Φέτα: Ανατιμήσεις, μείωση κατανάλωσης, αντεπίθεση από Βαλμά και πτώση για Δωδώνη

Ανατροπή ισορροπιών και νέα δεδομένα φέρνουν για τον κλάδο παραγωγής φέτας η αυξημένη τιμή στο γάλα και οι τιμές, που κινήθηκαν ανοδικά στο ράφι

Εκτόξευση των ελληνικών εξαγωγών φέτας σε σχεδόν δύο δεκαετίες ©ΑΠΕ

Σε μια νέα φάση περνά η αγορά της φέτας, καθώς η ανάπτυξη της αξίας των πωλήσεων στηρίζεται πλέον σχεδόν αποκλειστικά στις ανατιμήσεις και όχι στην αύξηση της κατανάλωσης. Τα στοιχεία για το διάστημα από την αρχή του έτους έως και τον Απρίλιο του 2026 αποτυπώνουν μια αγορά που εξακολουθεί να εμφανίζει θετικό πρόσημο σε τζίρο, την ίδια στιγμή όμως που χάνει σημαντικό όγκο και τεμάχια.

Η συνολική αξία της κατηγορίας, σύμφωνα με στοιχεία αγοράς που έχει στη διάθεσή του το powergame.gr, διαμορφώθηκε στα 91,58 εκατ. ευρώ, από 90,68 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, παρουσιάζοντας οριακή άνοδο 1%. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, κρύβει μια αισθητά διαφορετική πραγματικότητα στο επίπεδο της κατανάλωσης. Ο όγκος υποχώρησε κατά 4,2%, στα 7,79 εκατ. κιλά από 8,13 εκατ. κιλά, ενώ τα τεμάχια μειώθηκαν κατά 3%, στα 10,62 εκατ.

Οι αυξήσεις τιμών κράτησαν τον τζίρο σε θετική τροχιά

Καθοριστικός παράγοντας για τη διατήρηση της αγοράς σε θετικό έδαφος ήταν η αύξηση της μέσης τιμής. Η τιμή ανά κιλό ανέβηκε στα 11,76 ευρώ από 11,15 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 5,5%. Από αυτήν, το 5,3% αποδίδεται στην καθαρή επίδραση των τιμών, ενώ μόλις 0,2% προέρχεται από τη μεταβολή του μείγματος μεταξύ συσκευασμένης και χύμα φέτας.

Πρόκειται για ουσιαστική αντιστροφή της τάσης που είχε επικρατήσει την προηγούμενη διετία. Το 2024 και το 2025 η κατηγορία αναπτυσσόταν κυρίως μέσω του όγκου, με τις τιμές να κινούνται πτωτικά. Συγκεκριμένα, το 2024 ο όγκος είχε αυξηθεί κατά 4,5%, με τη μέση τιμή να μειώνεται κατά 2,8%, ενώ το 2025 η άνοδος του όγκου είχε φτάσει το 4,8%, με τις τιμές να υποχωρούν κατά 2,1%.

Στο πρώτο τετράμηνο του 2026 η εικόνα αντιστράφηκε πλήρως. Η αξία αυξάνεται κατά 1%, ο όγκος μειώνεται κατά 4,2% και η τιμή ενισχύεται κατά 5,5%. Η αγορά περνά επομένως από ένα μοντέλο ανάπτυξης μέσω μεγαλύτερης κατανάλωσης σε ένα μοντέλο στο οποίο ο τζίρος συντηρείται από την τιμολόγηση.

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι – Ανεβαίνουν Καλάβρυτα και Βαλμάς

Μεταξύ των μεγαλύτερων κερδισμένων σε απόλυτη αξία βρίσκεται ο Συνεταιρισμός Καλαβρύτων, με πρόσθετες πωλήσεις 1,37 εκατ. ευρώ και αύξηση μεριδίου κατά 1,36 ποσοστιαίες μονάδες. Ακολουθεί η Βαλμάς με κέρδος 683.000 ευρώ, ενώ σημαντική άνοδο καταγράφουν επίσης οι Λειβαδιώτης, Πίνδος και Μηλιτσόπουλος.

