Η Τουρκία βαφτίζει “φέτα” δικά της τυριά και προκαλεί ξανά την Ελλάδα

Τουρκικά τυροκομικά προϊόντα με την ονομασία «φέτα» κατακλύζουν σούπερ μάρκετ και ηλεκτρονικά καταστήματα στη γείτονα χώρα

Τυρί φέτα © Eurokinissi

Στην Τουρκία εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα τυροκομικά προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά με την ένδειξη «φέτα» ή «feta», παρότι η ονομασία αυτή είναι κατοχυρωμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης για την ελληνική φέτα. Τα προϊόντα αυτά, κυρίως τουρκικής παραγωγής, πωλούνται τόσο σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ όσο και μέσω ηλεκτρονικών καταστημάτων, συχνά ως υποκατάστατα ή εναλλακτικές επιλογές της ελληνικής φέτας.

Το ζήτημα έχει ήδη τεθεί από ελληνικής πλευράς από το 2025, καθώς το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη είχε καταγράψει περιπτώσεις τυριών που διατίθενται στην τουρκική αγορά με την ονομασία «φέτα». Σε σχετική αναφορά του προς το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, στις 20 Οκτωβρίου 2025, επισημαινόταν ότι στις συσκευασίες συγκεκριμένων προϊόντων τουρκικών εταιρειών εμφανίζονται οι ενδείξεις «Urfarm Feta» και «Awassi Feta». Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, τα συγκεκριμένα τυριά παρουσιάζονται ως προϊόντα από πρόβειο γάλα, ενώ αναφέρεται ότι, ανάλογα με την εποχή, μπορεί να περιέχουν και κατσικίσιο, αγελαδινό ή βουβαλίσιο γάλα.

Τι ισχύει με τη «φέτα» made in Turkey

Το θέμα δεν έχει λυθεί και έρχεται ξανά στο προσκήνιο μέσω της αιχμηρής ανακοίνωσης που εξέδωσε η ΠΟΓΕΔΥ και που ασκεί κριτική στην ηγεσία του ΥπΑΑΤ για αδράνεια.  Εστιάζοντας στην περίπτωση της τούρκικης αγοράς η η ΠΟΓΕΔΥ επισημαίνει αναλυτικά: «Μεγάλος κίνδυνος για την Φέτα προέρχεται πλέον και από την Τουρκία, όπως έδειξαν πρόσφατα δημοσιεύματα. Πέντε (5) τουλάχιστον εταιρείες στην Τουρκία παράγουν σήμερα και εξάγουν σε τρίτες χώρες, ίσως και στην Ε.Ε. με διαδικτυακές ανεξέλεγκτες πωλήσεις, λευκό τυρί άλμης με την ονομασία “Φέτα”. Το πρόβλημα στην περίπτωση της Τουρκίας είναι ότι αυτές οι απομιμήσεις της Φέτας είναι λευκά τυριά άλμης κυρίως από αιγοπρόβειο γάλα και ότι η Τουρκία έχει τεράστια παραγωγική ικανότητα.

Η Τουρκία έχει σήμερα 58 εκατομμύρια αιγοπρόβατα (47 εκατομ. πρόβατα και 11 εκατομ. αίγες) όταν στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν 70 εκατομμύρια αιγοπρόβατα. Παρότι το Ελληνικό Προξενείο της Κωνσταντινούπολης είχε προειδοποιήσει την Ελληνική Κυβέρνηση και τους σχετικούς φορείς για το πρόβλημα από τις 20-10-2025 με αναλυτικό έγγραφό του (επισυνάπτεται), καμία ενέργεια εκ μέρους τους δεν έχει δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα. Για να μη γιγαντωθεί το πρόβλημα στο άμεσο μέλλον, η Ελλάδα πρέπει να είναι αποφασιστική και απόλυτη για το θέμα της Φέτας με την Τουρκία και να αξιοποιήσει τις διμερείς σχέσεις και συμφωνίες Ε.Ε. – Τουρκίας, όπως είναι η επικαιροποίηση της Τελωνειακής ένωσης Ε.Ε. – Τουρκίας για να αποτρέψει μία δυσμενή εξέλιξη του φαινομένου»

Η κατοχύρωση της Φέτας ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον Καν. (ΕΕ) 1829/2002 υπήρξε μία δύσκολη και πολύχρονη (1992 – 2005) διαδικασία με πολλές δικαστικές διαμάχες με αρκετά κράτη μέλη (Δανία, Γερμανία και Γαλλία), ενώ μόλις πρόσφατα με την C-159/20 απόφασή του στις 14/07/2022 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγόρευσε στη Δανία να εξάγει σε τρίτες χώρες λευκό τυρί άλμης από αγελαδινό γάλα με την ονομασία «φέτα», τονίζεται μεταξύ άλλων στην ανακοίνωση.

