Η ιδιοκτήτρια εταιρεία των British Airways, Aer Lingus και Iberia αγόρασε πέρυσι περισσότερα βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα από όσα αγόρασαν συνολικά όλες οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες. Όσον αφορά τα καθαρότερα αεροπορικά καύσιμα, φαίνεται ότι το «μαστίγιο» αποδεικνύεται ισχυρότερο από το «καρότο», γράφει σε δημοσίευμά του το Bloomberg.
Οι ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες προχώρησαν σημαντικά περισσότερο στη χρήση βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων (SAF — Sustainable Aviation Fuel) πέρυσι, ενώ οι αεροπορικές εταιρείες στις ΗΠΑ και την Ασία έμειναν ακόμη πιο πίσω, σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg News σε δεκάδες περιβαλλοντικές εκθέσεις αεροπορικών εταιρειών.
Η IAG, μητρική της British Airways, κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των αεροπορικών εταιρειών επιβατικών μεταφορών, με 3,3% των αεροπορικών καυσίμων που χρησιμοποίησε να προέρχεται από SAF. Ακολούθησαν η Air France-KLM με 2,9% και η Ryanair με 2,0%. Οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες, αντίθετα, κινήθηκαν μεταξύ 0,3% και 1%.
Η αύξηση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις υποχρεωτικές ρυθμίσεις της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ πέρυσι και απαιτούν το 2% των αεροπορικών καυσίμων να είναι SAF. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 3,6% φέτος στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι ΗΠΑ, αντίθετα, έχουν αποφύγει την επιβολή υποχρεωτικών ποσοστώσεων για τα SAF, εν μέσω αντιδράσεων από τις αεροπορικές εταιρείες. Αντί γι’ αυτό, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και οι πολιτειακές κυβερνήσεις προσφέρουν οικονομικά κίνητρα για την ενίσχυση της παραγωγής. Όμως, καθώς τα καθαρότερα αεροπορικά καύσιμα κοστίζουν δύο έως τρεις φορές περισσότερο από τα συμβατικά, η εθελοντική ζήτηση παραμένει χαμηλή, αναφέρει το πρακτορείο.
«Οι αριθμοί δείχνουν ότι οι υποχρεωτικές ρυθμίσεις λειτουργούν», δήλωσε η Camille Mutrelle, υπεύθυνη πολιτικής αερομεταφορών στην Transport & Environment, μια μη κερδοσκοπική οργάνωση με έδρα τις Βρυξέλλες.
Όπως σημειώνει το Bloomberg, μόνο η IAG αγόρασε πέρυσι περισσότερα SAF από όλες τις αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες μαζί. Η ιδιοκτήτρια των British Airways, Aer Lingus και Iberia αγόρασε πάνω από 99 εκατομμύρια γαλόνια, έναντι περίπου 97 εκατομμυρίων γαλονιών που κατανάλωσαν οι μεγαλύτερες αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες, σύμφωνα με την Airlines for America, τον κλαδικό φορέα εκπροσώπησης του αμερικανικού αεροπορικού κλάδου.
Ο οργανισμός, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η αγορά είναι ακόμη υπερβολικά ανώριμη για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι υποχρεωτικές ποσοστώσεις λειτουργούν πολύ καλύτερα από τις εθελοντικές προσπάθειες. Επισημαίνει επίσης ότι η κατανάλωση SAF στις ΗΠΑ υπερδιπλασιάστηκε πέρυσι.
«Έχουμε δει τεράστια πρόοδο στις ΗΠΑ, παρά όλες τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η αγορά», δήλωσε ο Kevin Welsh, αντιπρόεδρος περιβαλλοντικών υποθέσεων της Airlines for America.
Εάν συμπεριληφθούν και οι εταιρείες logistics και ταχυμεταφορών, η γερμανική DHL Group βρίσκεται στην πρώτη θέση παγκοσμίως, με 10% των αεροπορικών καυσίμων που χρησιμοποιεί να προέρχεται από SAF.
Η πρόοδος της Ευρώπης κρύβει μια πιο αργή παγκόσμια μετάβαση
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η κατανάλωση SAF διπλασιάστηκε παγκοσμίως πέρυσι, ωστόσο αντιστοιχούσε μόλις στο 0,6% του συνόλου των αεροπορικών καυσίμων. Η Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών (IATA) αναμένει ότι το ποσοστό θα αυξηθεί στο 0,8% φέτος, καθώς ο ρυθμός ανάπτυξης επιβραδύνεται.
Αυτή η περιορισμένη αύξηση θα μπορούσε να υπονομεύσει τις εθελοντικές δεσμεύσεις των αεροπορικών εταιρειών, καθώς δεκάδες από αυτές έχουν δεσμευτεί να φτάσουν σε 10% SAF έως το 2030. Ακόμη και αν η χρήση SAF αναμένεται να εξαπλασιαστεί έως το τέλος της δεκαετίας, θα αντιστοιχεί μόλις στο 3,5% περίπου των παγκόσμιων αεροπορικών καυσίμων, σύμφωνα με εκτιμήσεις του BloombergNEF.
Οι εκτιμήσεις αυτές, ωστόσο, θα μπορούσαν να αυξηθούν καθώς περισσότερες χώρες ακολουθούν το παράδειγμα της Ευρώπης. Η Νότια Κορέα θα απαιτεί από του χρόνου ένα μείγμα 1% SAF στις διεθνείς πτήσεις που αναχωρούν από τη χώρα, ενώ η Σιγκαπούρη θα επιβάλει εισφορά στα αεροπορικά εισιτήρια για τη χρηματοδότηση αγορών καθαρότερων καυσίμων. Η καναδική επαρχία της Βρετανικής Κολομβίας θα θεσπίσει το 2028 απαίτηση για χρήση 1% ανανεώσιμων καυσίμων στα αεροπορικά καύσιμα. Άλλες κυβερνήσεις, από την Τουρκία έως την Ινδονησία, εξετάζουν επίσης ή προωθούν υποχρεωτικές ποσοστώσεις SAF.
Η έλλειψη πρώτων υλών αποτελεί μεγάλη πρόκληση
Καθώς η παραγωγή SAF αυξάνεται, η εξασφάλιση επαρκών πρώτων υλών χαμηλού αποτυπώματος άνθρακα θα αποτελέσει σημαντική πρόκληση. Μεγάλο μέρος των σημερινών καθαρότερων αεροπορικών καυσίμων παράγεται από χρησιμοποιημένα μαγειρικά έλαια και ζωικά λίπη, όμως οι διαθέσιμες ποσότητες είναι περιορισμένες.
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις ανησυχούν ότι η αυξανόμενη ζήτηση θα μπορούσε να ενισχύσει την εξάρτηση από καλλιέργειες για την παραγωγή καυσίμων, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει νέες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, από τη χρήση λιπασμάτων μέχρι την αποψίλωση δασών και την καταστροφή λιβαδιών.
Γι’ αυτό ορισμένες περιβαλλοντικές οργανώσεις διστάζουν να χρησιμοποιούν τον όρο «βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα» για να περιγράψουν αυτά τα εναλλακτικά καύσιμα. «Η βιωσιμότητα πρέπει να κερδίζεται και να αποδεικνύεται, όχι απλώς να θεωρείται δεδομένη», δήλωσε ο Tim Johnson, διευθυντής της Aviation Environment Federation, μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το e-SAF ως λύση επόμενης γενιάς
Σύμφωνα με το Bloomberg, μία από τις πιο πολυαναμενόμενες λύσεις είναι το e-SAF, ένα καύσιμο επόμενης γενιάς που παράγεται χρησιμοποιώντας ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, υδρογόνο και δεσμευμένο CO₂. Μπορεί να μειώσει τις εκπομπές κατά 90%.
Ωστόσο, η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της στάδια, με το καύσιμο να είναι διαθέσιμο μόνο σε «εργαστηριακές ποσότητες» και να κοστίζει έως και 10 φορές περισσότερο από τα συμβατικά καύσιμα, σύμφωνα με τη Lufthansa.
Η αμερικανική startup Twelve έθεσε σε λειτουργία μία τέτοια μονάδα στο Moses Lake της Ουάσινγκτον τον Ιούνιο. Ακόμη και αν λειτουργεί με πλήρη δυναμικότητα, η εγκατάσταση θα παράγει μόλις περίπου 50.000 γαλόνια τον χρόνο, δηλαδή περίπου την ποσότητα που απαιτείται για μία πτήση ενός Boeing 747 από τη Νέα Υόρκη στο Λονδίνο και πίσω.
Η Twelve σχεδιάζει να αναπτύξει πολύ μεγαλύτερες μονάδες στις ΗΠΑ, ικανές να παράγουν δεκάδες εκατομμύρια γαλόνια ετησίως, όμως αρνήθηκε να αποκαλύψει τις πιθανές τοποθεσίες τους ή να δώσει πιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Με μόλις δύο περίπου ακόμη μονάδες e-SAF υπό κατασκευή παγκοσμίως, η Mutrelle της Transport & Environment ανησυχεί ότι η διαθέσιμη προσφορά θα απέχει πολύ από τις ανάγκες των επόμενων ετών.
