Η σχέση της Εύας Δουζίνα με την Ελλάδα περιγράφεται από την ίδια ως άρρηκτη. Όπως λέει η ίδια, μιλώντας στο powergame.gr, η οικογένειά της κατάγεται από τον Πόρο «εδώ και εκατοντάδες χρόνια», ενώ η Ελλάδα υπήρξε κομμάτι της ζωής της από τότε που γεννήθηκε. Αν και η επαγγελματική της διαδρομή ξεκίνησε μακριά από τον χώρο του περιβάλλοντος, η επιστροφή της στον τόπο καταγωγής της στάθηκε η αφορμή για να εμπλακεί σε μία από τις πιο έντονες περιβαλλοντικές αντιπαραθέσεις των τελευταίων ετών: το μέλλον των ιχθυοκαλλιεργειών στην Ελλάδα.
H ίδια ξετυλίγει τη διαδρομή και πώς από την επιχειρηματικότητα στην τεχνολογία και τη ναυτιλία, με πολυετή παρουσία στην Αμερική, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή ενός αγώνα που, όπως υποστηρίζει, δεν αφορά μόνο τον Πόρο, αλλά ολόκληρη την ελληνική ακτογραμμή.
Η επαγγελματική της πορεία ξεκίνησε στη Βοστώνη, όπου μαζί με τον πρώην σύζυγό της ίδρυσαν από το διαμέρισμά τους μια εταιρεία λογισμικού για τη ναυτιλιακή βιομηχανία. Η εταιρεία παρείχε λύσεις για την εμπορική διαχείριση των ναυτιλιακών δραστηριοτήτων, από τα ναυλοσύμφωνα έως την παρακολούθηση κερδών και ζημιών. Από μια μικρή ομάδα δύο ανθρώπων και ενός υπαλλήλου, εξελίχθηκε σε έναν οργανισμό με περισσότερους από 500 εργαζομένους διεθνώς. Το 2017, η πλειοψηφία της εταιρείας πωλήθηκε σε private equity fund, γεγονός που της έδωσε, όπως λέει, τη δυνατότητα να στραφεί σε κάτι που θεωρούσε βαθιά προσωπικό, την προσφορά στην Ελλάδα και ειδικά στον Πόρο.
Περίπου οκτώ χρόνια πριν, ίδρυσε στον Πόρο έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό με αντικείμενο το περιβάλλον, τον πολιτισμό και την εκπαίδευση. Συνιδρύτριά της ήταν η ξαδέλφη της, η οποία στη συνέχεια συμμετείχε σε επιτροπή για τη διάσωση του Πόρου, που είχε συγκροτηθεί από τον δήμαρχο του νησιού. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η Δουζίνα ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το σχέδιο επέκτασης των βιομηχανικών ιχθυοκαλλιεργειών στον Πόρο που ειχε εκπονήσει η Avramar, o μεγαλύτερος παίκτης σήμερα στο κλάδο.
«Αρχικά πίστευα ότι οι ιχθυοκαλλιέργειες αποτελούν λύση στην υπεραλίευση»
Όπως αναφέρει, το σχέδιο προέβλεπε την κάλυψη έως και του 25% της ακτογραμμής του νησιού από δραστηριότητες ιχθυοκαλλιέργειας. Ο δήμαρχος και κάτοικοι του Πόρου αντιδρούσαν επί περίπου 15 χρόνια, καθώς το σχετικό θεσμικό πλαίσιο είχε τεθεί ήδη από το 2011. Η ίδια παραδέχεται ότι αρχικά δεν είχε διαμορφωμένη αρνητική άποψη για τις ιχθυοκαλλιέργειες. Αντιθέτως, πίστευε ότι αποτελούν μια βιώσιμη λύση για τον περιορισμό της υπεραλίευσης.
«Δεν ήξερα ότι η ιχθυοκαλλιέργεια μπορεί να είναι τόσο μη βιώσιμη. Πίστευα ότι υπάρχει για να σταματήσει η υπεραλίευση», λέει. Αυτό που άλλαξε την οπτική της, όπως εξηγεί, ήταν η έρευνα. Την περίοδο εκείνη είχε αναλάβει και την οικογενειακή δραστηριότητα από την πλευρά της μητέρας της, το Rauch Foundation, έναν οργανισμό με μακρά παράδοση στον ερευνητικό τομέα. Ζήτησε, λοιπόν, από την ερευνητική ομάδα του ιδρύματος να εξετάσει τι ακριβώς σημαίνει το σχέδιο επέκτασης των μονάδων υδατοκαλλιέργειας για τον Πόρο.
Όσο προχωρούσε η έρευνα, τόσο μεγάλωνε η ανησυχία της. Η ίδια περιγράφει ότι σοκαρίστηκε «από το πώς μια τέτοια δραστηριότητα μπορεί να παρουσιάζεται ως βιώσιμη. Στις περιοχές όπου λειτουργούν οι μονάδες προκαλείται σοβαρή περιβαλλοντική επιβάρυνση», ενώ αναφέρεται και σε δύτες, πρώην εργαζόμενους σε ιχθυοκαλλιέργειες, οι οποίοι κατέγραψαν εικόνες από τον βυθό και εγκατέλειψαν τη δουλειά τους λόγω της καταστροφής που είδαν.
Η υπόθεση του Πόρου, σύμφωνα με την ίδια, είχε τελικά θετική έκβαση για το νησί. Όπως αναφέρει, οι επιτροπές ψήφισαν ομόφωνα να μη συνεχιστεί η χωροθέτηση οργανωμένης ζώνης υδατοκαλλιέργειας (ΠΟΑΥ) για τον Πόρο, με αποτέλεσμα το νησί, όπως λέει, να είναι πλέον ασφαλές από το συγκεκριμένο σχέδιο. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια δεν σταμάτησε εκεί. «Ο Πόρος ήταν απλώς το μέρος όπου έμαθα τι συμβαίνει», τονίζει, εξηγώντας ότι θεωρεί το ζήτημα πολύ ευρύτερο και κρίσιμο για όλη την Ελλάδα.
Σήμερα συμμετέχει στην Aktaia Alliance, μια συμμαχία περισσότερων από 20 κοινοτήτων σε όλη τη χώρα για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, οι οποίες, όπως αναφέρει, αντιπροσωπεύουν περιοχές όπου βρίσκεται περίπου το 90% της ελληνικής παραγωγής ιχθυοκαλλιεργειών. Η συμμαχία περιλαμβάνει 58 οργανώσεις και αντιτίθεται στο θεσμικό πλαίσιο των ΠΟΑΥ, το οποίο, σύμφωνα με την κ. Δουζίνα, μπορεί να οδηγήσει σε 24πλάσια επέκταση των θαλάσσιων ζωνών ιχθυοκαλλιέργειας και τετραπλασιασμό της παραγωγής.
Βασιζόμενοι σε έρευνες και Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
Η δράση της δεν περιορίζεται στην καταγγελία. Η ίδια και η ομάδα της έχουν αναλύσει Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για διάφορες περιοχές, εξετάζοντας τα διαθέσιμα δεδομένα. Υποστηρίζει ότι σε μεγάλο μέρος των μελετών δεν χρησιμοποιούνται προγνωστικά μοντέλα για την εκτίμηση της βλάβης στο θαλάσσιο περιβάλλον, ενώ όπου αυτά χρησιμοποιούνται, εντοπίζονται δείκτες σοβαρής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Αναφέρει επίσης ότι η συμμαχία έχει απευθυνθεί ακόμη και στον σχεδιαστή του μοντέλου που χρησιμοποιείται σε ορισμένες μελέτες, ο οποίος, σύμφωνα με την ίδια, έχει καταθέσει ότι τα σενάρια επέκτασης εγγυώνται σοβαρή βλάβη στο οικοσύστημα.

Iχθυοκαλλιέργειες-φωτογραφία αρχείου ©pexels
Η απάντηση στα σενάρια περί οργανωμένου σχεδίου κατά του κλάδου
Απέναντι στις αιτιάσεις από πλευράς εταιρειών ιχθυοκαλλιέργειας ότι πίσω από την κινητοποίηση υπάρχει οργανωμένο σχέδιο κατά του κλάδου, η Εύα Δουζίνα απαντά πως δεν έχει τίποτα να κρύψει. Επισημαίνει ότι «οι τοπικές κοινωνίες αντιδρούν εδώ και δεκαετίες και ότι η βασική αλλαγή των τελευταίων δύο ετών είναι πως οι ξεχωριστές αντιστάσεις ενώθηκαν σε έναν κοινό αγώνα, με περισσότερη τεκμηρίωση και επιστημονική έρευνα».
Ταυτόχρονα, ασκεί έντονη κριτική και στον τρόπο εποπτείας του κλάδου. Υποστηρίζει ότι οι εταιρείες σε πολλές περιπτώσεις «παρακολουθούν τον εαυτό τους», καθώς οι φορείς διαχείρισης των θαλάσσιων ζωνών συνδέονται με τις ίδιες τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται εκεί. Κατά την άποψή της, η Ελλάδα παραχωρεί μεγάλα τμήματα της ακτογραμμής και των θαλάσσιων περιοχών της σε εταιρείες, πολλές από τις οποίες είναι ξένων συμφερόντων, χωρίς ουσιαστικό ρόλο για τις τοπικές κοινωνίες.
H σύγκριση της Ελλάδας με άλλες χώρες παραγωγής
Στη συνέντευξή της στο powergame.gr συγκρίνει επίσης την Ελλάδα με άλλες χώρες. Υποστηρίζει ότι η ελληνική νομοθεσία είναι από τις πιο χαλαρές στην περιοχή, «καθώς στην Ελλάδα οι ιχθυοκαλλιέργειες μπορούν να βρίσκονται ακόμη και σε απόσταση 50 μέτρων από την ακτή, ενώ στην Τουρκία, όπως αναφέρει, οι αποστάσεις κυμαίνονται από 1.500 έως 2.000 μέτρα και στην Κύπρο φτάνουν τα 4.000 μέτρα». Φέρνει επίσης παραδείγματα από περιοχές όπως η Ισπανία, η Σκωτία, η Νορβηγία, η Ισλανδία, η Τασμανία, η Αργεντινή και η δυτική ακτή των ΗΠΑ, όπου έχουν εκδηλωθεί ισχυρές αντιδράσεις ή έχουν ληφθεί περιοριστικά μέτρα για συγκεκριμένες μορφές βιομηχανικής ιχθυοκαλλιέργειας.
«Ο κλάδος έχει λάβει επιδοτήσεις χωρίς αντίστοιχο οικονομικό όφελος για την κοινωνία»
Για την οικονομική διάσταση του κλάδου, η Δουζίνα είναι εξίσου επικριτική. Υποστηρίζει ότι «πρόκειται για έναν κλάδο που έχει λάβει σημαντικές επιδοτήσεις, χωρίς να έχει δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας τα τελευταία 22 χρόνια. Αναφέρεται ειδικά στην Avramar, λέγοντας ότι η εταιρεία είχε οφειλές άνω των 500 εκατ. ευρώ προς τις ελληνικές τράπεζες και πωλείται για ποσό χαμηλότερο από το μισό των δανείων της. Κατά την ίδια, η Ελλάδα επωμίζεται την περιβαλλοντική επιβάρυνση, ενώ το προϊόν εξάγεται».
Παρά την κριτική που ασκεί, ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι αντίθετη σε κάθε μορφή υδατοκαλλιέργειας. Αντιθέτως, θεωρεί ότι υπάρχουν βιώσιμες μορφές, όπως η καλλιέργεια φυκιών και δίθυρων μαλακίων, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας διαφορετικής στρατηγικής. Αυτό στο οποίο αντιτίθεται είναι, όπως λέει, η εκτροφή σαρκοφάγων ψαριών σε βιομηχανική κλίμακα, καθώς θεωρεί ότι απαιτεί μεγάλες ποσότητες άγριων ψαριών ως ιχθυοτροφή για την παραγωγή μικρότερης ποσότητας ψαριών υψηλής εμπορικής αξίας.
Επίκεινται νομικές κινήσεις κατά περιβαλλοντικών μελετών σε περιοχές που προβλέπεται σοβαρή βλάβη
Τα επόμενα βήματα της Aktaia Alliance περιλαμβάνουν, σύμφωνα με την ίδια, νομικές κινήσεις κατά περιβαλλοντικών μελετών σε περιοχές όπου προβλέπεται σοβαρή βλάβη, την παραγωγή ντοκιμαντέρ για τις κοινότητες που αντιδρούν και μια πιο έντονη παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα. Όπως σημειώνει, σύμφωνα με δύο πανελλαδικές δημοσκοπήσεις που επικαλείται, λιγότερο από το 10% των Ελλήνων γνωρίζει την κλίμακα της σχεδιαζόμενης επέκτασης. Γι’ αυτό, θεωρεί ότι η ενημέρωση του κοινού είναι κρίσιμη.
«Αν με ρωτούσατε πριν από πέντε ή έξι χρόνια αν θα έκανα αυτό που κάνω σήμερα, δεν θα το πίστευα», λέει. «Αλλά όταν το μάθεις, δεν μπορείς να το ξεμάθεις». Και αυτή ακριβώς η φράση μοιάζει να συνοψίζει την πορεία της.