«Η ελληνική φέτα κινδυνεύει με αφανισμό»

“Η Φέτα είναι το αρχαιότερο Ευρωπαϊκό τυρί (με αναφορές στα Ομηρικά Έπη), το διασημότερο Ελληνικό τυρί με τη μεγαλύτερη παραγωγή (140.000 τόνοι ετησίως ήτοι το 51% της παραγωγής τυριών στην Ελλάδα) και ένα προϊόν με αξεπέραστη ποιότητα και απεριόριστη ζήτηση εκτός Ελλάδας που κατέγραψε ετήσιες αυξήσεις των εξαγωγών άνω του 5% τα τελευταία δέκα χρόνια, οι οποίες έχουν καταστήσει την Φέτα τον ηγέτη των εξαγωγών της Ελλάδας στα αγροδιατροφικά προϊόντα με ποσοστό περίπου 10% της αξίας των συνολικών εξαγωγών.

Αυτή η μοναδική επιτυχία ενός Ελληνικού αγροδιατροφικού προϊόντος, όμως, δεν υποστηρίζεται με μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό, αλλά αντιθέτως η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και η γενικότερη παρακμιακή πορεία της πρωτογενούς παραγωγής στην Ελλάδα κλονίζουν τα θεμέλια τόσο της παραγωγής της Φέτας, όσο και του χαρακτηρισμού της ως προϊόντος Π.Ο.Π.

Συγκεκριμένα, η κατοχύρωση του σήματος Π.Ο.Π. στην Φέτα σύμφωνα με τον Καν. (ΕΕ) 1829/2002 πραγματοποιήθηκε με την ακόλουθη διατύπωση: «Η εκτατική βοσκή και η διαχείµαση, οι οποίες αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της εκτροφής προβατίνων και αιγών που χρησιμοποιούνται για την προμήθεια της πρώτης ύλης του τυριού «φέτα», αποτελούν καρπό µιας πατρογονικής παράδοσης που επιτρέπει την προσαρµογή στις κλιµατικές µεταβολές και στις συνέπειές της στη διαθέσιµη βλάστηση. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσµα την ανάπτυξη αυτόχθονων φυλών αιγοπροβάτων µικρού µεγέθους, πολύ λιτοδίαιτων και ανθεκτικών, που µπορούν να επιζήσουν σε ένα ελάχιστα γενναιόδωρο από ποσοτικής απόψεως περιβάλλον το οποίο, ωστόσο, είναι ποιοτικά προικισµένο µε µία άκρως διαφοροποιηµένη ειδική χλωρίδα που χαρίζει στο τελικό προϊόν ιδιαίτερο άρωµα και γεύση. Η όσµωση µεταξύ των προαναφερόµενων φυσικών παραγόντων και των ειδικών ανθρωπίνων παραγόντων, ιδιαίτερα η παραδοσιακή µέθοδος παρασκευής που απαιτεί οπωσδήποτε στράγγισµα χωρίς πίεση, χάρισε στο τυρί «φέτα» εξαιρετική διεθνή φήµη».

Δυστυχώς, από τότε κάνουμε ότι μπορούμε στην Ελλάδα για να υποσκάψουμε τους τρεις πυλώνες του χαρακτηρισμού της Φέτας ως προϊόν Π.Ο.Π., δηλαδή την εκτατική βόσκηση στην Ελληνική χλωρίδα, τις αυτόχθονες φυλές και την παραδοσιακή μέθοδο παρασκευής. Σε δημοσιευμένη εργασία του τελευταίου ετήσιου επιστημονικού συνεδρίου της Ελληνικής Ζωοτεχνικής Εταιρείας (Ιωάννινα, Οκτώβριος 2025) ο συνολικός αριθμός των αιγοπροβάτων των αυτόχθονων φυλών της Ελλάδας εκτιμήθηκε μόλις στα 600.000 ζώα, δηλαδή μόνο στο 5% του συνολικού αριθμού των αιγοπροβάτων σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ».