Σε «χρυσωρυχείο» για τον Σκλαβενίτη εξελίσσονται τα υπερμάρκετ, δηλαδή τα καταστήματα άνω των 2.500 τετραγωνικών μέτρων, καθώς η συγκεκριμένη κατηγορία καταστημάτων καταγράφει την υψηλότερη ανάπτυξη σε αξία σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες τυπολογίες καταστημάτων του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων και ποτών. Σε μία αγορά όπου ο ανταγωνισμός γίνεται όλο και πιο έντονος και η μάχη για το καλάθι του καταναλωτή κρίνεται πλέον σε περισσότερα μέτωπα, με στοχεία όπως τιμή, ποικιλία, προσφορές, έτοιμο φαγητό, φρέσκα προϊόντα και λύσεις για το σπίτι να αποτελούν ζητούμενο, τα μεγάλα καταστήματα αναδεικνύονται σε σταθερό στρατηγικό πλεονέκτημα για την αλυσίδα τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, υποστηρίζουν την περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδου σούπερ μάρκετ συνολικά.
Αύξηση τζίρου 10,7% για τα υπερμάρκετ στο τετράμηνο
Σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ, για την περίοδο από 29 Δεκεμβρίου 2025 έως 26 Απριλίου 2026, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο από 30 Δεκεμβρίου 2024 έως 27 Απριλίου 2025, η συνολική αγορά των σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα κινήθηκε ανοδικά κατά 7,2% σε αξία. Ωστόσο, η κατηγορία των hypermarkets κατέγραψε ακόμη ισχυρότερη επίδοση, με αύξηση 10,7%, ξεπερνώντας αισθητά τόσο τα μεγάλα σούπερ μάρκετ όσο και τα μικρότερα σημεία πώλησης.
Η διαφορά είναι ενδεικτική της δυναμικής που αποκτούν τα υπερμάρκετ. Τα μεγάλα σούπερ μάρκετ εμφάνισαν αύξηση 5,5%, τα μικρά σούπερ μάρκετ 7,6%, ενώ τα superettes κινήθηκαν στο +8,2%. Με άλλα λόγια, τα καταστήματα άνω των 2.500 τ.μ. δεν ακολουθούν απλώς την ανοδική πορεία της αγοράς, αλλά τρέχουν με ταχύτερο ρυθμό, λειτουργώντας ως επιταχυντής τζίρου για τις αλυσίδες που διαθέτουν ισχυρή παρουσία στη συγκεκριμένη κατηγορία.
Σε αυτό το σημείο ο Σκλαβενίτης έχει καθαρό προβάδισμα. Η αλυσίδα διαθέτει 33 καταστήματα άνω των 2.500 τ.μ. στην Ελλάδα, γεγονός που την καθιστά leader στην κατηγορία των hypermarkets. Πρόκειται για ένα δίκτυο που δημιουργεί σημαντικές οικονομίες κλίμακας, ενισχύει την επισκεψιμότητα και αυξάνει την αξία του μέσου καλαθιού, καθώς ο καταναλωτής μπορεί να καλύψει περισσότερες ανάγκες σε μία μόνο επίσκεψη.
Τα υπερμάρκετ λειτουργούν ως πολυκαναλικά καταστήματα αγορών, όπου συνυπάρχουν τρόφιμα, ποτά, φρέσκα προϊόντα, είδη bazaar όπως ρούχα, βιβλία, χαρτικά, προϊόντα προσωπικής φροντίδας, είδη οικιακής χρήσης, απορρυπαντικά, χαρτικά, αλλά και έτοιμα γεύματα. Αυτή η διεύρυνση του ρόλου τους είναι που τα καθιστά ιδιαίτερα αποδοτικά για τον Σκλαβενίτη.
Στα 5,34 δισεκατομμύρια ο τζίρος της αγοράς
Τα στοιχεία της NielsenIQ δείχνουν ότι οι συνολικές πωλήσεις της αγοράς σε αξία ανήλθαν στα 5,346 δισ. ευρώ στο εξεταζόμενο διάστημα, από 4,987 δισ. ευρώ έναν χρόνο πριν. Η αύξηση αυτή προέρχεται από όλες τις βασικές κατηγορίες προϊόντων, με τα ταχυκίνητα καταναλωτικά αγαθά (FMCGs) να κινούνται στο +6%. Ειδικότερα, τα τρόφιμα εμφανίζουν αύξηση 6,4%, ενώ τα ποτά ενισχύονται κατά 7,1%, επιβεβαιώνοντας ότι οι δύο βασικές κατηγορίες κατανάλωσης εξακολουθούν να τροφοδοτούν την ανάπτυξη του κλάδου.
Τα τρόφιμα και ποτά αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία σε αξία, με πωλήσεις 2,901 δισ. ευρώ στο τετράμηνο, από 2,722 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Η συμμετοχή τους στη συνολική αξία της αγοράς ανέρχεται σε 54,3%. Ακολουθούν τα φρέσκα και χύμα προϊόντα, με συμμετοχή 25,8%, κατηγορία που παραδοσιακά αποτελεί πεδίο ισχυρής τοποθέτησης για τον Σκλαβενίτη, λόγω της έμφασης που δίνει σε πάγκους, κρεοπωλεία, τυροκομεία, μαναβική και προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης.
