Σε ένα από τα πιο ανταγωνιστικά μέτωπα της ελληνικής αγοράς σούπερ μάρκετ εξελίσσεται πλέον το μικρό κατάστημα γειτονιάς. Οι μεγάλοι παίκτες του οργανωμένου λιανεμπορίου στρέφουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξής τους σε μικρότερα σημεία, πυκνοκατοικημένες περιοχές και μοντέλα καταστημάτων ευκολίας (convenience), αυξάνοντας την πίεση σε αλυσίδες που είχαν χτίσει εδώ και χρόνια τη θέση τους ακριβώς πάνω σε αυτή τη μορφή καταστήματος.
Η Bazaar του ομίλου Βερούκα καταγράφει ευθέως αυτή την εξέλιξη ως έναν από τους βασικούς κινδύνους για τη δραστηριότητά της. Στην οικονομική έκθεση για το 2025 η διοίκηση κάνει ειδική αναφορά όχι μόνο στην ένταση του ανταγωνισμού στον κλάδο, αλλά και στη συγκέντρωση μεγαλύτερων μεριδίων από τις ισχυρές αλυσίδες και κυρίως στην επέκτασή τους σε καταστήματα τύπου convenience.
Πρόκειται ουσιαστικά για μία μετατόπιση του ανταγωνισμού από τα μεγάλα supermarket και τους κεντρικούς εμπορικούς άξονες, στο κατάστημα λίγων εκατοντάδων τετραγωνικών μέσα στη γειτονιά. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος του πυρήνα της Bazaar. Η εταιρεία αναπτύσσεται σήμερα μέσα από 162 ιδιόκτητα και franchise καταστήματα, με το μοντέλο Bazaar και Fresh Express να βασίζεται κυρίως σε σημεία έως 400 τ.μ. σε πυκνοκατοικημένες περιοχές πόλεων αλλά και τουριστικούς προορισμούς. Το concept συνδυάζει χαρακτηριστικά discount και convenience, με έμφαση στα φρέσκα προϊόντα, στο deli, τις αποκλειστικότητες και την ιδιωτική ετικέτα.
Με βάση τα παραπάνω, όσο περισσότερες μεγάλες αλυσίδες εισέρχονται στην ίδια αγορά, τόσο περιορίζεται το πλεονέκτημα που είχαν μέχρι σήμερα οι μικρότεροι ή περισσότερο εξειδικευμένοι παίκτες του convenience. Η πίεση δεν αφορά μόνο την επισκεψιμότητα. Επεκτείνεται στην αναζήτηση κατάλληλων ακινήτων, το ύψος των ενοικίων, την πρόσβαση σε προμηθευτές, την ένταση των προσφορών και τελικά στα περιθώρια κέρδους.
Η πίεση στη Bazaar στην κερδοφορία
Η προειδοποίηση της διοίκησης αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος αν συνδεθεί με τα οικονομικά αποτελέσματα του 2025. Η Bazaar κατάφερε να αυξήσει τον τζίρο της κατά 5,27%, στα 261,47 εκατ. ευρώ από 248,38 εκατ. ευρώ το 2024. Ωστόσο, η άνοδος των πωλήσεων δεν μεταφράστηκε σε αντίστοιχη ενίσχυση της κερδοφορίας. Τα κέρδη προ φόρων μειώθηκαν στα 3,46 εκατ. ευρώ από 5,40 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη περιορίστηκαν στα 2,61 εκατ. ευρώ από 4,38 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας πτώση άνω του 40%. Το EBITDA υποχώρησε στα περίπου 5,71 εκατ. ευρώ από 7,47 εκατ. ευρώ. Η εξέλιξη δείχνει πόσο δύσκολη έχει γίνει η διατήρηση των περιθωρίων σε μία αγορά όπου η μάχη για τον καταναλωτή μεταφέρεται όλο και περισσότερο στο επίπεδο της τιμής, των προσφορών και της εγγύτητας.
