Η Ευρώπη αναζητά νέους δρόμους ενεργειακής ασφάλειας, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν και οι επιπτώσεις του στη Μέση Ανατολή επανακαθορίζουν τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, ευρωπαϊκοί αγοραστές, μεταξύ των οποίων και η γερμανική εταιρεία Uniper, βρίσκονται σε συνομιλίες για την προμήθεια υγροποιημένου φυσικού αερίου από τον Καναδά, εξετάζοντας ακόμη και τη μεταφορά του μέσω της Διώρυγας του Παναμά.
Η επιλογή αυτή δεν είναι η πιο προφανής. Η καναδική βιομηχανία LNG είναι γεωγραφικά προσανατολισμένη προς την Ασία, με τις εγκαταστάσεις να βρίσκονται κυρίως στη δυτική ακτή της χώρας, γεγονός που καθιστά τις αποστολές προς την Ευρώπη πιο χρονοβόρες και δαπανηρές.
Eξετάζονται και πιο δαπανηρές λύσεις
Ωστόσο, η αβεβαιότητα που προκαλεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο διαταραχών σε κρίσιμα περάσματα όπως τα Στενά του Ορμούζ, ωθεί τις ευρωπαϊκές χώρες να επανεξετάσουν ακόμη και πιο κοστοβόρες λύσεις.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται το έργο Ksi Lisims LNG, ένας προτεινόμενος τερματικός σταθμός εξαγωγής φυσικού αερίου στον Καναδά.
Πηγές αναφέρουν ότι ευρωπαίοι αγοραστές συγκαταλέγονται στους πιθανούς πελάτες που έχουν ήδη ξεκινήσει εμπορικές επαφές με τους φορείς του έργου, το οποίο επιδιώκει να εξασφαλίσει μακροχρόνια συμβόλαια πριν λάβει την τελική επενδυτική απόφαση εντός του έτους.
Το ενδιαφέρον από την Ευρώπη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα η έλλειψη υποδομών στην ανατολική ακτή του Καναδά αποτελούσε βασικό εμπόδιο για εξαγωγές προς την ευρωπαϊκή αγορά. Πέρα από τον τερματικό σταθμό στο Σεντ Τζον, δεν υπάρχουν ουσιαστικά άλλες εγκαταστάσεις που να υποστηρίζουν τέτοιες ροές.
Η αλλαγή στάσης συνδέεται άμεσα με τη γεωπολιτική συγκυρία. Πηγή με γνώση του έργου Ksi Lisims ανέφερε ότι από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, το ενδιαφέρον για μελλοντικές ποσότητες LNG έχει ενταθεί αισθητά, όχι μόνο από την Ευρώπη αλλά και από άλλες περιοχές του κόσμου. Η προοπτική συνεργασίας με μια σταθερή και δημοκρατική χώρα όπως ο Καναδάς φαίνεται να αποκτά αυξημένη αξία για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις.
Η περίπτωση της Γερμανίας
Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση. Το 96% των εισαγωγών LNG της χώρας την περασμένη χρονιά προήλθε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που δημιουργεί ανάγκη για περαιτέρω διαφοροποίηση. Το έργο Ksi Lisims αντιμετωπίζεται ως μια πιθανή μελλοντική εναλλακτική, αν και δεν μπορεί να καλύψει άμεσα τις ανάγκες της ηπείρου.
Ακόμη και αν προχωρήσει, η κατασκευή του θα διαρκέσει αρκετά χρόνια. Το έργο υποστηρίζεται από την Western LNG με έδρα το Χιούστον, την κοινοπραξία Rockies LNG που εκπροσωπεί καναδούς παραγωγούς φυσικού αερίου, καθώς και την κοινότητα των αυτοχθόνων Nisga’a, στην ιδιοκτησία των οποίων ανήκει η γη όπου σχεδιάζεται η εγκατάσταση.
Η καναδική κυβέρνηση έχει ήδη παραπέμψει το σχέδιο σε ειδική υπηρεσία ταχείας αδειοδότησης, στο πλαίσιο ευρύτερης προσπάθειας ενίσχυσης της οικονομίας απέναντι στις πιέσεις της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής υπό τον πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ.
Παράλληλα, μεγάλες ενεργειακές εταιρείες όπως η Shell και η TotalEnergies έχουν ήδη υπογράψει συμφωνίες αγοράς LNG διάρκειας 20 ετών από το συγκεκριμένο έργο, ενισχύοντας την αξιοπιστία του.
Τα πλεονεκτήματα του καναδικού LNG
Αξιωματούχοι του καναδικού υπουργείου Ενέργειας υπογραμμίζουν ότι το καναδικό LNG θεωρείται από τα λιγότερο ριψοκίνδυνα παγκοσμίως, ενώ προβάλλουν τη χώρα ως αξιόπιστο εταίρο για συμμάχους που επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από ασταθείς ή πιεστικούς προμηθευτές.
Την ίδια στιγμή, παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν και την οικονομική διάσταση. Οι τιμές φυσικού αερίου στον δυτικό Καναδά παραμένουν χαμηλότερες σε σχέση με το αμερικανικό σημείο αναφοράς, γεγονός που ενισχύει την επιχειρηματική βιωσιμότητα τέτοιων έργων. Όπως σημειώνεται, οι διαφορές τιμών μπορούν να επιτρέψουν σε επενδύσεις αυτού του τύπου να αποσβεστούν σχετικά γρήγορα.
Η ενεργειακή στρατηγική της Ευρώπης φαίνεται έτσι να εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου το κόστος και η απόσταση υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη για ασφάλεια εφοδιασμού, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.