Nestlé Ελλάς: Αύξηση τζίρου στα 460 εκατ. ευρώ, αλλά πίεση στην κερδοφορία

Η πολυεθνική εταιρεία κινήθηκε σε ένα περιβάλλον έντονων πιέσεων από το κόστος πρώτων υλών, ενέργειας και υλικών συσκευασίας.

Νίκος Εμμανουηλίδης, Διευθύνων Σύμβουλος Nestlé Ελλάς © Nestlé Ελλάς

Με αυξημένο κύκλο εργασιών αλλά χαμηλότερη κερδοφορία έκλεισε το 2025 για τη Nestlé Ελλάς Μονοπρόσωπη Α.Ε., καθώς η εταιρεία κινήθηκε σε ένα περιβάλλον έντονων πιέσεων από το κόστος πρώτων υλών, ενέργειας και υλικών συσκευασίας. Η εικόνα που αποτυπώνεται στις οικονομικές καταστάσεις δείχνει ότι η ελληνική θυγατρική του πολυεθνικού ομίλου κατάφερε να ενισχύσει τις πωλήσεις της, ωστόσο η αύξηση του κόστους πωληθέντων περιόρισε σημαντικά τα περιθώρια κερδοφορίας.

Ο κύκλος εργασιών της Nestlé Ελλάς ανήλθε το 2025 σε 460,11 εκατ. ευρώ, έναντι 413,61 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση περίπου 11%. Η άνοδος αυτή αποδίδεται από τη διοίκηση στην ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, στις μεταβαλλόμενες καταναλωτικές προτιμήσεις, καθώς και στις επενδύσεις σε καινοτόμα προϊόντα. Η εταιρεία δραστηριοποιείται στην παραγωγή, εμπορία, εισαγωγή, εξαγωγή και διανομή καφέ, σοκολάτας, βιταμινών, τροφίμων, ποτών, ροφημάτων και νερού, με παρουσία σε βασικές κατηγορίες της καθημερινής κατανάλωσης.

Ωστόσο, η εταιρεία προχώρησε και σε ανατιμήσεις που σχετίζονται με το γεγονός ότι οι διεθνείς τιμές κινήθηκαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Τόσο ο arabica όσο και ο robusta — που χρησιμοποιείται κατεξοχήν στον στιγμιαίο καφέ — σχεδόν διπλασιάστηκαν σε ετήσια βάση, επιβαρύνοντας σημαντικά το κόστος πρώτης ύλης. Επιπλέον, στο κακάο οι τιμές εκτοξεύθηκαν σε ιστορικά υψηλά μέσα στο 2024, λόγω σημαντικής μείωσης της παγκόσμιας παραγωγής, και παρέμειναν σε αυξημένα επίπεδα το 2025. Επιπλέον, τα υλικά συσκευασίας, αποτελούν σημαντικό μέρος του κόστους προϊόντων και παρέμειναν σε αυξημένα επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια της χρήσης. Κατόπιν τούτου η εταιρεία επιδίωξε να αντισταθμίσει το κόστος όλων των παραπάνω με στοχευμένες ανατιμήσεις σε προϊόντα της.

Κέρδη μετά από φόρους μειωμένα στα 16,54 εκατ. ευρώ

Παρά την αύξηση των πωλήσεων, τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους μειώθηκαν στα 16,54 εκατ. ευρώ, από 20,07 εκατ. ευρώ το 2024. Αντίστοιχα, τα κέρδη προ φόρων υποχώρησαν στα 16,52 εκατ. ευρώ, έναντι 25,69 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Η μείωση αυτή συνδέεται κυρίως με την αύξηση του κόστους πωληθέντων, το οποίο ανήλθε σε 306,42 εκατ. ευρώ από 254,34 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο περίπου 20%.

Το μεικτό κέρδος της εταιρείας διαμορφώθηκε στα 134,78 εκατ. ευρώ, έναντι 142,34 εκατ. ευρώ το 2024. Ως ποσοστό επί των πωλήσεων, το μικτό περιθώριο μειώθηκε στο 29%, από 34% ένα χρόνο νωρίτερα. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών να μετακυλίσουν πλήρως το αυξημένο κόστος στον τελικό καταναλωτή, ειδικά σε μία περίοδο όπου η ζήτηση στρέφεται περισσότερο σε προϊόντα με ανταγωνιστική σχέση ποιότητας και τιμής.