Στον αντίποδα, τη μεγαλύτερη απώλεια εμφανίζει η Δωδώνη, με μείωση πωλήσεων κατά 1,54 εκατ. ευρώ λόγω της σημαντικής αύξησης στις τιμές που πραγματοποίησε. Ακολουθεί η Μενεγάτος, με απώλειες άνω του 1 εκατ. ευρώ και πτώση πωλήσεων 41%, μετά τη μεγάλη άνοδο που είχε σημειώσει το 2025. Σημαντική πτώση εμφάνισε και η ιδιωτική ετικέτα, που έχασε πωλήσεις 650 χιλιάδων ευρώ στο διάστημα του πρώτου τετραμήνου του 2026. Η υποχώρηση της φέτας ιδιωτικής ετικέτας αποδίδεται κυρίως στη μείωση της προωθητικής δραστηριότητας. Το ποσοστό των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκε υπό καθεστώς προσφοράς περιορίστηκε από 63% σε 26%.

Η μείωση των προσφορών

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αισθητή υποχώρηση της προωθητικής έντασης στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Το ποσοστό των πωλήσεων που πραγματοποιούνται μέσω προσφορών μειώθηκε στο 22,4%, από 34,7% την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σημειώνοντας πτώση 12,3 ποσοστιαίων μονάδων.

Η εξέλιξη δείχνει ότι οι προμηθευτές και οι αλυσίδες λιανικής έχουν περιορίσει σημαντικά τις προωθητικές ενέργειες, την ίδια στιγμή που οι τιμές έχουν κινηθεί ανοδικά. Σχεδόν όλοι οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς προχώρησαν σε αυξήσεις τιμών και παράλληλη μείωση των προσφορών. Ο συνδυασμός αυτός φαίνεται ότι έχει αρχίσει να επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά των καταναλωτών. Η πτώση του όγκου κατά 4,2%, σε συνδυασμό με τη μικρότερη μείωση των τεμαχίων κατά 3%, υποδηλώνει ότι οι καταναλωτές δεν αγοράζουν μόνο λιγότερη φέτα, αλλά στρέφονται και σε μικρότερες ποσότητες ή συσκευασίες ανά αγορά.

Το βασικό ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο η κατηγορία πλησιάζει το όριο της αντοχής της απέναντι στις ανατιμήσεις. Η φέτα αποτελεί προϊόν με ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στο ελληνικό νοικοκυριό, ωστόσο τα στοιχεία δείχνουν ότι ακόμη και σε μια τόσο βασική κατηγορία η κατανάλωση περιορίζεται όταν οι τιμές ανεβαίνουν και οι προωθητικές ενέργειες υποχωρούν.

Σταθερή η κυριαρχία της χύμα φέτας

Η χύμα φέτα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς. Η αξία των πωλήσεών της διαμορφώθηκε στα 61 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας οριακή πτώση 0,3%. Το μερίδιό της στην αξία της φέτας στην ελληνική αγορά ανέρχεται στο 66,6%, ενώ σε όγκο φτάνει το 69,8%.

Η συσκευασμένη φέτα κινήθηκε καλύτερα σε επίπεδο τζίρου, καθώς οι πωλήσεις της αυξήθηκαν κατά 3,8%, στα 30,6 εκατ. ευρώ. Το μερίδιό της σε αξία ενισχύθηκε κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες, στο 33,4%, ενώ το μερίδιο όγκου αυξήθηκε οριακά κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες, στο 30,2%.

Ωστόσο, η ενίσχυση της συσκευασμένης φέτας προέρχεται κυρίως από τις αυξήσεις τιμών. Η μέση τιμή στη συγκεκριμένη κατηγορία αυξήθηκε κατά 6,6%, ενώ στη χύμα φέτα η άνοδος της τιμής ήταν 3,8%. Συνεπώς, η προτίμηση των καταναλωτών για το συσκευασμένο προϊόν παραμένει περιορισμένη σε όγκο και είναι σε μεγάλο βαθμό τιμολογιακή.

Πρώτος σε μερίδια ο Συνεταιρισμός Καλαβρύτων, δεύτερη η Optima

Στην κατάταξη των παραγωγών φέτας, η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Καλαβρύτων ενισχύει την πρώτη θέση της από πλευράς μεριδίων. Οι πωλήσεις της αυξήθηκαν κατά 10,8%, στα 14,05 εκατ. ευρώ, με το μερίδιο αγοράς να διαμορφώνεται στο 15,3%, αυξημένο κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες.

Η Optima διατηρεί τη δεύτερη θέση, με πωλήσεις 12,43 εκατ. ευρώ, άνοδο 1,6% και μερίδιο 13,6%. Η εταιρεία εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλή σταθμισμένη διανομή, στο 96,7%, ενώ η μέση τιμή της διαμορφώνεται στα 13,52 ευρώ ανά κιλό.

Αντίθετα, σημαντικές απώλειες καταγράφει η Δωδώνη. Οι πωλήσεις της μειώθηκαν κατά 13%, στα 10,33 εκατ. ευρώ, με το μερίδιό της να περιορίζεται στο 11,3%, χαμηλότερο κατά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες. Η υποχώρηση προέρχεται κυρίως από τη χύμα φέτα, όπου οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά 31%, από 5,5 εκατ. ευρώ σε 3,8 εκατ. ευρώ, σε συνδυασμό με σημαντική αύξηση της τιμής.

Πίεση δέχονται και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Οι πωλήσεις τους υποχώρησαν κατά 7%, στα 8,62 εκατ. ευρώ, με το μερίδιο να μειώνεται κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες, στο 9,4%. Είναι η πρώτη φορά έπειτα από δύο συνεχόμενες χρονιές ανάπτυξης που η ιδιωτική ετικέτα περνά σε αρνητικό έδαφος. Το 2024 είχε αυξηθεί κατά 11,5% και το 2025 κατά 4,1%.

Η εξέλιξη συνδέεται και με τη δραστική μείωση των προσφορών στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, όπου η προωθητική ένταση υποχώρησε από περίπου 63% στο 26%.

Στην πέμπτη θέση βρίσκεται η Βαλμάς, η οποία εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανάπτυξη μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών παραγωγής φέτας. Οι πωλήσεις της αυξήθηκαν από 3,97 εκατ. ευρώ σε 4,65 εκατ. ευρώ στο φετινό πρώτο τετράμηνο, σημειώνοντας άνοδο 17,2%. Το μερίδιό της ενισχύθηκε κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες και ανήλθε στο 5,1%.

Η επίδοση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία, καθώς η εταιρεία διαθέτει διανομή μόλις 31,7. Επομένως, η ανάπτυξή της δεν προέρχεται από σχεδόν καθολική παρουσία στην αγορά, αλλά από την καλύτερη απόδοση στα σημεία όπου ήδη δραστηριοποιείται. Η μέση τιμή της διαμορφώνεται στα 11,78 ευρώ, χαμηλότερα από τα επίπεδα των τριών μεγαλύτερων επώνυμων παικτών.

Αρνητική πορεία καταγράφει η Αχαϊκή Βιομηχανία Γάλακτος (ΑΒΙΓΑΛ), με πωλήσεις 2,87 εκατ. ευρώ, έναντι 3,19 εκατ. ευρώ προηγουμένως. Η πτώση ανέρχεται στο 10,1%, ενώ το μερίδιο περιορίζεται στο 3,1%, χάνοντας 0,4 ποσοστιαίες μονάδες.

Αντίθετα, θετικά κινείται η Καράλης, η οποία αύξησε τις πωλήσεις της κατά 7,4%, στα 2,53 εκατ. ευρώ. Το μερίδιό της φτάνει το 2,8%, με την εταιρεία να συνεχίζει την ανοδική της πορεία και να επωφελείται από τη σταθερή παρουσία της στο χύμα προϊόν.

Ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις εμφανίζουν οι Όλυμπος και Δουκίδης. Ο Όλυμπος αύξησε τις πωλήσεις του κατά 29,5%, στο 1,8 εκατ. ευρώ, και ανέβασε το μερίδιό του στο 2%. Η άνοδος αυτή αποτυπώνει ισχυρή ανάκαμψη, με μέση τιμή 12,50 ευρώ.