Η κατηγορία των φρέσκων και χύμα-επί ζυγίω προϊόντων αυξήθηκε κατά 9,8%, φτάνοντας στο 1,378 δισ. ευρώ, από 1,255 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ιδιαίτερα κρίσιμη ένδειξη, καθώς τα φρέσκα προϊόντα είναι από τις κατηγορίες που οδηγούν συχνότερα τον καταναλωτή στο φυσικό κατάστημα και ενισχύουν την πιστότητα προς μία αλυσίδα. Για τα υπερμάρκετ, όπου υπάρχει μεγαλύτερη επιφάνεια και δυνατότητα ανάπτυξης πληρέστερων τμημάτων φρέσκων προϊόντων, η κατηγορία αυτή αποτελεί σημαντικό όπλο. Παράλληλα, η ισχυρή ανάπτυξη των φρέσκων και επί ζυγίω στα σούπερ μάρκετ, σηματοδοτεί και το γεγονός ότι πωλήσεις από παραδοσιακά μικρά σημεία γειτονιάς, όπως κρεοπωλεία, αρτοποιεία, οπωροπωλεία, κατευθύνονται στις αίθουσες των μεγάλων σούπερ μάρκετ.
Αξιοσημείωτη είναι και η πορεία των προϊόντων bazaar, ήτοι των μη τροφίμων, όπως ρούχα, παιχνίδια, ηλεκτρικές συσκευές, εποχικά είδη, είδη αυτοκινήτου και άλλα προϊόντα, όπου επίσης διατηρεί ισχυρό έρεισμα ο Σκλαβενίτης, καθώς τα διαθέτει σε όλα του τα υπερμάρκετ επιφάνειας άνω των 2.500 τετραγωνικών. Η συγκεκριμένη κατηγορία αυξήθηκε κατά 9,9%, με τις πωλήσεις να διαμορφώνονται στα 328 εκατ. ευρώ, από 298 εκατ. ευρώ. Πρόκειται επί της ουσίας για πεδίο στο οποίο τα υπερμάρκετ έχουν εκ των πραγμάτων πλεονέκτημα, καθώς διαθέτουν τους απαιτούμενους χώρους για μεγαλύτερη έκθεση προϊόντων και εναλλαγή εποχικών συλλογών.
Ανοδικά κινήθηκαν και τα προϊόντα οικιακής χρήσης, με αύξηση 3,6%, φτάνοντας στα 423 εκατ. ευρώ, από 408 εκατ. ευρώ, καθώς και τα προϊόντα υγείας και ομορφιάς, που ενισχύθηκαν κατά 4,3%, στα 316 εκατ. ευρώ, από 303 εκατ. ευρώ. Παρότι οι συγκεκριμένες κατηγορίες αναπτύσσονται με χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τα φρέσκα ή το bazaar, παραμένουν σημαντικές για τη διεύρυνση του καλαθιού και τη συνολική κερδοφορία των μεγάλων καταστημάτων.
Η μετατόπιση της κατανάλωσης από μικρά σημεία και εστίαση προς τους «μεγάλους»
Για τον Σκλαβενίτη, η ισχυρή παρουσία στα υπερμάρκετ συνδέεται και με μία ευρύτερη μετατόπιση της κατανάλωσης. Η αλυσίδα, μαζί με τη Lidl, φαίνεται να απορροφά τζίρο από μικρότερους παίκτες της αγοράς, αξιοποιώντας την πίεση που δέχονται τα ανεξάρτητα σημεία και οι μικρές αλυσίδες από το κόστος λειτουργίας, τις τιμές ενέργειας, τις ανάγκες αποθεμάτων και την αδυναμία να προσφέρουν αντίστοιχο εύρος προσφορών και κωδικών.
Ταυτόχρονα, ένα μέρος της ανάπτυξης προέρχεται και από την εστίαση. Η άνοδος των έτοιμων γευμάτων, των λύσεων για γρήγορο φαγητό στο σπίτι και των προϊόντων convenience δημιουργεί μία νέα ζώνη ανταγωνισμού ανάμεσα στα σούπερ μάρκετ και την εκτός σπιτιού κατανάλωση. Όσο οι τιμές στην εστίαση παραμένουν υψηλές για σημαντικό μέρος των νοικοκυριών, τόσο οι καταναλωτές στρέφονται σε οικονομικότερες λύσεις μέσα από τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων.
Τα υπερμάρκετ ευνοούνται ιδιαίτερα από αυτή την τάση, καθώς έχουν τη δυνατότητα να φιλοξενήσουν μεγαλύτερη γκάμα έτοιμων γευμάτων, φούρνους, τμήματα delicatessen, φρέσκα προϊόντα, επιλογές για καθημερινό μαγείρεμα και προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Έτσι, το καλάθι του καταναλωτή δεν περιορίζεται στα βασικά είδη, αλλά επεκτείνεται σε κατηγορίες που άλλοτε κατευθύνονταν σε ταχυφαγεία, μικρά take away ή εστιατόρια.
Επί της ουσίας όμως η στρατηγική σημασία των υπερμάρκετ για τον Σκλαβενίτη δεν εξαντλείται στην αύξηση του τζίρου. Συνδέεται και με την εικόνα της αλυσίδας ως προορισμού πλήρους αγορών. Σε μία εποχή όπου ο καταναλωτής περιορίζει τις άσκοπες μετακινήσεις και επιδιώκει να συγκεντρώνει τις αγορές του, τα μεγάλα καταστήματα λειτουργούν ως one stop shop. Αυτό ενισχύει τη συχνότητα επίσκεψης, αυξάνει τον χρόνο παραμονής στο κατάστημα και δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες πώλησης.
Ο Σκλαβενίτης διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα χαρτιά της αγοράς. Η παρουσία του με 33 υπερμάρκετ-τα περισσότερα έναντι του ανταγωνισμού-του παρέχει τη δυνατότητα να επηρεάζει συνολικά την πορεία της κατηγορίας, να συμπαρασύρει τις πωλήσεις του οργανωμένου λιανεμπορίου και να διατηρεί σημαντική απόσταση από τον ανταγωνισμό στα μεγάλα σημεία πώλησης.