Τα έξοδα διάθεσης παρέμειναν σχεδόν σταθερά, στα 96,96 εκατ. ευρώ από 97,94 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα έξοδα διοίκησης αυξήθηκαν στα 19,29 εκατ. ευρώ, από 18,01 εκατ. ευρώ. Το λειτουργικό κέρδος υποχώρησε στα 18,54 εκατ. ευρώ, έναντι 27,24 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ το EBITDA διαμορφώθηκε σε 25,07 εκατ. ευρώ, από 33,10 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά.

Σημαντική μεταβολή εμφανίζεται και στον ισολογισμό. Το σύνολο ενεργητικού αυξήθηκε στα 312,67 εκατ. ευρώ, από 271,66 εκατ. ευρώ, ενώ οι συνολικές υποχρεώσεις ανήλθαν στα 279,09 εκατ. ευρώ, από 234,70 εκατ. ευρώ. Τα ίδια κεφάλαια υποχώρησαν στα 33,58 εκατ. ευρώ, από 36,95 εκατ. ευρώ. Τα αποθέματα αυξήθηκαν στα 79,29 εκατ. ευρώ, έναντι 57,80 εκατ. ευρώ, στοιχείο που δείχνει υψηλότερες ανάγκες κεφαλαίου κίνησης και προσαρμογή στις συνθήκες της αγοράς και της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Εκτόξευση του βραχυπρόθεσμου δανεισμού στα 101,72 εκατ. ευρώ

Την ίδια ώρα, τα βραχυπρόθεσμα δάνεια αυξήθηκαν σημαντικά στα 101,72 εκατ. ευρώ, από 38 εκατ. ευρώ το 2024. Οι ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες ήταν αρνητικές κατά 34,28 εκατ. ευρώ, έναντι θετικών 33,87 εκατ. ευρώ το 2024, κυρίως λόγω της αύξησης αποθεμάτων, απαιτήσεων και των μεταβολών στις υποχρεώσεις. Παρά ταύτα, τα ταμειακά διαθέσιμα αυξήθηκαν ελαφρώς στα 15,53 εκατ. ευρώ, από 14,32 εκατ. ευρώ.

Η εταιρεία προτείνει τη διανομή μερίσματος ύψους 8,8 εκατ. ευρώ, ενώ κατά τη διάρκεια του 2025 κατέβαλε μέρισμα 19,5 εκατ. ευρώ για την προηγούμενη χρήση. Παράλληλα, ολοκληρώθηκε η εκκαθάριση και οριστική λύση της θυγατρικής Nestlé Waters Direct Ελλάς Ύδατα Α.Ε. με δραστηριότητα στον κλάδο νερού, με ημερομηνία διαγραφής από το ΓΕΜΗ την 9η Απριλίου 2025.

Για το 2026, η διοίκηση εκτιμά ότι ο κλάδος τροφίμων και ποτών στην Ελλάδα θα κινηθεί σε φάση σταθεροποίησης, με μέτρια αύξηση της αξίας πωλήσεων, περιορισμένες ανατιμήσεις και οριακή άνοδο όγκων. Ωστόσο, το αυξημένο κόστος πρώτων υλών, ενέργειας και εργασίας εξακολουθεί να πιέζει τα περιθώρια. Στο επίκεντρο της στρατηγικής της Nestlé Ελλάς τίθενται ο έλεγχος κόστους, η λειτουργική αποδοτικότητα και η ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων.

Η εταιρεία επισημαίνει επίσης ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο το Ιράν, ενδέχεται να επηρεάσουν το διεθνές οικονομικό περιβάλλον και ειδικά κλάδους που συνδέονται με τη διακίνηση τροφίμων. Η διοίκηση αναφέρει ότι παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα εφόσον χρειαστεί.

Τα εργοστάσια

Η Nestlé Ελλάς διατηρεί διαφορετικές εγκαταστάσεις στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων το εργοστάσιο επεξεργασίας ελληνικού καφέ και συσκευασίας στιγμιαίου καφέ στο 55ο χλμ. της Εθνικής Οδού Αθηνών Λαμίας, εγκαταστάσεις στον Γέρακα για αποθήκευση και επισκευή μηχανών καφέ και εργοστάσιο εμφιάλωσης μεταλλικών νερών στο Μοναστηράκι Βόνιτσας.

Στο περιβαλλοντικό σκέλος, η εταιρεία αναφέρει ότι τα εργοστάσιά της λειτουργούν με ηλεκτρική ενέργεια που προέρχεται 100% από ανανεώσιμες πηγές, ενώ συνεχίζει τις πρωτοβουλίες για ανακύκλωση, βελτίωση συσκευασιών και μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Στόχος παραμένει ο μετασχηματισμός των συσκευασιών ώστε να είναι ανακυκλώσιμες ή επαναχρησιμοποιούμενες και η μείωση της χρήσης πρωτογενούς πλαστικού.