Το νερό εξελίσσεται σταδιακά στον πιο κρίσιμο φυσικό πόρο για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας. Καθώς η κλιματική κρίση εντείνει τα φαινόμενα ξηρασίας, οι πιέσεις στα υδάτινα αποθέματα αυξάνονται και η λειψυδρία μετατρέπεται από μια περιοδική απειλή σε μόνιμη πρόκληση για την αγροτική παραγωγή. Σε μια χώρα όπου η γεωργία καταναλώνει έως και το 80%-85% των διαθέσιμων υδάτινων πόρων, η αναζήτηση πιο αποδοτικών μοντέλων καλλιέργειας αποκτά πλέον περιβαλλοντική, οικονομική και αναπτυξιακή διάσταση.
Μέσα σε αυτό το νέο τοπίο, τα θερμοκήπια και ειδικότερα οι καλλιέργειες εκτός εδάφους αναδεικνύονται σε ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία προσαρμογής της γεωργίας στις συνθήκες της κλιματικής αλλαγής. Η δυνατότητα παραγωγής περισσότερων προϊόντων με σημαντικά λιγότερες ποσότητες νερού οδηγεί ολοένα και περισσότερους παραγωγούς, επενδυτές και φορείς να στρέφουν το ενδιαφέρον τους προς ένα μοντέλο που συνδέει την παραγωγικότητα με τη βιωσιμότητα.
Όταν η κλιματική κρίση συναντά τη γεωργία
Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται ήδη ορατές στην ελληνική ύπαιθρο. Η αύξηση της θερμοκρασίας, τα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι περίοδοι παρατεταμένης ξηρασίας δημιουργούν νέες πιέσεις στις καλλιέργειες και στις διαθέσιμες ποσότητες νερού.
Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, οι χρόνιες αδυναμίες των αρδευτικών δικτύων, οι μεγάλες απώλειες νερού και η χαμηλή αποδοτικότητα των υποδομών καθιστούν ολοένα πιο δύσκολη τη διατήρηση του σημερινού παραγωγικού μοντέλου. Η συζήτηση πλέον δεν αφορά μόνο την αύξηση της παραγωγής, αλλά το πώς αυτή μπορεί να επιτευχθεί με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και χαμηλότερη κατανάλωση φυσικών πόρων.
Η τεχνολογία στην υπηρεσία του νερού
Σε αντίθεση με τις υπαίθριες καλλιέργειες, όπου οι απώλειες από εξάτμιση, απορροή και μη ελεγχόμενη άρδευση είναι σημαντικές, τα σύγχρονα θερμοκήπια λειτουργούν ως κλειστά και ελεγχόμενα οικοσυστήματα.
Η στάγδην άρδευση, τα συστήματα ανακύκλωσης νερού και οι αυτοματισμοί ακριβείας επιτρέπουν στο νερό να φτάνει ακριβώς εκεί που χρειάζεται: στη ρίζα του φυτού και στην ακριβή ποσότητα που απαιτείται. Το πλεονάζον νερό συλλέγεται και επαναχρησιμοποιείται, περιορίζοντας δραστικά τις απώλειες.
Παράλληλα, αισθητήρες και ψηφιακά συστήματα παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο τη θερμοκρασία, την υγρασία και τις θρεπτικές ανάγκες των φυτών, δημιουργώντας συνθήκες που μειώνουν τις σπατάλες και βελτιώνουν την αποδοτικότητα των πόρων. Σε ορισμένες προηγμένες εγκαταστάσεις αξιοποιούνται ακόμη και εναλλακτικές λύσεις, όπως η χρήση θαλασσινού νερού για ψύξη και επεξεργασία, μειώνοντας περαιτέρω την εξάρτηση από τα αποθέματα γλυκού νερού.
Έως και 3,3 φορές μεγαλύτερη παραγωγή
Η περιβαλλοντική διάσταση των θερμοκηπίων συνοδεύεται και από σημαντικά παραγωγικά οφέλη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που καταγράφονται στην ελληνική αγορά, η μέση απόδοση των θερμοκηπιακών καλλιεργειών φθάνει τους 8,7 τόνους ανά στρέμμα, έναντι μόλις 2,7 τόνων στις υπαίθριες καλλιέργειες. Με άλλα λόγια, στην ίδια έκταση μπορεί να παραχθεί έως και 3,3 φορές περισσότερο προϊόν.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη ότι οι εκτάσεις κηπευτικών στην ύπαιθρο μειώθηκαν κατά 51% την περίοδο 2010-2023, ενώ η παραγωγή υποχώρησε σχεδόν κατά 48%. Την ίδια στιγμή, οι θερμοκηπιακές εκτάσεις αυξήθηκαν κατά 22%, αποτυπώνοντας τη σταδιακή μετατόπιση του παραγωγικού μοντέλου προς πιο ελεγχόμενες και αποδοτικές μορφές καλλιέργειας.
Η ανάπτυξη του κλάδου δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη τη χώρα. Στη Στερεά Ελλάδα κυριαρχεί ακόμη το παραδοσιακό μοντέλο παραγωγής, με περιορισμένη διείσδυση της υδροπονίας και μικρές θερμοκηπιακές μονάδες. Αντίθετα, η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη έχουν εξελιχθεί σε βασικό κέντρο ανάπτυξης θερμοκηπίων υψηλής τεχνολογίας, συγκεντρώνοντας περίπου το 40% των υδροπονικών εκτάσεων της χώρας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Δράμα, όπου οι επενδύσεις σε σύγχρονες εγκαταστάσεις έχουν οδηγήσει σε αποδόσεις σημαντικά υψηλότερες από τον εθνικό μέσο όρο, αποδεικνύοντας ότι η τεχνολογία μπορεί να αντισταθμίσει ακόμη και φυσικούς περιορισμούς.
Η Ελλάδα απέναντι στην Ολλανδία
Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά πίσω από τις πρωτοπόρες χώρες της Ευρώπης.
Στην Ολλανδία, όπου τα θερμοκήπια αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του αγροδιατροφικού μοντέλου, οι αποδόσεις φθάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις έως και 8,8 φορές υψηλότερα επίπεδα από τον ελληνικό μέσο όρο. Η διαφορά δεν αποδίδεται σε κλιματικούς παράγοντες, αλλά κυρίως στο επίπεδο τεχνολογίας, αυτοματοποίησης και ψηφιοποίησης της παραγωγής.
Στην Ελλάδα, περίπου το 80% των θερμοκηπίων παραμένει μη θερμαινόμενο και χαμηλής τεχνολογίας, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες αύξησης της παραγωγικότητας και εξοικονόμησης πόρων.
Η υδροπονία ως εργαλείο προσαρμογής
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία της υδροπονίας, η οποία αν και καλύπτει μόλις το 2% των θερμοκηπιακών εκτάσεων, παράγει ήδη το 8% της συνολικής παραγωγής του κλάδου.
Σήμερα εκτείνεται σε περίπου 1.350 στρέμματα, δημιουργεί αξία παραγωγής που φθάνει τα 64 εκατ. ευρώ και στηρίζει περισσότερες από 1.300 θέσεις εργασίας. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση τέτοιων μονάδων εντοπίζεται στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, ενώ σημαντική παρουσία καταγράφεται και στην Κρήτη και την Πελοπόννησο.
Το επενδυτικό στοίχημα των 600 εκατ. ευρώ
Η πολιτεία επιχειρεί να επιταχύνει τον μετασχηματισμό του κλάδου μέσω προγράμματος ύψους 600 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη νέων θερμοκηπίων και τον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων εγκαταστάσεων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης της διαΝΕΟσις και την ανάλυση του ΙΟΒΕ που τη συνοδεύει, η ανάπτυξη της θερμοκηπιακής γεωργίας εκτός εδάφους θα μπορούσε να προσθέσει έως και 395 εκατ. ευρώ ετησίως στην ελληνική οικονομία και να δημιουργήσει περισσότερες από 10.200 θέσεις εργασίας.
Από την αγροτική παραγωγή στη διαχείριση φυσικών πόρων
Η συζήτηση για τα θερμοκήπια δεν αφορά πλέον μόνο την αγροτική ανάπτυξη. Αφορά την ανθεκτικότητα της χώρας απέναντι στη λειψυδρία, την προστασία των υδάτινων πόρων και την προσαρμογή της παραγωγής στις νέες κλιματικές συνθήκες.
Καθώς το νερό μετατρέπεται σε στρατηγικό πόρο, οι τεχνολογίες που επιτρέπουν μεγαλύτερη παραγωγή με μικρότερη κατανάλωση αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο των πολιτικών για το περιβάλλον και τη γεωργία τα επόμενα χρόνια. Και σε αυτή τη μετάβαση, τα θερμοκήπια φαίνεται να διεκδικούν ρόλο.