Ο Δουκίδης κινείται επίσης επιθετικά, με ανάπτυξη 25,4% και πωλήσεις 1,73 εκατ. ευρώ. Το μερίδιο ενισχύεται κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες, στο 1,9%, παρά τη σχετικά περιορισμένη διανομή. Ακόμη ταχύτερα αναπτύσσεται η φέτα Πίνδος, με αύξηση πωλήσεων 50,2%, στα 1,58 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία διαθέτει από τις μικρότερες διανομές μεταξύ των καταγεγραμμένων παικτών και μία από τις χαμηλότερες τιμές, στα 9,71 ευρώ. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η ανάπτυξη προέρχεται από περιορισμένη αλλά αποδοτική παρουσία σε συγκεκριμένα δίκτυα ή γεωγραφικές περιοχές.

Στον αντίποδα, η Μενεγάτος καταγράφει πτώση 41%, με τις πωλήσεις της να περιορίζονται από 2,57 εκατ. ευρώ σε 1,52 εκατ. ευρώ. Το μερίδιό της μειώνεται κατά 1,2 ποσοστιαίες μονάδες, στο 1,7%.

Η εξαίρεση στη γενική πτώση της αγοράς

Η μεγάλη εξαίρεση στην ευρύτερη πτωτική εικόνα του όγκου είναι η Βαλμάς με έδρα τη Χαλκιδική. Η εταιρεία της Βόρειας Ελλάδας αύξησε τις πωλήσεις της κατά 17,2%, στα 4,65 εκατ. ευρώ, από 3,97 εκατ. ευρώ. Ο όγκος της ενισχύθηκε κατά 17,5%, στα 394.600 κιλά, ενώ το μερίδιο αξίας αυξήθηκε κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, στο 5,1%.

Παράλληλα, η σταθμισμένη διανομή της διευρύνθηκε στο 31,7%, από 26,5%, εξέλιξη που αποτυπώνει την επέκταση της παρουσίας της στην αγορά. Αξιοσημείωτο είναι ότι η μέση τιμή της παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη, στα 11,78 ευρώ ανά κιλό, καταγράφοντας οριακή πτώση 0,3%, όταν το σύνολο της αγοράς αύξησε τις τιμές κατά 5,5%.

Η ανάπτυξη της Βαλμάς προέρχεται κυρίως από τη συσκευασμένη φέτα. Οι πωλήσεις της στην υποκατηγορία στο πρώτο τετράμηνο του 2026 αυξήθηκαν κατά 76,3%, στα 1,72 εκατ. ευρώ, από 970.000 ευρώ που ήταν στο τετράμηνο του 2025. Αντίθετα, η χύμα φέτα υποχώρησε κατά 2%, στα 2,93 εκατ. ευρώ.

Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο της συσκευασμένης φέτας στο συνολικό χαρτοφυλάκιο της εταιρείας αυξήθηκε στο 36,9%, από 24,5% έναν χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για μεταβολή 12,4 ποσοστιαίων μονάδων, η οποία υποδηλώνει σημαντική αναδιάρθρωση του μείγματος πωλήσεων.

Η ευρύτερη εικόνα που καταγράψαμε δείχνει ότι η αγορά της φέτας βρίσκεται σε περίοδο έντονων ανακατατάξεων. Οι αυξήσεις τιμών διατηρούν προσωρινά την αξία των πωλήσεων σε θετικό έδαφος, όμως η υποχώρηση του όγκου, των τεμαχίων και των προσφορών δημιουργεί ερωτήματα για τη συνέχεια.

Το 2026 φαίνεται ότι θα κριθεί από το κατά πόσο οι παραγωγοί θα μπορέσουν να ισορροπήσουν μεταξύ τιμών και κατανάλωσης. Μέχρι στιγμής, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο καταναλωτής αντιδρά στις ανατιμήσεις, περιορίζοντας την ποσότητα φέτας που βάζει στο καλάθι του.