Η Ελλάδα δαπανά κάθε χρόνο δισεκατομμύρια για εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου — έτσι, το να γίνει εξαγωγέας ενέργειας έμοιαζε κάποτε με μακρινό όνειρο. Η πράσινη ενέργεια όμως αλλάζει αυτή την πραγματικότητα. Σήμερα, περίπου το 45% της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές — και περίπου το 20% της παραγωγής εξάγεται, κυρίως στην Ιταλία και σε μικρότερο βαθμό στις γειτονικές βαλκανικές χώρες.
Όμως η δυναμική έχει φτάσει σε όριο. Η δυναμικότητα των ανανεώσιμων πηγών πλέον ξεπερνά κατά πολύ την εγχώρια ζήτηση. Η Ελλάδα αναγκάζεται να περιορίζει σημαντικές ποσότητες πράσινης ενέργειας απλώς επειδή δεν υπάρχουν αρκετοί αγοραστές.
Ούτε οι εξαγωγές καλύπτουν το κενό, καθώς και οι γειτονικές χώρες παράγουν πλέον τη δική τους φθηνή πράσινη ενέργεια.
Μιλώντας στο Συνέδριο Ενεργειακής Μετάβασης στην Αθήνα στις 13-14 Μαΐου, ένας άνθρωπος του κλάδου ήταν ξεκάθαρος για το τι σημαίνει αυτό για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών στην Ελλάδα.
«Πρέπει να σταματήσουμε την περαιτέρω επέκταση. Έχουμε ήδη υπερβολικά πολλή ενέργεια», δήλωσε ο Στέλιος Λουμάκης, πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών Φωτοβολταϊκής Ενέργειας. «Το 2026, τα έσοδα των παραγωγών θα είναι περίπου 40% χαμηλότερα από πέρυσι, λόγω περιορισμένης ζήτησης και σχεδόν μηδενικών τιμών χονδρικής. Η ανανεώσιμη ενέργεια προσφέρει σταθερότητα και χαμηλές τιμές για τους καταναλωτές — αλλά υπάρχουν όρια, και δεν πρέπει να ξεπερνάμε όσα μπορεί να προσφέρει η τεχνολογία».
Γιατί η φθηνή παραγωγή ενέργειας δεν μεταφράζεται σε χαμηλότερους λογαριασμούς
Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Σε όλη την Ευρώπη, η χονδρική τιμή της ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας μειώνεται σταθερά — όμως οι λογαριασμοί των νοικοκυριών δεν ακολουθούν την ίδια πορεία, ενώ πολλοί παραγωγοί αμφισβητούν πλέον τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.
Η απόσταση αυτή οφείλεται στον τρόπο που είναι δομημένες οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως εξήγησε στο συνέδριο η Μάγια Τούρκοβιτς, εκτελεστική αντιπρόεδρος της εταιρείας ανάπτυξης ανανεώσιμων έργων CWP Europe, οι τιμές στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές καθορίζονται από την τελευταία και ακριβότερη μονάδα που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση — τη λεγόμενη «οριακή τιμολόγηση». Αυτή η μονάδα είναι συχνά μονάδα φυσικού αερίου. Καθώς το φυσικό αέριο παραμένει ακριβό — και οι τιμές αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ — οι λογαριασμοί των καταναλωτών παραμένουν υψηλοί, ακόμη κι αν η πράσινη ενέργεια γίνεται φθηνότερη στην παραγωγή της.
Οι Βρυξέλλες έχουν αρχίσει να δίνουν προσοχή στο θέμα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει πλέον τέσσερα βασικά σημεία πίεσης στους λογαριασμούς ενέργειας: το χονδρικό κόστος ηλεκτρισμού, τις χρεώσεις δικτύου και υποδομών, τους φόρους και τις επιβαρύνσεις, καθώς και ρυθμιζόμενες χρεώσεις όπως οι μηχανισμοί επάρκειας ισχύος και το κόστος εξισορρόπησης.
«Η πράσινη μετάβαση δεν είναι χωρίς προβλήματα», δήλωσε η Κριστίνα Λομπίγιο, διευθύντρια για την Ενεργειακή Ασφάλεια και τις Διεθνείς Σχέσεις στη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μας έχει δώσει εντολή να εργαστούμε πάνω σε αυτά τα τέσσερα στοιχεία — και αυτό κάνουμε. Το βασικό ζήτημα είναι η προσιτότητα, ιδιαίτερα σε πιο ευάλωτες περιοχές όπως η νοτιοανατολική Ευρώπη».
Έρχονται οι μπαταρίες
Μια λύση που κερδίζει έδαφος είναι η αποθήκευση ενέργειας. Αν η πλεονάζουσα ηλιακή και αιολική ενέργεια μπορεί να αποθηκεύεται και να διοχετεύεται όταν η παραγωγή μειώνεται, τότε το πρόβλημα των περικοπών περιορίζεται και οι καταναλωτές αποκτούν πρόσβαση σε φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια όλο το 24ωρο.
Η Ελλάδα αναμένει ότι μονάδες αποθήκευσης με μπαταρίες συνολικής ισχύος περίπου 900 MW θα λειτουργούν έως το πρώτο τρίμηνο του 2027. Το κόστος έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, επιτρέποντας την ανάπτυξη νέων έργων — αν και παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε φάση ωρίμανσης.
«Η επιταχυνόμενη ανάπτυξη της αποθήκευσης θα αυξήσει τη διαθεσιμότητα φθηνής ανανεώσιμης ενέργειας στο δίκτυο και τελικά θα μειώσει το κόστος για τον τελικό καταναλωτή», δήλωσε ο Αλέξανδρος Φλάμος, καθηγητής και επικεφαλής του Εργαστηρίου Τεχνοοικονομικής Ενεργειακών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.
Μητσοτάκης: Οι τιμές θα συνεχίσουν να πέφτουν
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποίησε την παρουσία του στο συνέδριο για να επισημάνει την πρόοδο που έχει ήδη επιτευχθεί. Όπως ανέφερε, η Ελλάδα είχε τις υψηλότερες χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ το 2019· σήμερα βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και έχει μειώσει τις εκπομπές CO2 σχεδόν κατά 50% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005.
«Οι τιμές θα συνεχίσουν να πέφτουν όσο προσθέτουμε περισσότερες ανανεώσιμες πηγές στο ενεργειακό μείγμα και — ελπίζουμε — όσο το φυσικό αέριο γίνεται φθηνότερο», δήλωσε ο Μητσοτάκης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσθετων μέτρων στήριξης για τα νοικοκυριά απέναντι στο αυξημένο κόστος ζωής.
