τον έλεγχο της στην T-Mobile. Ο πρώην επικεφαλής της δραστηριότητας στη Γερμανία, Σρίνι Γκοπάλαν, ανέλαβε διευθύνων σύμβουλος της T-Mobile τον Νοέμβριο, έχοντας προηγουμένως μετακινηθεί ως chief operating officer τον Μάρτιο του προηγούμενου έτους — μια κίνηση που ερμηνεύεται ως προετοιμασία για στενότερη ενοποίηση.
Παρά τις διαψεύσεις και την απουσία επίσημων σχολίων, η κατεύθυνση είναι σαφής: η Deutsche Telekom αναζητά τρόπους να εδραιώσει ακόμη περισσότερο τον έλεγχο της στην πιο πολύτιμη θυγατρική της και να μετασχηματιστεί σε έναν ενιαίο, παγκόσμιο τηλεπικοινωνιακό παίκτη. Το αν θα καταφέρει να ξεπεράσει τα πολιτικά και ρυθμιστικά εμπόδια θα καθορίσει και το μέλλον μιας από τις πιο φιλόδοξες κινήσεις στον κλάδο.