Η ίδια η Bazaar επισημαίνει ότι, πέρα από τον ανταγωνισμό, σημαντική πίεση ασκούν οι αυξήσεις σε μισθοδοσία, ενέργεια, ενοίκια και μεταφορές. Η εταιρεία απασχόλησε 1.620 εργαζομένους το 2025 έναντι 1.592 την προηγούμενη χρονιά, ενώ το συνολικό κόστος μισθών και κοινωνικών επιβαρύνσεων αυξήθηκε στα 34,36 εκατ. ευρώ από περίπου 32,06 εκατ. ευρώ. Για ένα convenience μοντέλο, στο οποίο το κόστος λειτουργίας ανά τετραγωνικό και ανά συναλλαγή μπορεί να είναι αναλογικά υψηλότερο σε σχέση με ένα μεγάλο κατάστημα, η εξίσωση γίνεται ακόμη δυσκολότερη όταν οι μεγάλοι όμιλοι εισέρχονται στην ίδια αγορά με μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και ισχυρότερη δυνατότητα προωθητικών ενεργειών.
Η Bazaar απαντά με περισσότερα σημεία
Η απάντηση της Bazaar δεν φαίνεται να είναι η υποχώρηση από το convenience αλλά η περαιτέρω ενίσχυσή του. Η διοίκηση αναφέρει ως στρατηγική προτεραιότητα τη συνεχή ανάπτυξη του δικτύου και την επέκταση σε περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, με ιδιαίτερη έμφαση στα μεγάλα αστικά κέντρα εκτός Αττικής. Παράλληλα, στις οικονομικές καταστάσεις γίνεται αναφορά ακόμη και σε δημιουργία νέων σημείων πώλησης στο εξωτερικό, κάτι που παρόλ’ αυτά δεν έχει υλοποιηθεί έως τώρα παρά την σχετική αναφορά και κατά την περσινή χρονιά στις οικονομικές καταστάσεις του 2024.
Το 2025 η εταιρεία επένδυσε περίπου 2,9 εκατ. ευρώ στην ανάπτυξη του δικτύου, εκ των οποίων πάνω από 2,1 εκατ. ευρώ αφορούσαν εγκαταστάσεις νέων καταστημάτων. Παρά το γεγονός ότι η διοίκηση αναγνωρίζει την είσοδο των μεγάλων αλυσίδων στο convenience ως απειλή, συνεχίζει να τοποθετεί το μικρό κατάστημα στον πυρήνα της αναπτυξιακής στρατηγικής της.
Ιδιωτική ετικέτα και τιμή ως άμυνα
Κρίσιμο ρόλο σε αυτή τη μάχη αναμένεται να έχει και το προϊόν. Η Bazaar διαθέτει περίπου 800 αποκλειστικούς κωδικούς ιδιωτικής ετικέτας και επιπλέον 350 κωδικούς πρώτης τιμής. Ταυτόχρονα επενδύει στα φρέσκα, τα delicatessen και τις αποκλειστικές συνεργασίες, επιχειρώντας να διαφοροποιήσει το μικρό κατάστημα γειτονιάς από μία απλή μικρογραφία ενός μεγάλου supermarket. Η διοίκηση δηλώνει μάλιστα ότι ένας από τους βασικούς στόχους της είναι η περαιτέρω διεύρυνση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας υψηλών προδιαγραφών, αλλά και της γκάμας που απευθύνεται στον κλάδο Horeca (εστίαση, ξενοδοχεία). Η στρατηγική αυτή συνδέεται άμεσα με τη νέα πραγματικότητα της αγοράς. Όσο οι μεγάλες αλυσίδες πλησιάζουν περισσότερο στον καταναλωτή μέσα από μικρότερα καταστήματα, τόσο η διαφοροποίηση προϊόντος, η τιμή και η αποκλειστικότητα αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.
