Notos: Από τον Λαμπρόπουλο, στα χέρια των τραπεζών και στο λουκέτο της Αιόλου

Η Dimand, η οποία έχει αποκτήσει το 100% του ακινήτου από την Τράπεζα Πειραιώς, φέρεται να εξετάζει τρία βασικά σενάρια αξιοποίησης

Πολυκατάστημα Notos στον Πειραιά © ncdn.atcom.gr

Τίτλοι τέλους πέφτουν για το ιστορικό πολυκατάστημα Notos στο κέντρο της Αθήνας, με την προγραμματισμένη αποχώρηση της εταιρείας από το ακίνητο να τοποθετείται στο τέλος Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για ένα ακόμη βαρύ πλήγμα στον εμπορικό ιστό της πρωτεύουσας, καθώς το συγκεκριμένο κτίριο δεν αποτελεί απλώς ένα κατάστημα, αλλά έναν χώρο ταυτισμένο με τη συλλογική μνήμη της Αθήνας, από την εποχή των Αδελφών Λαμπρόπουλων έως τη μετεξέλιξή του σε Notos Galleries.

H μελλοντική αξιοποίηση του ακινήτου

Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, η Dimand, η οποία έχει αποκτήσει το 100% του ακινήτου από την Τράπεζα Πειραιώς, φέρεται να εξετάζει τρία βασικά σενάρια αξιοποίησης. Το πρώτο αφορά στη μετατροπή του κτιρίου σε χώρους γραφείων, το δεύτερο στην επαναλειτουργία του ως χώρου λιανικής ή πολυκαταστήματος και το τρίτο στη μετατροπή του σε ξενοδοχείο. Οι οριστικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν το επόμενο διάστημα, στο πλαίσιο της σχεδιαζόμενης ανακατασκευής, η οποία εκτιμάται ότι θα ξεκινήσει το 2027. Ωστόσο, θεωρείται αρκετά πιθανό ένα μεικτό μοντέλο αξιοποίησης στα πρότυπα του Μινιόν με γραφεία στους ορόφους και χώρους λιανικής στο ισόγειο.

Σε κινούμενη άμμο οι εργαζόμενοι

Μέχρι τότε, ωστόσο, το βάρος πέφτει στους εργαζομένους, οι οποίοι βρίσκονται σε καθεστώς αβεβαιότητας. Εκπρόσωποι των εργαζομένων με τους οποίους μίλησε το powergame.gr αναφέρουν ότι την προσεχή Παρασκευή έχει προγραμματιστεί νέα συνάντηση με τη διοίκηση της Notos Συμμετοχών, προκειμένου να υπάρξει ενημέρωση για τα επόμενα βήματα. Όπως σημειώνουν, στο κατάστημα της Αθήνας απασχολούνται περίπου 175 εργαζόμενοι της Notos, ενώ επιπλέον 90 εργαζόμενοι συνδέονται με εταιρείες και brands που δραστηριοποιούνται εντός του πολυκαταστήματος.

«Είμαστε σε πλήρη αβεβαιότητα», αναφέρουν χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το τι θα γίνει με το προσωπικό, τις αποζημιώσεις ή πιθανές μετακινήσεις. Η διοίκηση, σύμφωνα με τους ίδιους, ανακοίνωσε την απόφαση για το κλείσιμο σε προηγούμενη συνάντηση, χωρίς όμως να παρουσιάσει συγκεκριμένο πλάνο για την επόμενη ημέρα.

Κλείνοντας έναν εμπορικό κύκλο που ξεκίνησε το 1898

Το σημερινό λουκέτο έχει έντονο συμβολισμό, καθώς έρχεται να κλείσει έναν κύκλο που ξεκίνησε το 1898. Τότε ο Ξενοφών Λαμπρόπουλος, αφήνοντας την Κοντοβάζαινα της ορεινής Αρκαδίας, έφτασε στην Αθήνα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Ξεκίνησε ως πλανόδιος πωλητής στην περιοχή της Αιόλου, στην καρδιά της τότε εμπορικής Αθήνας, και σύντομα κατάφερε να δημιουργήσει την πρώτη μικρή στεγασμένη επιχείρηση.

Το 1906, μαζί με τον αδερφό του Βασίλειο, ίδρυσαν την εμπορική εταιρεία των Αδελφών Λαμπρόπουλου, σε υπόγειο χώρο στη γωνία Αιόλου και Σοφοκλέους. Το κατάστημα εξελίχθηκε γρήγορα σε σημείο αναφοράς για ανδρικά είδη, νεωτερισμούς και προϊόντα της εποχής, ενώ εισήγαγε πρακτικές πρωτοποριακές για τα δεδομένα της ελληνικής αγοράς: σταθερές αναγραφόμενες τιμές, κατάργηση του παζαριού και αργία την Κυριακή.

Η μεταφορά στο κτίριο της Αιόλου το 1913

Το 1913 το κατάστημα μεταφέρθηκε στο κτίριο της Αιόλου – Σταδίου, το οποίο σταδιακά επεκτάθηκε σε ιδιόκτητα νεοκλασικά ακίνητα επί των οδών Αιόλου και Λυκούργου. Το 1927 η εταιρεία έγινε ανώνυμη και αργότερα εισήχθη στο Χρηματιστήριο. Στις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80 ο «Λαμπρόπουλος» έγινε συνώνυμο του μεγάλου πολυκαταστήματος και σημείο συνάντησης για τους Αθηναίους, με το γνωστό «στου Λαμπρόπουλου» να αρκεί για να δώσει κανείς ραντεβού στο κέντρο.

Η εταιρεία δεν περιορίστηκε μόνο στο εμπόριο. Συνδέθηκε και με τη δισκογραφία, μέσω της Columbia – Αφοί Λαμπρόπουλοι, ενώ το κατάστημα υπήρξε από τους πρώτους χώρους που εισήγαγαν στην ελληνική αγορά τη λογική των shop in shops, προσελκύοντας επώνυμες μάρκες και διεθνείς τάσεις.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 η ιστορική επιχείρηση πέρασε στον όμιλο Παπαέλληνα και το 2001 το κατάστημα επανασυστήθηκε ως Notos Galleries Λαμπρόπουλος. Η νέα εποχή, ωστόσο, δεν ήταν αρκετή για να αντιστρέψει τις βαθύτερες αλλαγές στο κέντρο της Αθήνας, τη μετατόπιση της κατανάλωσης προς άλλα εμπορικά σημεία και τα χρόνια οικονομικά βάρη του ομίλου.

Οι συζητήσεις που δεν καρποφόρησαν

Σήμερα, ο όμιλος Notos Συμμετοχών, ο οποίος εκμεταλλεύεται το ακίνητο, βρίσκεται σε ένα σύνθετο ιδιοκτησιακό περιβάλλον, με τις πιστώτριες τράπεζες να κατέχουν το 50%, την Optima Bank το 25% και τους λοιπούς μετόχους, μεταξύ των οποίων η οικογένεια Παπαέλληνα, ο όμιλος Φάις, εταιρεία συμφερόντων των αδελφών Κυρκίνη ιδρυτών της e-food καθώς και ο όμιλος Politikos, το υπόλοιπο 25%. Το προηγούμενο διάστημα έλαβαν συζητήσεις για τη μεταβίβαση των πολυκαταστημάτων του ομίλου σε εταιρεία υπό τον Politikos Group και πιθανούς συνεπενδυτές, χωρίς να υπάρξει οριστική συμφωνία.

Το 2024 ο όμιλος Notos εμφάνισε κύκλο εργασιών 129,13 εκατ. ευρώ, από 123,83 εκατ. ευρώ το 2023, αλλά πέρασε σε ζημίες 1,68 εκατ. ευρώ, έναντι κερδών 836.000 ευρώ την προηγούμενη χρήση. Η δραστηριότητα του ομίλου, πέρα από τα πολυκαταστήματα, περιλαμβάνει καλλυντικά, είδη γραφείου και γνωστές μάρκες ένδυσης, όπως Lacoste, Gant, Nautica, The Bostonians, La Martina και Paul & Shark.

Το κλείσιμο του καταστήματος της Αιόλου δεν σηματοδοτεί μόνο το τέλος μιας εμπορικής χρήσης. Σφραγίζει την πορεία ενός ακινήτου και ενός brand που πέρασαν από την εποχή της οικογενειακής επιχειρηματικότητας, στην οργανωμένη λιανική, στη χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση και τελικά στη αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας μέσα από την αξιοποίηση του ακινήτου. Για την Αθήνα, το λουκέτο στο Notos είναι η απώλεια ενός ακόμη τοπόσημου της παλιάς εμπορικής της καρδιάς. Θυμίζουμε εδώ ότι η Notos Συμμετοχών, εκτός της Αιόλου, διατηρεί τρία ακόμη πολυκαταστήματα στην οδό Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης, τον Πειραιά και την Καλαμάτα.